Π π
ποι-
πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
ποα- ποβ- πογ- ποδ- ποε- ποζ- ποη- ποθ- ποι- ποκ- πολ- πομ- πον- ποξ- ποο- ποπ- πορ- πος- ποτ- που- ποφ- ποχ- ποψ- ποω-
ποια- ποιβ- ποιγ- ποιδ- ποιε- ποιζ- ποιη- ποιθ- ποιι- ποικ- ποιλ- ποιμ- ποιν- ποιξ- ποιο- ποιπ- ποιρ- ποις- ποιτ- ποιυ- ποιφ- ποιχ- ποιψ- ποιω-
Annotated entries are asterisked.
ποίημα, -ατος, τό work (n.)
ποίησις, -εως, ἡ doing/making (n.)
ποιητής, -οῦ, ὁ doer/maker (n.)
ποικιλία, -ας ἡ [LXX] embroidery (n.)
ποίκιλμα, -ατος, τό [LXX] embroidery (n.)
ποικίλος -η -ον various (adj.)
ποικιλτής, -οῦ, ὁ [LXX] embroiderer (n.)
ποικιλτικός -ή -όν [LXX] skillful in embroidery (adj.)
ποικιλτός -ή -όν [LXX] embroidered (adj.)
ποικίλως [LXX] variously (adv.)
ποιμαίνω to shepherd (v.)
ποιμήν, -ένος, ὁ shepherd (n.)
ποίμνη, -ης, ἡ flock (n.)
ποίμνιον, -ου, τό flock (n.)
ποῖος -α -ον what-kind (pron.) [Pronoun]