Δ δ
διαβ-
δα- δβ- δγ- δδ- δε- δζ- δη- δθ- δι- δκ- δλ- δμ- δν- δξ- δο- δπ- δρ- δς- δτ- δυ- δφ- δχ- δψ- δω-
δια- διβ- διγ- διδ- διε- διζ- διη- διθ- διι- δικ- διλ- διμ- διν- διξ- διο- διπ- διρ- δις- διτ- διυ- διφ- διχ- διψ- διω-
διαα- διαβ- διαγ- διαδ- διαε- διαζ- διαη- διαθ- διαι- διακ- διαλ- διαμ- διαν- διαξ- διαο- διαπ- διαρ- διας- διατ- διαυ- διαφ- διαχ- διαψ- διαω-
Annotated entries are asterisked.
διαβάλλω to allege/make accusation against (v.)
διαβεβαιόομαι to confidently-assert (v.)
διαβιβάζω [LXX] to to carry over or across to transport (v.)
διαβλέπω to see clearly (v.)
διάβολος -ον diabolical (adj.)