Α α
απολ-
αα- αβ- αγ- αδ- αε- αζ- αη- αθ- αι- ακ- αλ- αμ- αν- αξ- αο- απ- αρ- ας- ατ- αυ- αφ- αχ- αψ- αω-
απα- απβ- απγ- απδ- απε- απζ- απη- απθ- απι- απκ- απλ- απμ- απν- απξ- απο- αππ- απρ- απς- απτ- απυ- απφ- απχ- απψ- απω-
αποα- αποβ- απογ- αποδ- αποε- αποζ- αποη- αποθ- αποι- αποκ- απολ- απομ- απον- αποξ- αποο- αποπ- απορ- απος- αποτ- απου- αποφ- αποχ- αποψ- αποω-
Annotated entries are asterisked.
ἀπόλαυσις, -εως, ἡ enjoyment (n.)
ἀπολείπω to leave/remain (v.)
ἀπολείχω to lick off (v.)
ἀπόλλυμι to destroy (v.)
Ἀπολλύων, -ονος, ὁ Apollyon (n.) [Person]
Ἀπολλωνία, -ας, ἡ Apollonia (n.) [Place]
Ἀπολλῶς, -ῶ, ὁ Apollos (n.) [Person]
ἀπολογέομαι to speak in defense (v.)
ἀπολογία, -ας, ἡ rebuttal (n.)
ἀπολούω to ablute (v.)
ἀπολύτρωσις, -εως, ἡ redemption (n.)
ἀπολύω to release (v.)