Σ ς
στεφ-
σα- σβ- σγ- σδ- σε- σζ- ση- σθ- σι- σκ- σλ- σμ- σν- σξ- σο- σπ- σρ- σς- στ- συ- σφ- σχ- σψ- σω-
στα- στβ- στγ- στδ- στε- στζ- στη- στθ- στι- στκ- στλ- στμ- στν- στξ- στο- στπ- στρ- στς- σττ- στυ- στφ- στχ- στψ- στω-
στεα- στεβ- στεγ- στεδ- στεε- στεζ- στεη- στεθ- στει- στεκ- στελ- στεμ- στεν- στεξ- στεο- στεπ- στερ- στες- στετ- στευ- στεφ- στεχ- στεψ- στεω-
Annotated entries are asterisked.
στέφανος[1], -ου, ὁ wreath (n.)
Στέφανος[2], -ου, ὁ wreath (n.) [Person]
στεφανόω to crown (v.)