Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Φ φ

φρ-

φα- φβ- φγ- φδ- φε- φζ- φη- φθ- φι- φκ- φλ- φμ- φν- φξ- φο- φπ- φρ- φς- φτ- φυ- φφ- φχ- φψ- φω-
φρα- φρβ- φργ- φρδ- φρε- φρζ- φρη- φρθ- φρι- φρκ- φρλ- φρμ- φρν- φρξ- φρο- φρπ- φρρ- φρς- φρτ- φρυ- φρφ- φρχ- φρψ- φρω-

Annotated entries are asterisked.

φραγέλλιον, -ου, τό whip, flagellum, scourge (n.)
φραγελλόω to flog (v.)
φραγμός, -οῦ, ὁ barrier (n.)
φράζω to show (v.)
φράσσω (cf. κωλύω) to stop (v.)
φρέαρ, φρέατος, τό well/pit (n.)
φρεναπατάω to deceive (v.)
φρεναπάτης, -ου, ὁ deceiver (n.)
φρήν, -ενός, ἡ mind (n.)
φρίσσω to shudder/shiver (v.)
φρονέω to think (v.)
φρόνημα, -ατος, τό mindset (n.)
φρόνησις, -εως, ἡ contemplation (n.)
φρόνιμος (-η) -ον prudent-wise (adj.)
φρονίμως ingeniously (adv.)
φρονιμώτατος -η -ον [LXX] most ingenious (adj.)
φρονιμώτερος -α -ον more ingenious (adj.)
φροντίζω to consider (v.)
φροντιστέον [LXX] one must take heed (adv.)
φρουρέω to guard (v.)
φρυάσσω to neigh whinny (v.)
φρύγανον, -ου, τό brush (n.)
Φρυγία, -ας, ἡ Phrygia (n.) [Place]
Φρύξ, -υγός, ὁ [LXX] Phrygian (n.)

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 22-Sep-2021 11:07:23 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %