Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Σ ς

σκ-

σα- σβ- σγ- σδ- σε- σζ- ση- σθ- σι- σκ- σλ- σμ- σν- σξ- σο- σπ- σρ- σς- στ- συ- σφ- σχ- σψ- σω-
σκα- σκβ- σκγ- σκδ- σκε- σκζ- σκη- σκθ- σκι- σκκ- σκλ- σκμ- σκν- σκξ- σκο- σκπ- σκρ- σκς- σκτ- σκυ- σκφ- σκχ- σκψ- σκω-

Annotated entries are asterisked.

σκανδαλίζω to cause to stumble (v.)
σκάνδαλον, -ου, τό snare (n.)
σκάπτω to dig (v.)
σκάφη, -ης, ἡ skiff/bowl (n.)
σκέλος, -ους, τό leg (n.)
σκεπάζω [LXX] to shelter (v.)
σκέπασις, -εως, ἡ [LXX] protection (n.)
σκέπασμα, -ατος, τό covering (n.)
σκεπαστής, -οῦ, ὁ [LXX] protector (n.)
σκέπη, -ῆς, ἡ [LXX] shelter (n.)
σκέπτομαι [LXX] to to look about look carefully followed by prep. εἰς (v.)
σκευάζω [LXX] to prepare (v.)
Σκευᾶς, -ᾶ, ὁ Sceva (n.) [Person]
σκευή, -ῆς, ἡ vessel (n.)
σκεῦος, -ους, τό vessel (n.)
σκηνή, -ῆς, ἡ tent (n.)
σκηνοπηγία, -ας, ἡ tent-pitching (n.)
σκηνοποιός, -οῦ, ὁ tentmaker (n.)
σκῆνος, -ους, τό tent (n.)
* σκηνόω to settle (v.)
σκήνωμα, -ατος, τό habitation (n.)
σκιά, -ᾶς, ἡ shadow (n.)
* σκιρτάω to gambol (v.)
σκληροκαρδία, -ας, ἡ hardness of heart (n.)
σκληρός -ά -όν hard (adj.)
σκληρότερος -α -ον [LXX] harder (adj.)
σκληρότης, -ητος, ἡ hardness (n.)
σκληροτράχηλος -ον stiff-necked (adj.)
σκληρύνω to harden (v.)
σκνίψ, -ιπός and -ιφός, ὁ [LXX] ??? (n.)
σκολιός -ά -όν crooked (adj.)
σκόλοψ, -οπος, ὁ thorn (n.)
σκοπεύω [LXX] to examine (v.)
σκοπέω to contemplate/examine (v.)
σκοπός, -οῦ, ὁ watchman/goal (n.)
σκορπίζω to scatter (v.)
σκορπίος, -ου, ὁ scorpion (n.)
σκοτάζω [LXX] to grow dark (v.)
σκοτεινός -ή -όν dark (adj.)
σκοτία, -ας, ἡ darkness (n.)
σκοτίζω to darken (v.)
σκότος, -ους, τό darkness (n.)
σκοτόω to darken/stupefy (v.)
* σκύβαλον, -ου, τό dung (n.)
Σκύθης, -ου, ὁ Scythian (n.)
σκυθρωπός (-ή) -όν gloomy (adj.)
σκύλλω to annoy/trouble (v.)
σκῦλον, -ου, τό spoil (n.)
σκωληκόβρωτος -ον eaten by worms (adj.)
σκώληξ, -ηκος, ὁ larva (n.)

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 22-Sep-2021 10:12:43 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %