Δ δ
διαπ-
δα- δβ- δγ- δδ- δε- δζ- δη- δθ- δι- δκ- δλ- δμ- δν- δξ- δο- δπ- δρ- δς- δτ- δυ- δφ- δχ- δψ- δω-
δια- διβ- διγ- διδ- διε- διζ- διη- διθ- διι- δικ- διλ- διμ- διν- διξ- διο- διπ- διρ- δις- διτ- διυ- διφ- διχ- διψ- διω-
διαα- διαβ- διαγ- διαδ- διαε- διαζ- διαη- διαθ- διαι- διακ- διαλ- διαμ- διαν- διαξ- διαο- διαπ- διαρ- διας- διατ- διαυ- διαφ- διαχ- διαψ- διαω-
Annotated entries are asterisked.
διαπαρατριβή v.l. παραδια-, -ῆς, ἡ wrangling (n.)
διαπεράω to cross over (v.)
διαπετάννυμι [LXX] to spread out (v.)
διαπίπτω [LXX] to fall away (v.)
διαπλέω to sail across (v.)
διαπονέομαι to be annoyed (v.)
διαπορεύομαι to pass through (v.)
διαπορέω to perplex thoroughly (v.)
διαπραγματεύομαι to gain-by-trading (v.)
διαπρίω to infuriate (v.)