Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Λ λ

λε-

λα- λβ- λγ- λδ- λε- λζ- λη- λθ- λι- λκ- λλ- λμ- λν- λξ- λο- λπ- λρ- λς- λτ- λυ- λφ- λχ- λψ- λω-
λεα- λεβ- λεγ- λεδ- λεε- λεζ- λεη- λεθ- λει- λεκ- λελ- λεμ- λεν- λεξ- λεο- λεπ- λερ- λες- λετ- λευ- λεφ- λεχ- λεψ- λεω-

Annotated entries are asterisked.

Λεββαῖος, -ου, ὁ Lebbaeus (n.) [Person]
λεγεών[1], -ῶνος, ἡ (s. λεγι-) legion (n.)
* Λεγεών[2], -ῶνος, ὁ (s. Λεγι-) Legion (n.) [Person]
λεγιών[1] v.l. λεγε-, -ῶνος, ἡ legion (n.)
* Λεγιών[2] v.l. Λεγε-, -ῶνος, ὁ Legion (n.) [Person]
λέγω to say (v.)
λεῖμμα, -ατος, τό remnant (n.)
λεῖος -α -ον smooth/level/plain (adj.)
* λείπω to λόγος (v.)
λειτουργέω to officiate (v.)
λειτουργία, -ας, ἡ job/office (n.)
λειτουργικός -ή -όν functionarial (adj.)
λειτουργός, -οῦ, ὁ public functionary (n.)
λεμά vv.ll. λιμά and λαμά and λαμμᾶ why? (Heb./Aram.) [Hebrew-Aramaic]
λέντιον, -ου, τό linen cloth (n.)
λεπίς, -ίδος, ἡ scale (n.)
λέπρα, -ας, ἡ leprosy (n.)
λεπρός -ά -όν leprous (adj.)
λεπτός -ή -όν mite (adj.)
λεπτότατος -η -ον [LXX] ??? (adj.)
λεπτότερος -α -ον [LXX] ??? (adj.)
Λευί v.l. Λευΐ, ὁ indecl. and Λευίς v.l. Λευΐς, gen. Λευί, acc. -ίν, ὁ Levi (n.) [Person]
Λευίς v.l. Λευΐς, gen. Λευί, acc. -ίν, ὁ (s. Λευί) Levi (n.) [Person]
Λευίτης v.l. Λευΐτης, -ου, ὁ Levite (n.)
Λευιτικός v.l. Λευϊτικός -ή -όν Levitical (adj.)
λευκαίνω to whiten (v.)
λευκανθίζω [LXX] to be in-white (v.)
λευκός -ή -όν white (adj.)
λέων, -οντος, ὁ lion (n.)

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 22-Sep-2021 10:55:33 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %