Π π
πεν-
πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
πεα- πεβ- πεγ- πεδ- πεε- πεζ- πεη- πεθ- πει- πεκ- πελ- πεμ- πεν- πεξ- πεο- πεπ- περ- πες- πετ- πευ- πεφ- πεχ- πεψ- πεω-
πενα- πενβ- πενγ- πενδ- πενε- πενζ- πενη- πενθ- πενι- πενκ- πενλ- πενμ- πενν- πενξ- πενο- πενπ- πενρ- πενς- πεντ- πενυ- πενφ- πενχ- πενψ- πενω-
Annotated entries are asterisked.
πενθερά, -ᾶς, ἡ mother-in-law (n.)
πενθερός, -οῦ, ὁ father-in-law (n.)
* πενθέω to grieve (v.)
* πένθος, -ους, τό grief (n.)
πενιχρός -ά -όν poor (adj.)
πεντάκις five times (adj.)
πεντακισχίλιοι -αι -α five thousand (adj.)
πεντακόσιοι -αι -α five hundred (adj.)
πενταπλασίως [LXX] fivefold-ly (adv.)
πενταπλόος -έα -ον (s.πενταπλοῦς) [LXX] fivefold (adj.)
πενταπλοῦς -ῆ -οῦν a.k.a. πενταπλόος [LXX] fivefold (adj.)
πέντε five (adj.)
πεντεκαίδεκα (s. δεκαπέντε) [LXX] fifteen (adj.)
πεντεκαιδέκατος -η -ον fifteenth (adj.)
πεντεκαιεικοσαετής -ές [LXX] of a twenty-five-year period (adj.)
πεντήκοντα fifty (adj.)
πεντηκοστή, -ῆς, ἡ Pentecost (n.)
πεντηκοστός -ή -όν fiftieth (adj.)