Δ δ
διαν-
δα- δβ- δγ- δδ- δε- δζ- δη- δθ- δι- δκ- δλ- δμ- δν- δξ- δο- δπ- δρ- δς- δτ- δυ- δφ- δχ- δψ- δω-
δια- διβ- διγ- διδ- διε- διζ- διη- διθ- διι- δικ- διλ- διμ- διν- διξ- διο- διπ- διρ- δις- διτ- διυ- διφ- διχ- διψ- διω-
διαα- διαβ- διαγ- διαδ- διαε- διαζ- διαη- διαθ- διαι- διακ- διαλ- διαμ- διαν- διαξ- διαο- διαπ- διαρ- διας- διατ- διαυ- διαφ- διαχ- διαψ- διαω-
Annotated entries are asterisked.
διανεύω to gesture (v.)
διανήθω [LXX] to ??? (v.)
διανθίζω [LXX] to adorn with flowers (v.)
διανοέομαι [LXX] to consider (v.)
διανόημα, -ατος, τό thought (n.)
διάνοια, -ας, ἡ cognition (n.)
* διανοίγω to open up-all-the-way (v.)
διανυκτερεύω to spend the whole night (v.)
διανύω to complete (v.)