Κ κ
κατε-
κα- κβ- κγ- κδ- κε- κζ- κη- κθ- κι- κκ- κλ- κμ- κν- κξ- κο- κπ- κρ- κς- κτ- κυ- κφ- κχ- κψ- κω-
καα- καβ- καγ- καδ- καε- καζ- καη- καθ- και- κακ- καλ- καμ- καν- καξ- καο- καπ- καρ- κας- κατ- καυ- καφ- καχ- καψ- καω-
κατα- κατβ- κατγ- κατδ- κατε- κατζ- κατη- κατθ- κατι- κατκ- κατλ- κατμ- κατν- κατξ- κατο- κατπ- κατρ- κατς- καττ- κατυ- κατφ- κατχ- κατψ- κατω-
Annotated entries are asterisked.
κατέδομαι (s. κατεσθίω) to consume (v.)
κατείδωλος -ον full of idols (adj.)
κατέναντι opposite/in the presence of (+gen) (prep.)
κατενώπιον, -ου, τό before (n.)
κατεξουσιάζω to dominate (v.)
κατεργάζομαι to accomplish/achieve (v.)
κατέρχομαι to come down (v.)
κατεσθίω to consume (v.)
κατέσθω (s. -έσθίω) to consume (v.)
κατευθύνω to direct (v.)
κατευλογέω to to speak well of praise honour; to bless (v.)
κατεφίσταμαι to rise up against in aor.Act. (v.)
κατέχω to hold fast (v.)