Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Δ δ

δε-

δα- δβ- δγ- δδ- δε- δζ- δη- δθ- δι- δκ- δλ- δμ- δν- δξ- δο- δπ- δρ- δς- δτ- δυ- δφ- δχ- δψ- δω-
δεα- δεβ- δεγ- δεδ- δεε- δεζ- δεη- δεθ- δει- δεκ- δελ- δεμ- δεν- δεξ- δεο- δεπ- δερ- δες- δετ- δευ- δεφ- δεχ- δεψ- δεω-

Annotated entries are asterisked.

δέ but/however/moreover/yet
δέησις, -εως, ἡ plea (n.)
δεῖ (s. δέω) to bind (v.)
δεῖγμα, -ατος, τό example (n.)
δειγματίζω to make an example of (v.)
δείκνυμι a.k.a. δεικνύω to show (v.)
δεικνύω (s. δείκνυμι) to show (v.)
δειλία, -ας, ἡ cowardice/timidity (n.)
δειλιάω to fear (v.)
δειλός -ή -όν cowardly (adj.)
* δεῖνα, ὁ, ἡ, τό certain someone (pron.) [Pronoun]
δεινός -ή -όν [LXX] dreadful (adj.)
δεινῶς dreadfully (adv.)
δειπνέω to dine (v.)
δεῖπνον, -ου, τό supper (n.)
δεισιδαιμονέστερος -α -ον more religious (adj.)
δεισιδαιμονία, -ας, ἡ religion (n.)
δεισιδαίμων -ον [EXTRA] religious (adj.)
δέκα ten (adj.)
δεκαδύο (s. δώδεκα) twelve (adj.)
δεκαέξ/ἑκκαίδεκα [LXX] sixteen (adj.)
δεκαοκτώ/ὀκτωκαίδεκα eighteen (adj.)
δεκαπέντε/πεντεκαίδεκα fifteen (adj.)
δεκαπλασίων -ον [LXX] tenfold (adj.)
δεκαπλασίως [LXX] tenfold-ly (adv.)
* Δεκάπολις, -εως, ἡ Decapolis (n.) [Place]
δεκατέσσαρες -α fourteen (adj.)
δεκάτη (s. δέκατος) tenth (adj.)
δέκατος -η -ον tenth (adj.)
δεκατόω to tithe (v.)
δεκτός -ή -όν acceptable/agreeable (adj.)
δελεάζω to entice (v.)
δελθ [LXX] daleth (Heb.) [Hebrew-Aramaic]
δένδρον, -ου, τό tree (n.)
δεξιολάβος, -ου, ὁ spearman: in pl., guards, Act.Ap. 23.23 (v.l. δεξιοβόλους) (n.)
δεξιός -ά -όν right (adj.)
δέομαι to need/require (v.)
δέον (s. δέω) to bind (v.)
δέος, -ους, τό fear (n.)
Δερβαῖος -α -ον Derbian (adj.)
Δέρβη, -ης, ἡ Derbe (n.) [Place]
δέρμα, -ατος, τό skin (n.)
δερμάτινος -η -ον leather (adj.)
δέρω to beat (v.)
δεσμά, -ῶν, τά (s. δεσμός) restraint (n.)
δεσμεύω v.l. -μέω to bind (v.)
δεσμέω (s. -μεύω) to bind (v.)
δέσμη, -ης, ἡ bundle (n.)
δέσμιος[1] (-ία) -ον [LXX] bound (adj.)
δέσμιος[2], -ου, ὁ prisoner (n.)
δεσμός, -οῦ, ὁ and δεσμά, -ῶν, τά restraint (n.)
δεσμοφύλαξ, -ακος, ὁ jailer (n.)
δεσμωτήριον, -ου, τό captive (n.)
δεσμώτης, -ου, ὁ captive (n.)
* δεσπότης, -ου, ὁ master (n.)
δεῦρο come! (adv.)
δεῦτε come (adv.)
δευτεραῖος -αία -ον of a two-day period (adj.)
δευτερόπρωτος -ον ??? (adj.)
δεύτερος -α -ον second (adj.)
δέχομαι to receive (v.)
δέω to bind (v.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Monday, 15-Aug-2022 12:53:39 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %