Δ δ
διατ-
δα- δβ- δγ- δδ- δε- δζ- δη- δθ- δι- δκ- δλ- δμ- δν- δξ- δο- δπ- δρ- δς- δτ- δυ- δφ- δχ- δψ- δω-
δια- διβ- διγ- διδ- διε- διζ- διη- διθ- διι- δικ- διλ- διμ- διν- διξ- διο- διπ- διρ- δις- διτ- διυ- διφ- διχ- διψ- διω-
διαα- διαβ- διαγ- διαδ- διαε- διαζ- διαη- διαθ- διαι- διακ- διαλ- διαμ- διαν- διαξ- διαο- διαπ- διαρ- διας- διατ- διαυ- διαφ- διαχ- διαψ- διαω-
Annotated entries are asterisked.
διάταγμα, -ατος, τό edict (n.)
διαταράσσω to throw into confusion (v.)
διατάσσω to specifically instruct (v.)
διατελέω to continue (v.)
διατηρέω to hold onto (v.)
διατί [t.r.] wherefore (adv.)
διατίθημι to covenant (v.)
διατρίβω to stay (v.)
διατροφή, -ῆς, ἡ sustenance (n.)