Α α
απος-
αα- αβ- αγ- αδ- αε- αζ- αη- αθ- αι- ακ- αλ- αμ- αν- αξ- αο- απ- αρ- ας- ατ- αυ- αφ- αχ- αψ- αω-
απα- απβ- απγ- απδ- απε- απζ- απη- απθ- απι- απκ- απλ- απμ- απν- απξ- απο- αππ- απρ- απς- απτ- απυ- απφ- απχ- απψ- απω-
αποα- αποβ- απογ- αποδ- αποε- αποζ- αποη- αποθ- αποι- αποκ- απολ- απομ- απον- αποξ- αποο- αποπ- απορ- απος- αποτ- απου- αποφ- αποχ- αποψ- αποω-
Annotated entries are asterisked.
ἀποσκευάζω [LXX] to provide oneself with necessaries (v.)
ἀποσκίασμα, -ατος, τό shadow (n.)
ἀποσκοπεύω [LXX] to examine from (v.)
ἀποσκορακίζω [LXX] to curse (v.)
ἀποσπάω to draw away (v.)
ἀποστασία, -ας, ἡ departure/renunciation (n.)
ἀποστάσιον, -ου, τό notice of divorce (n.)
ἀπόστασις, -εως, ἡ [LXX] causing to revolt (n.)
ἀποστατέω [LXX] to rebel (v.)
ἀποστάτης, -ου, ὁ [LXX] apostate (n.)
ἀποστεγάζω to un-roof (v.)
ἀποστέλλω to send-forth (v.)
ἀποστερέω to defraud (v.)
ἀποστολή, -ῆς, ἡ apostleship (n.)
ἀπόστολος, -ου, ὁ apostle (n.)
ἀποστοματίζω to from-mouth (v.)
ἀποστρέφω to turn-away (v.)
ἀποστυγέω to abhor (v.)
ἀποσυνάγωγος -ον excommunicated (adj.)
ἀποσυρίζω [LXX] to whistle (v.)
ἀποσύρω [LXX] to tear away (v.)
ἀποσφράγισμα, -ατος, τό [LXX] ??? (n.)