Α α
αποκ-
αα- αβ- αγ- αδ- αε- αζ- αη- αθ- αι- ακ- αλ- αμ- αν- αξ- αο- απ- αρ- ας- ατ- αυ- αφ- αχ- αψ- αω-
απα- απβ- απγ- απδ- απε- απζ- απη- απθ- απι- απκ- απλ- απμ- απν- απξ- απο- αππ- απρ- απς- απτ- απυ- απφ- απχ- απψ- απω-
αποα- αποβ- απογ- αποδ- αποε- αποζ- αποη- αποθ- αποι- αποκ- απολ- απομ- απον- αποξ- αποο- αποπ- απορ- απος- αποτ- απου- αποφ- αποχ- αποψ- αποω-
Annotated entries are asterisked.
ἀποκαθίστημι to restore (v.)
ἀποκαλύπτω to uncover/reveal (v.)
ἀποκάλυψις, -εως, ἡ revelation (n.)
ἀποκαραδοκία, -ας, ἡ earnest-expectation (n.)
ἀποκαταλλάσσω to completely-reconcile (v.)
ἀποκατάστασις, -εως, ἡ restoration/establishment (n.)
ἀπόκειμαι to hold in store (v.)
ἀποκεφαλίζω to behead (v.)
* ἀποκλείω to shut/lock (v.)
ἀποκόπτω to sever (v.)
ἀπόκριμα, -ατος, τό response (n.)
ἀποκρίνομαι to answer (v.)
ἀπόκρισις, -εως, ἡ answer (n.)
ἀποκρύπτω to hide from (v.)
ἀπόκρυφος -ον from-hidden (adj.)
ἀποκτείνω, αποκτέννω/αποκτένω to kill (v.)
αποκτέννω (s. ἀποκτείνω) to kill (v.)
αποκτένω (s. ἀποκτείνω) to kill (v.)
ἀποκυέω to birth (v.)
ἀποκυλίω to roll away (v.)
ἀποκωφόομαι [LXX] to become deaf (v.)