Κ κ
κατο-
κα- κβ- κγ- κδ- κε- κζ- κη- κθ- κι- κκ- κλ- κμ- κν- κξ- κο- κπ- κρ- κς- κτ- κυ- κφ- κχ- κψ- κω-
καα- καβ- καγ- καδ- καε- καζ- καη- καθ- και- κακ- καλ- καμ- καν- καξ- καο- καπ- καρ- κας- κατ- καυ- καφ- καχ- καψ- καω-
κατα- κατβ- κατγ- κατδ- κατε- κατζ- κατη- κατθ- κατι- κατκ- κατλ- κατμ- κατν- κατξ- κατο- κατπ- κατρ- κατς- καττ- κατυ- κατφ- κατχ- κατψ- κατω-
Annotated entries are asterisked.
κατοίκησις, -εως, ἡ dwelling (n.)
κατοικητήριον, -ου, τό dwelling (n.)
κατοικία, -ας, ἡ dwelling (n.)
κατοικίζω to domicile (v.)
κατοικοδομέω [LXX] to ??? (v.)
κατοπτρίζω to reflection (v.)
κατόρθωμα, -ατος, τό prosperity (n.)
κατορχέομαι [LXX] to ??? (v.)
κατοχεύω [LXX] to ??? (v.)