Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Σ ς

σα- σβ- σγ- σδ- σε- σζ- ση- σθ- σι- σκ- σλ- σμ- σν- σξ- σο- σπ- σρ- σς- στ- συ- σφ- σχ- σψ- σω-

Annotated entries are asterisked.

σαβαχθάνι you have forsaken me (Heb./Aram.) [Hebrew-Aramaic]
* Σαβαώθ Sabaoth (Heb./Aram.) [Hebrew-Aramaic]
σαββατισμός, -οῦ, ὁ sabbath observance (n.)
σάββατον, -ου, τό sabbath (n.)
σαγήνη, -ης, ἡ dragnet (n.)
Σαδδουκαῖος, -ου, ὁ Sadducee (n.)
σαδη [LXX] sadhe (Heb.) [Hebrew-Aramaic]
Σαδώκ, ὁ Zadok (n.) [Person]
σαίνω to flatter (v.)
σάκκος, -ου, ὁ sackcloth (n.)
Σαλά, ὁ Shelah (n.)
Σαλαθιήλ, ὁ Shealtiel/Salathiel (n.) [Person]
Σαλαμίς, -ῖνος, ἡ Salamis (n.)
Σαλείμ, ὁ Salim (n.)
σαλεύω to shake (v.)
Σαλήμ, ὁ Salem (n.)
Σαλμαα, ὁ [LXX] Salmaa (n.)
Σαλμάν, ὁ (s. Σαλμών) Salmon (n.) [Person]
Σαλμανα, ὁ [LXX] Salmana/Zalmunna (n.)
Σαλμών/Σαλμάν, ὁ Salmon (n.) [Person]
Σαλμώνη, -ης, ἡ Salmone (n.) [Person]
σάλος, -ου, ὁ surge (n.)
σάλπιγξ, -ιγγός, ἡ trumpet (n.)
σαλπίζω to blow (v.)
σαλπιστής, -οῦ, ὁ trumpeter (n.)
Σαλωμ, ὁ [LXX] Salom/Shallum (n.)
Σαλώμη, -ης, ἡ Salome (n.)
Σαλωμιθ[1], ἡ [LXX] Salomith/Shelomith (n.)
Σαλωμιθ[2], ὁ [LXX] Salomith/Shelomith (n.)
Σαλωμωθ, ὁ [LXX] Salomoth/Shelomoth (n.)
* Σαλωμών[1], ὁ (s. Σολομών[1]) Solomon (n.)
* Σαλωμῶν[2] (s. Σολομών[1]) Solomon (n.)
Σαμάρεια, -ας, ἡ Samaria (n.) [Place]
Σαμαρείτης, -ου, ὁ (s. -ρίτης) Samaritan (n.)
* Σαμαρεῖτις, -ιδος, ἡ (s. -ρῖτις) Samaritan (n.)
Σαμαρίτης v.l. -ρείτης, -ου, ὁ Samaritan (n.)
* Σαμαρῖτις v.l. -ρεῖτις, -ιδος, ἡ Samaritan (n.)
Σαμοθρᾴκη, -ης, ἡ Samothrace (n.)
Σάμος, -ου, ἡ Samos (n.)
Σαμουήλ, ὁ Samuel (n.)
σαμχ [LXX] samekh (Heb.) [Hebrew-Aramaic]
Σαμψών, ὁ Samson (n.) [Person]
* σανδάλιον, -ου, τό sandal (n.)
σανίς, -ίδος, ἡ board/plank (n.)
Σαούλ, ὁ Saul (n.)
σαπρός -ά -όν bad (adj.)
Σάπφειρα, -ης, ἡ (s. -φιρα) Sapphira (n.) [Person]
σάπφειρος, -ου, ἡ (s. -φιρος) sapphire (n.)
Σάπφιρα v.l. -φειρα, -ης, ἡ Sapphira (n.) [Person]
σάπφιρος v.l. sapphire (n.)
σαργάνη, -ης, ἡ basket (n.)
Σάρδεις, -εων, αἱ Sardis (n.)
σάρδιον, -ου, τό sardonyx (n.)
σαρδόνυξ, -υκος, ὁ ??? (n.)
Σάρεπτα, -ων, τά Zarephath (n.) [Place]
σαρκικός -ή -όν carnal (adj.)
σάρκινος -η -ον carnal (adj.)
σάρξ, -αρκός, ἡ flesh (n.)
σαρόω to swept clean (v.)
Σάρρα, -ας, ἡ Sarah (n.) [Person]
Σαρ(ρ)ων v.l. Ἀσσάρων, -ῶνος, ὁ Sharon [Place]
* Σατάν, ὁ (s. σατανᾶς) adversary, opponent (n.) [Person]
* σατανᾶς, -ᾶ, ὁ vv.ll. Σατανᾶς, -ᾶ, ὁ and Σατάν, ὁ indecl. adversary, opponent (n.) [Person]
σάτον, -ου, τό seah (n.)
Σαῦλος, -ου, ὁ Saul (n.) [Person]
σαυτοῦ (s. σεαυτοῦ) -ῆς -οῦ yourself (pron.) [Pronoun]
σβέννυμι to extinguish (v.)
σεαυτοῦ/σαυτοῦ -ῆς -οῦ yourself (pron.) [Pronoun]
σεβάζομαι to ??? (v.)
σέβασμα, -ατος, τό devotional object (n.)
σεβαστός -ή -όν revered (adj.)
σέβω to revere (v.)
σειρά, -ᾶς, ἡ cord (n.)
σεισμός, -οῦ, ὁ earthquake (n.)
σείω to shake (v.)
Σεκοῦνδος, -ου, ὁ Secundus (n.)
Σελεύκεια, -ας, ἡ Seleucia (n.)
σελήνη, -ης, ἡ moon (n.)
σεληνιάζομαι to be epileptic (moonstruck) (v.)
Σεμεΐ, ὁ (s. -μεΐν) Semein (n.)
Σεμεΐν v.l. -μεΐ, ὁ Semein (n.)
σεμίδαλις, -εως, ἡ best quality flour (n.)
σεμνός -ή -όν respectable (adj.)
σεμνότατος -η -ον [LXX] most respectful (adj.)
σεμνότης, -ητος, ἡ respectfulness (n.)
σεν [LXX] sin/shin (Heb.) [Hebrew-Aramaic]
Σέργιος, -ου, ὁ Sergius (n.)
Σερούχ, ὁ Serug (n.)
Σήθ, ὁ Seth (n.)
Σήμ, ὁ Shem (n.)
σημαίνω to indicate (v.)
σημέα, -ᾶς, ἡ (s. σημέα) [LXX] sign (n.)
σημεία/σημέα, -ᾶς, ἡ [LXX] sign (n.)
σημεῖον, -ου, τό sign (n.)
σημειόω to signify (v.)
σήμερον today (adv.)
σήπω to rot (v.)
σηρικός -ή -όν (s. σιρι-) silk/silken (adj.)
σής, -ητός, ὁ moth (n.)
σητόβρωτος -ον moth-eaten (adj.)
σθενόω to strengthen (v.)
σιαγών, -όνος, ἡ cheek (n.)
σιγάω to to have no sound (v.)
σιγή, -ῆς, ἡ silence (n.)
σιδήρεος -έα -ον (s. σιδηροῦς) iron (adj.)
σίδηρος, -ου, ὁ iron (n.)
σιδηροῦς -ᾶ -οῦν a.k.a. σιδήρεος iron (adj.)
Σιδών, -ῶνος, ἡ Sidon (n.) [Place]
Σιδώνιος -ία -ον Sidonian (adj.)
σικάριος, -ου, ὁ assassin (n.)
σίκερα, -ας, ἡ Barley Wine (n.)
Σιλᾶς, -ᾶ, ὁ Silas (n.) [Person]
Σιλουανός, -οῦ, ὁ Silvanus (n.) [Person]
Σιλωάμ, ὁ Siloam (n.)
σιμικίνθιον, -ου, τό apron (n.)
Σίμων, -ωνος, ὁ Simon (n.) [Person]
Σινᾶ Sinai (n.)
* σίναπι, -εως, τό mustard plant (n.)
* σινδών, -όνος, ἡ sheet (n.)
σινιάζω to sieve (v.)
σιρικός v.l. σηρι- -ή -όν silk/silken (adj.)
σιτευτός -ή -όν fattened (adj.)
σιτίον, -ου, τό food (n.)
σιτιστός -ή -όν fattened (adj.)
σιτομέτριον, -ου, τό ration (n.)
σῖτος, -ου, ὁ and σῖτα, -ων, τά wheat/grain (n.)
* Σιών, ἡ Zion (n.) [Place]
σιωπάω to be-silent (v.)
σκανδαλίζω to cause-to-stumble (v.)
σκάνδαλον, -ου, τό snare (n.)
σκάπτω to dig (v.)
σκάφη, -ης, ἡ skiff/bowl (n.)
σκέλος, -ους, τό leg (n.)
σκεπάζω [LXX] to shelter (v.)
σκέπασις, -εως, ἡ [LXX] protection (n.)
σκέπασμα, -ατος, τό covering (n.)
σκεπαστής, -οῦ, ὁ [LXX] protector (n.)
σκέπη, -ῆς, ἡ [LXX] shelter (n.)
σκέπτομαι [LXX] to ??? (v.)
σκευάζω [LXX] to prepare (v.)
Σκευᾶς, -ᾶ, ὁ Sceva (n.) [Person]
σκευή, -ῆς, ἡ vessel (n.)
σκεῦος, -ους, τό vessel (n.)
σκηνή, -ῆς, ἡ tent (n.)
σκηνοπηγία, -ας, ἡ tent-pitching (n.)
σκηνοποιός, -οῦ, ὁ tentmaker (n.)
σκῆνος, -ους, τό tent (n.)
* σκηνόω to settle (v.)
σκήνωμα, -ατος, τό habitation (n.)
σκιά, -ᾶς, ἡ shadow (n.)
* σκιρτάω to gambol (v.)
σκληροκαρδία, -ας, ἡ hardness of heart (n.)
σκληρός -ά -όν hard (adj.)
σκληρότερος -α -ον [LXX] harder (adj.)
σκληρότης, -ητος, ἡ hardness (n.)
σκληροτράχηλος -ον stiff-necked (adj.)
σκληρύνω to harden (v.)
σκνίψ, -ιπός and -ιφός, ὁ [LXX] ??? (n.)
σκολιός -ά -όν crooked (adj.)
σκόλοψ, -οπος, ὁ thorn (n.)
σκοπεύω [LXX] to examine (v.)
σκοπέω to contemplate/examine (v.)
σκοπός, -οῦ, ὁ watchman/goal (n.)
σκορπίζω to scatter (v.)
σκορπίος, -ου, ὁ scorpion (n.)
σκοτάζω [LXX] to grow dark (v.)
σκοτεινός -ή -όν dark (adj.)
σκοτία, -ας, ἡ darkness (n.)
σκοτίζω to darken (v.)
σκότος, -ους, τό darkness (n.)
σκοτόω to darken/stupefy (v.)
* σκύβαλον, -ου, τό dung (n.)
Σκύθης, -ου, ὁ Scythian (n.)
σκυθρωπός (-ή) -όν gloomy (adj.)
σκύλλω to annoy/trouble (v.)
σκῦλον, -ου, τό spoil (n.)
σκωληκόβρωτος -ον eaten by worms (adj.)
σκώληξ, -ηκος, ὁ larva (n.)
σμαράγδινος -η -ον emerald (adj.)
σμάραγδος, -ου, ὁ emerald (n.)
σμῖλαξ, -ακος, ἡ [LXX] milax/oak (n.)
σμύρνα[1], -ης, ἡ myrrh (n.)
Σμύρνα[2], -ης, ἡ Smyrna (n.) [Place]
Σμυρναῖος -α -ον Smyrnaean (adj.)
σμυρνίζω to infuse with myrrh (v.)
Σόδομα, -ων, τά Sodom (n.) [Place]
* Σολομών[1], -ῶνος, ὁ and Σολομῶν[2], -ῶντος, ὁ and Σαλωμῶν[1], ὁ indecl. and Σαλωμῶν[2], -ῶντος, ὁ Solomon (n.)
σοομ [LXX] onyx (Heb./Aram.) [Hebrew-Aramaic]
σορός, -οῦ, ἡ coffin (n.)
σός -ή -όν your/yours(sg) (pron.) [Pronoun]
σουδάριον, -ου, τό kerchief (n.)
Σουσάννα, -ης, ἡ Susanna (n.) [Person]
σοφία, -ας, ἡ wisdom (n.)
σοφίζω to instruct make wise (v.)
σοφός -ή -όν wise (adj.)
σοφώτερος -α -ον wiser (adj.)
Σπανία, -ας, ἡ Spain (n.)
σπανίζω [LXX] to be/make-scarce (v.)
σπαράσσω to convulse (v.)
σπαργανόω to swaddle (v.)
Σπαρτιάτης, -ου, ὁ [LXX] Spartan (n.)
σπαταλάω to live comfortably/extravagently (v.)
σπάω to draw (v.)
σπεῖρα, -ης, ἡ cohort (n.)
σπείρω to sow (v.)
σπεκουλάτωρ, -ορος, ὁ attendant (n.)
σπένδω to pour (v.)
σπέρμα, -ατος, τό seed (n.)
σπερματίζω [LXX] to sow (v.)
σπερματισμός, -οῦ, ὁ [LXX] copulation (n.)
σπερμολόγος -ον προαγω (adj.)
σπεύδω to hasten (v.)
σπήλαιον, -ου, τό hideout (n.)
σπιλάς, -άδος, ἡ reef (n.)
σπίλος, -ου, ὁ spot (n.)
σπιλόω to stain (v.)
σπινθήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] spark (n.)
σπλαγχνίζομαι to stir the emotions/feelings/passions (v.)
* σπλάγχνον, -ου, τό viscus (n.)
σπόγγος, -ου, ὁ sponge (n.)
σποδός, -οῦ, ἡ ashes (n.)
σπορά, -ᾶς, ἡ spore (n.)
σπόριμος -ον sown (adj.)
σπόρος, -ου, ὁ seed (n.)
σπουδάζω to endeavour (v.)
σπουδαῖος -α -ον diligent (adj.)
σπουδαιότερον more eagerly (adv.)
σπουδαιότερος -α -ον ??? (adj.)
σπουδαιοτέρως more eagerly (adv.)
σπουδαίως haste (adv.)
σπουδή, -ῆς, ἡ diligence/haste (n.)
σπυρίς, -ίδος, ἡ basket (n.)
στάδιοι, -ων, οἱ (s. στάδιον ) 600 ft. or 1/8 Mile (n.)
στάδιον, -ου, τό and στάδιοι, -ων, οἱ 600 ft. or 1/8 Mile (n.)
στάζω [LXX] to drip (v.)
στάμνος, -ου, ἡ jar (n.)
στασιαστής, -οῦ, ὁ insurgent (n.)
* στάσις, -εως, ἡ uprising (n.)
* στατήρ, -ῆρος, ὁ stater (n.)
σταυρός, -οῦ, ὁ cross (n.)
σταυρόω to crucify (v.)
σταφυλή, -ῆς, ἡ grape cluster (n.)
στάχυς[1], -υος, ὁ ear (n.)
Στάχυς[2], -υος, ὁ Stachys (n.)
στέαρ, στέατος, τό [LXX] suet (n.)
στέγη, -ης, ἡ roof (n.)
στέγω to cover with-a-roof (v.)
στεῖρα, -ας, ἡ barren one (n.)
στέλλω to withdraw/send (v.)
στέμμα, -ατος, τό garland (n.)
στεναγμός, -οῦ, ὁ groan (n.)
στενάζω to sigh/groan (v.)
στενός -ή -όν narrow (adj.)
στενοχωρέω to restrict (v.)
στενοχωρία, -ας, ἡ constriction (n.)
στερεός -ά -όν solid (adj.)
στερεόω to solidify (v.)
στερέωμα, -ατος, τό firmament (n.)
στερεώτερος -α -ον [LXX] more solid (adj.)
Στεφανᾶς, -ᾶ, ὁ Stephanas (n.) [Person]
στέφανος[1], -ου, ὁ wreath (n.)
Στέφανος[2], -ου, ὁ wreath (n.) [Person]
στεφανόω to crown (v.)
στῆθος, -ους, τό chest (n.)
στήκω (derivation of ἵστημι) to stand (v.)
στηλόω [LXX] to ??? (v.)
στηριγμός, -οῦ, ὁ fixedness (n.)
στηρίζω to support (v.)
στιβάς v.l. στοιβ-, -άδος, ἡ layer (n.)
στίγμα, -ατος, τό stigma (n.)
στιγμή, -ῆς, ἡ instant (n.)
στίλβω to gleam (v.)
στιχίζω [LXX] to ??? (v.)
στοά, -ᾶς, ἡ colonnade (n.)
στοιβάζω [LXX] to ??? (v.)
στοιβάς, -άδος, ἡ (s. στιβ-) layer (n.)
Στοϊκός -ή -όν Stoic (adj.)
* στοιχεῖον, -ου, τό principle (n.)
στοιχέω to conform (v.)
στολή, -ῆς, ἡ robe (n.)
στολίζω [LXX] to ??? (v.)
στόμα, -ατος, τό mouth/maw (n.)
στόμαχος, -ου, ὁ stomach (n.)
στρατεία, -ας, ἡ strategy (n.)
στράτευμα, -ατος, τό soldier (n.)
στρατεύω to campaign/go into battle (v.)
στρατηγός, -οῦ, ὁ commander (n.)
στρατιά, -ᾶς, ἡ army (n.)
στρατιώτης, -ου, ὁ soldier (n.)
στρατοκῆρυξ, -υκος, ὁ [LXX] ??? (n.)
στρατολογέω to recruit (v.)
στρατοπεδάρχης, -ου, ὁ military commander (n.)
στρατόπεδον, -ου, τό military camp (n.)
στρεβλόω to twist (v.)
στρέφω to turn (v.)
στρηνιάω to live in luxury (v.)
στρῆνος, -ους, τό luxury (n.)
στρουθίον, -ου, τό sparrow (n.)
στροφή, -ῆς, ἡ [LXX] twist (n.)
στρόφιγξ, -γγος, ὁ [LXX] axle/pin (n.)
στρώννυμι (s. στρωννύω) to spread out (v.)
στρωννύω/στρώννυμι to spread out (v.)
στυγητός -όν hateful (adj.)
στυγνάζω to be gloomy (v.)
στῦλος, -ου, ὁ pillar (n.)
σύ, σοῦ (σου), σοί (σοι), σέ (σε), pl. ὑμεῖς, ὑμῶν, ὑμῖν, ὑμᾶς you (pron.) [Pronoun]
συγγένεια, -ας, ἡ relative (n.)
* συγγενής -ές relative (adj.)
συγγενίς, -ίδος, ἡ cousin (n.)
συγγίνομαι [LXX] to ??? (v.)
συγγνώμη, -ης, ἡ permission (n.)
συγκάθημαι to sit together (v.)
συγκαθίζω to sit down together (v.)
συγκαθυφαίνω [LXX] to ??? (v.)
συγκακοπαθέω to suffer hardship together with (v.)
συγκακουχέομαι to maltreat together with (v.)
συγκαλέω to call together (v.)
συγκαλύπτω to disguise/ conceal (v.)
συγκάμπτω to bend (v.)
συγκαταβαίνω to go down with (v.)
συγκατάθεσις, -εως, ἡ union (n.)
συγκατατίθημι to partake with (v.)
συγκαταψηφίζομαι to numbered with (v.)
συγκεράννυμι to mix together (v.)
συγκινέω to stir up (v.)
συγκλάω [LXX] to break off (v.)
συγκλείω to shut/coop up (v.)
συγκληρονόμος -ον co-heir (adj.)
συγκοινωνέω to share together (v.)
συγκοινωνός, -οῦ, ὁ co-sharer (n.)
συγκομίζω to collect (v.)
συγκρίνω to compare (v.)
συγκρύπτω [LXX] to ??? (v.)
συγκύπτω to bend forward (v.)
συγκυρία, -ας, ἡ ??? (n.)
συγχαίρω to rejoice with (v.)
συγχέω/-χύν(ν)ω to confuse/confound (v.)
συγχράομαι to utilize (v.)
συγχύννω (s. -χέω) to confuse/confound (v.)
συγχύνω (s. -χέω) to confuse/confound (v.)
σύγχυσις, -εως, ἡ confusion (n.)
συζάω to live together (v.)
συζεύγνυμι to join together (v.)
συζητέω to reasoned together (v.)
συζήτησις, -εως, ἡ debate (n.)
συζητητής, -οῦ, ὁ debater (n.)
* σύζυγος, -ου, ὁ companion (n.)
συζωοποιέω v.l. -ζῳο- to bring to life with (v.)
* συκάμινος, -ου, ἡ mulberry (sycamine) tree (n.)
συκῆ, -ῆς, ἡ fig tree (n.)
συκομορέα v.l. -μωραία, -ας, ἡ sycamore fig tree (n.)
συκομωραία, -ας, ἡ (s. -μορέα) sycamore fig tree (n.)
σῦκον, -ου, τό fig (n.)
συκοφαντέω to defraud/extort (v.)
συκοφάντης, -ου, ὁ [LXX] abuser of power (n.)
συκοφαντία, -ας, ἡ [LXX] abuse of power (n.)
* συλαγωγέω (σύλη, not συν-) to take captive (v.)
συλάω to loot (v.)
συλλαλέω to converse (v.)
* συλλαμβάνω to seizing (v.)
συλλέγω to gather (v.)
συλλογίζομαι to conclude (v.)
συλλυπέω to share in grief (v.)
συμβαίνω to happen (v.)
συμβάλλω to concur together (v.)
συμβασιλεύω to co-rule (v.)
συμβιβάζω to piece together (v.)
συμβουλεύω to council (v.)
συμβούλιον, -ου, τό council (n.)
σύμβουλος, -ου, ὁ counselor (n.)
Συμεών, ὁ Symeon/Simeon (n.) [Person]
συμμαθητής, -οῦ, ὁ co-disciple (n.)
συμμαρτυρέω to testify with (v.)
συμμερίζω to division-of-shares (v.)
συμμέτοχος -ον co-partaker (adj.)
συμμιμητής, -οῦ, ὁ co-imitator (n.)
συμμορφίζω to cause to be similar in form (v.)
σύμμορφος -ον similar in form (adj.)
συμμορφόω to take on same form (v.)
συμπαθέστερος -α -ον [LXX] more sympathetic (adj.)
συμπαθέω to sympathize (v.)
συμπαθής -ές sympathetic (adj.)
συμπαραγίνομαι to stand with/by (v.)
συμπαρακαλέω to mutually encourage (v.)
συμπαραλαμβάνω to take along/ get involved with (v.)
συμπαραμένω to stay with to help (v.)
συμπάρειμι[1] fr. εἰμί[1] to stand by (v.)
συμπαρίστημι [LXX] to stand beside (v.)
συμπάσχω to suffer likewise (v.)
συμπατέω [LXX] to ??? (v.)
συμπέμπω to send together with (v.)
συμπεραίνω [LXX] to ??? (v.)
συμπεριλαμβάνω to ??? (v.)
συμπίνω to drink with (v.)
συμπίπτω to collapse (v.)
συμπληρόω to to fill up (v.)
συμπνίγω to smother (v.)
συμπολίτης, -ου, ὁ fellow-citizen (n.)
συμπορεύομαι to come together (v.)
συμπόσιον, -ου, τό feast (n.)
συμπρεσβύτερος, -ου, ὁ co-elder (n.)
συμφέρω to be advantageous (v.)
σύμφημι to concede (v.)
σύμφορος -ον expedient (adj.)
συμφυλέτης, -ου, ὁ co-tribesman (n.)
σύμφυτος -ον planted together (adj.)
συμφύω to grow together (v.)
συμφωνέω to harmonize (v.)
συμφώνησις, -εως, ἡ agreement (n.)
συμφωνία, -ας, ἡ music (n.)
σύμφωνος -ον harmonious (adj.)
συμψηφίζω to add (v.)
σύμψυχος -ον united in soul (adj.)
σύν together with/including (+dat) (prep.)
συνάγω to gather/assemble (v.)
συναγωγή, -ῆς, ἡ gathering (n.)
συναγωνίζομαι to struggle together (v.)
συναθλέω to struggle alongside (v.)
συναθροίζω to gather together (v.)
συναινέω [LXX] to ??? (v.)
συναίρω to to raise up (v.)
συναιχμάλωτος, -ου, ὁ co-prisoner (n.)
συνακολουθέω to follow with (v.)
συναλίζω to ??? (v.)
συναλλάσσω to accomodate (v.)
συναναβαίνω to came up with (v.)
συνανάκειμαι to sit-together (v.)
συναναμείγνυμι (s. -μίγνυμι) to mix/associate (v.)
συναναμίγνυμι/-μείγνυμι to mix/associate (v.)
συναναπαύομαι to rest together (v.)
συναντάω to meet (v.)
συνάντησις, -εως, ἡ meeting (n.)
συναντιλαμβάνομαι to assist (v.)
συναπάγω to to lead-away-together (v.)
συναποθνῄσκω to die together (v.)
συναποκρύπτω [LXX] to ??? (v.)
συναπόλλυμι to annihilate with (v.)
συναποστέλλω to ??? (v.)
συναρμολογέω to fit together (v.)
συναρπάζω to seize/carry away (v.)
συναυξάνω to grow together (v.)
σύνδεσμον, -ου, τό (s. -μος) bond (n.)
σύνδεσμος, -ου, ὁ and -μον, -ου, τό bond (n.)
συνδέω to bound with (v.)
συνδοξάζω to glorify together (v.)
σύνδουλος, -ου, ὁ co-slave (n.)
συνδρομή, -ῆς, ἡ running together (n.)
συνεγείρω to rise together (v.)
συνέδριον, -ου, τό sanhedrin (n.)
συνείδησις, -εως, ἡ conscience (n.)
συνεῖδον (s. συνοράω) to comprehend (v.)
συνείδω (s. συνοράω and σύνοιδα) to comprehend (v.)
σύνειμι[1] fr. εἰμί[1] to be together with (v.)
σύνειμι[2] fr. εἶμι[2] to be together (v.)
συνεισέρχομαι to enter (v.)
συνέκδημος, -ου, ὁ travel companion (n.)
συνεκλεκτός -ή -όν together,chosen (adj.)
συνεκτρίβω [LXX] to ??? (v.)
συνελαύνω to force (v.)
συνεπιμαρτυρέω to testify together (v.)
συνεπιτίθημι to attack together (v.)
συνέπομαι to ??? (v.)
συνεργέω to assist (v.)
συνεργός -όν coworker (adj.)
συνέρχομαι to come together (v.)
συνεσθίω to eat together (v.)
* σύνεσις, -εως, ἡ insight/discernment (n.)
συνετίζω [LXX] to bring-to-awareness (v.)
συνετός -ή -όν insightful/discerning (adj.)
συνετώτερος -α -ον [LXX] more insightful/discerning (adj.)
συνευδοκέω to concur with (v.)
συνευωχέομαι to feast together (v.)
συνεφίστημι to ??? (v.)
συνέχω to constrain (v.)
συνήδομαι to rejoice with/sympathize (v.)
συνήθεια, -ας, ἡ compatibility (n.)
συνηλικιώτης, -ου, ὁ contemporary (n.)
συνθάπτω to buried together (v.)
συνθλάω to crush (v.)
συνθλίβω to press upon (v.)
συνθρύπτω to ??? (v.)
συνίημι to understand (v.)
συνιστάνω/-ιστάω (by-form of συνίστημι) to commend (v.)
συνίστημι to stand with (v.)
συνίστωρ -ορ [LXX] privy (adj.)
συννοέω [LXX] to ??? (v.)
συνοδεύω to travel together (v.)
συνοδία, -ας, ἡ caravan (n.)
σύνοιδα to ??? (v.)
συνοικέω to live with (v.)
συνοικίζω [LXX] to ??? (v.)
συνοικοδομέω to build together (v.)
συνομιλέω to converse (v.)
συνομορέω to ??? (v.)
συνοράω a.k.a. συνεῖδον to comprehend (v.)
συνοχή, -ῆς, ἡ suppression (n.)
συντάσσω to arrange (v.)
συντέλεια, -ας, ἡ completion, end (n.)
συντελέω to finish/complete (v.)
συντέμνω to circumscribe (v.)
συντηρέω to save from destruction (v.)
συντίθημι to agree (v.)
συντόμως briefly (adv.)
συντρέχω to run with (v.)
συντρίβω to crush/shatter (v.)
σύντριμμα, -ατος, τό wound (n.)
σύντροφος -ον companion (adj.)
συντυγχάνω to meet (v.)
Συντύχη, -ης, ἡ Syntyche (n.)
συνυποκρίνομαι to be-hypocritical-with (v.)
συνυπουργέω to cooperate-with (v.)
συνυφαίνω [LXX] to ??? (v.)
συνωδίνω to travail together (v.)
συνωμοσία, -ας, ἡ conspiracy (n.)
Συράκουσαι, -ῶν, αἱ Syracuse (n.)
Συραφοινίκισσα, -ης, ἡ (s. Συρο-) Syrophoenician woman (n.)
Συρία, -ας, ἡ Syria (n.) [Place]
σύριγξ, -γγος, ἡ [LXX] ??? (n.)
συρίζω [LXX] to hiss (v.)
Σύρος, -ου, ὁ Syrian (n.)
Συροφοινίκισσα v.l. Συρα-, -ης, ἡ Syrophoenician woman (n.)
Συροφοίνιξ, -ικος, ὁ [EXTRA] Syrophoenician man (n.)
Σύρτις, -εως, ἡ Syrtis (n.)
σύρω to drag (v.)
συσπαράσσω to convulse (v.)
συσπάω [LXX] to contract (v.)
συσσείω [LXX] to ??? (v.)
σύσσημον, -ου, τό signal (n.)
συσσύρω [LXX] to ??? (v.)
σύσσωμος -ον belonging to the same body (adj.)
συστασιαστής, -οῦ, ὁ co-insurrectionist (n.)
σύστασις, -εως, ἡ [LXX] bring/stand,together (n.)
συστατικός -ή -όν ??? (adj.)
συσταυρόω to impale together (v.)
συστέλλω to retract (v.)
συστενάζω to groan together (v.)
συστοιχέω to correspond to (v.)
συστρατιώτης, -ου, ὁ co-soldier (n.)
συστρέφω to gathered together (v.)
συστροφή, -ῆς, ἡ collection (n.)
συσχηματίζω to conform (v.)
Συχάρ, ἡ Sychar (n.)
Συχέμ, ὁ and Shechem (n.)
σφαγή, -ῆς, ἡ slaughter (n.)
σφάγιον, -ου, τό sacrifice (n.)
* σφάζω to slay (v.)
σφαιρωτήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] ??? (n.)
σφήξ, -ηκός, ὁ [LXX] wasp (n.)
σφόδρα exceedingly (adv.)
σφοδρῶς excessively (adv.)
σφραγίζω to seal (v.)
σφραγίς, -ίδος, ἡ seal (n.)
σφυδρόν, -ου, τό ankle (n.)
σφυρόν, -οῦ, τό heal (n.)
σχεδόν nearly/well-nigh (adv.)
σχῆμα, -ατος, τό form (n.)
σχίδαξ, -ακος, ἡ [LXX] ??? (n.)
σχίζω to tear/torn (v.)
σχίσμα, -ατος, τό rift (n.)
σχοινίον, -ου, τό cordage (n.)
σχολάζω to have leisure (v.)
σχολή, -ῆς, ἡ lecture hall (n.)
σῴζω to deliver/save (v.)
σῶμα, -ατος, τό body (n.)
σωματικός -ή -όν corporeal (adj.)
σωματικῶς corporeally (adv.)
σωματοφύλαξ, -ακος, ὁ [LXX] body guard (n.)
Σώπατρος, -ου, ὁ Sopater (n.)
σωρεύω to heap (v.)
Σωρηχ [LXX] Sorek (Heb./Aram.)
σωρηχ [LXX] choicest vine (Heb./Aram.)
σωρηχ[1] [LXX] choicest vine (Heb./Aram.)
Σωρηχ[2] [LXX] Sorek (Heb./Aram.)
Σωσθένης, -ους, ὁ Sosthenes (n.) [Person]
Σωσίπατρος, -ου, ὁ Sosipater (n.)
σωτήρ, -ῆρος, ὁ Savior (n.)
σωτηρία, -ας, ἡ salvation/deliverance (n.)
σωτήριος -ον saving (adj.)
σωφρονέω to be-sensible (v.)
σωφρονίζω to sensitize (v.)
σωφρονισμός, -οῦ, ὁ bringing/making come to their senses (n.)
σωφρόνως sensibly (adv.)
σωφροσύνη, -ης, ἡ good sense (n.)
σώφρων -ον sensible (adj.)

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 07-Apr-2020 19:24:42 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %