Δ δ
διαφ-
δα- δβ- δγ- δδ- δε- δζ- δη- δθ- δι- δκ- δλ- δμ- δν- δξ- δο- δπ- δρ- δς- δτ- δυ- δφ- δχ- δψ- δω-
δια- διβ- διγ- διδ- διε- διζ- διη- διθ- διι- δικ- διλ- διμ- διν- διξ- διο- διπ- διρ- δις- διτ- διυ- διφ- διχ- διψ- διω-
διαα- διαβ- διαγ- διαδ- διαε- διαζ- διαη- διαθ- διαι- διακ- διαλ- διαμ- διαν- διαξ- διαο- διαπ- διαρ- διας- διατ- διαυ- διαφ- διαχ- διαψ- διαω-
Annotated entries are asterisked.
διαφανής -ές [LXX] transparent (adj.)
* διαφέρω to surpass/carry through (v.)
διαφεύγω to get away (v.)
διαφημίζω to make known (v.)
διαφθείρω to ruin (v.)
διαφθορά, -ᾶς, ἡ decay (n.)
διάφορος -ον differing (adj.)
διαφορώτερος -τέρα -ον more differentiated (adj.)
διαφυλάσσω/-φυλάττω to guard (v.)
διαφυλάττω (s. -φυλάσσω) to guard (v.)