Π π
παρο-
πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
παα- παβ- παγ- παδ- παε- παζ- παη- παθ- παι- πακ- παλ- παμ- παν- παξ- παο- παπ- παρ- πας- πατ- παυ- παφ- παχ- παψ- παω-
παρα- παρβ- παργ- παρδ- παρε- παρζ- παρη- παρθ- παρι- παρκ- παρλ- παρμ- παρν- παρξ- παρο- παρπ- παρρ- παρς- παρτ- παρυ- παρφ- παρχ- παρψ- παρω-
Annotated entries are asterisked.
παροικέω to sojourn/dwell by (v.)
παροικία, -ας, ἡ sojourn (n.)
πάροικος -ον sojourner (adj.)
παροιμία, -ας, ἡ proverb (n.)
πάροινος -ον drunken (adj.)
παροίχομαι to gone by (v.)
παρομοιάζω to resemble (v.)
παρόμοιος (-α) -ον resembling (adj.)
παροξύνω to provoke (v.)
παροξυσμός, -οῦ, ὁ outburst (n.)
παροργίζω to provoke or anger. (v.)
παροργισμός, -οῦ, ὁ anger (n.)
παροτρύνω to incite (v.)
παρουσία, -ας, ἡ arrival (n.)
παροψίς, -ίδος, ἡ plate (n.)