Δ δ
διχ-
δα- δβ- δγ- δδ- δε- δζ- δη- δθ- δι- δκ- δλ- δμ- δν- δξ- δο- δπ- δρ- δς- δτ- δυ- δφ- δχ- δψ- δω-
δια- διβ- διγ- διδ- διε- διζ- διη- διθ- διι- δικ- διλ- διμ- διν- διξ- διο- διπ- διρ- δις- διτ- διυ- διφ- διχ- διψ- διω-
διχα- διχβ- διχγ- διχδ- διχε- διχζ- διχη- διχθ- διχι- διχκ- διχλ- διχμ- διχν- διχξ- διχο- διχπ- διχρ- διχς- διχτ- διχυ- διχφ- διχχ- διχψ- διχω-
Annotated entries are asterisked.
διχηλέω [LXX] to cleave/split/part/divide (v.)
δίχηλος -ον [LXX] cloven-hoofed (adj.)
διχοστασία, -ας, ἡ dissension (n.)
διχοτομέω to cut in pieces (v.)