Δ δ
δημ-
δα- δβ- δγ- δδ- δε- δζ- δη- δθ- δι- δκ- δλ- δμ- δν- δξ- δο- δπ- δρ- δς- δτ- δυ- δφ- δχ- δψ- δω-
δηα- δηβ- δηγ- δηδ- δηε- δηζ- δηη- δηθ- δηι- δηκ- δηλ- δημ- δην- δηξ- δηο- δηπ- δηρ- δης- δητ- δηυ- δηφ- δηχ- δηψ- δηω-
δημα- δημβ- δημγ- δημδ- δημε- δημζ- δημη- δημθ- δημι- δημκ- δημλ- δημμ- δημν- δημξ- δημο- δημπ- δημρ- δημς- δημτ- δημυ- δημφ- δημχ- δημψ- δημω-
Annotated entries are asterisked.
δημηγορέω to speak publically (v.)
Δημήτριος, -ου, ὁ Demetrius (n.) [Person]
δημιουργός, -οῦ, ὁ builder (n.)
δῆμος, -ου, ὁ assembly (n.)
δημόσιος -ία -ον public (adj.)