Π π
πανο-
πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
παα- παβ- παγ- παδ- παε- παζ- παη- παθ- παι- πακ- παλ- παμ- παν- παξ- παο- παπ- παρ- πας- πατ- παυ- παφ- παχ- παψ- παω-
πανα- πανβ- πανγ- πανδ- πανε- πανζ- πανη- πανθ- πανι- πανκ- πανλ- πανμ- πανν- πανξ- πανο- πανπ- πανρ- πανς- παντ- πανυ- πανφ- πανχ- πανψ- πανω-
Annotated entries are asterisked.
πανοικί (s. -κεί) with household/family (adv.)
πανοπλία, -ας, ἡ panoply (n.)
πανουργία, -ας, ἡ sneakiness (n.)
πανοῦργος -ον sly (adj.)
πανουργότερος -α -ον [LXX] more sly (adj.)