Σ ς
σαμ-
σα- σβ- σγ- σδ- σε- σζ- ση- σθ- σι- σκ- σλ- σμ- σν- σξ- σο- σπ- σρ- σς- στ- συ- σφ- σχ- σψ- σω-
σαα- σαβ- σαγ- σαδ- σαε- σαζ- σαη- σαθ- σαι- σακ- σαλ- σαμ- σαν- σαξ- σαο- σαπ- σαρ- σας- σατ- σαυ- σαφ- σαχ- σαψ- σαω-
σαμα- σαμβ- σαμγ- σαμδ- σαμε- σαμζ- σαμη- σαμθ- σαμι- σαμκ- σαμλ- σαμμ- σαμν- σαμξ- σαμο- σαμπ- σαμρ- σαμς- σαμτ- σαμυ- σαμφ- σαμχ- σαμψ- σαμω-
Annotated entries are asterisked.
Σαμαρείτης, -ου, ὁ (s. -ρίτης) Samaritan (n.)
* Σαμαρεῖτις, -ιδος, ἡ (s. -ρῖτις) Samaritan (n.)
Σαμαρίτης v.l. -ρείτης, -ου, ὁ Samaritan (n.)
* Σαμαρῖτις v.l. -ρεῖτις, -ιδος, ἡ Samaritan (n.)
Σαμοθρᾴκη, -ης, ἡ Samothrace (n.)
Σάμος, -ου, ἡ Samos (n.)
Σαμουήλ, ὁ Samuel 2 (n.)
σαμχ [LXX] samekh (Heb.) [Hebrew-Aramaic]
Σαμψών, ὁ Samson (n.) [Person]