Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Μ μ

μο-

μα- μβ- μγ- μδ- με- μζ- μη- μθ- μι- μκ- μλ- μμ- μν- μξ- μο- μπ- μρ- μς- μτ- μυ- μφ- μχ- μψ- μω-
μοα- μοβ- μογ- μοδ- μοε- μοζ- μοη- μοθ- μοι- μοκ- μολ- μομ- μον- μοξ- μοο- μοπ- μορ- μος- μοτ- μου- μοφ- μοχ- μοψ- μοω-

Annotated entries are asterisked.

μογγιλάλος -ον ??? (adj.)
μογιλάλος -ον speech-impaired (adj.)
μόγις with difficulty (adv.)
μόδιος, -ίου, ὁ peck (n.)
μοιχαλίς, -ίδος, ἡ adultress (n.)
μοιχάω to commit adultery (v.)
μοιχεία, -ας, ἡ adultery (n.)
μοιχεύω to commit adultery (v.)
μοιχός, -οῦ, ὁ adulterer (n.)
μόλις with difficulty (adv.)
Μολόχ, ὁ Moloch (n.) [Person]
μολύνω to defile (v.)
μολυσμός, -οῦ, ὁ defilement (n.)
μομφή, -ῆς, ἡ blame (n.)
μονή, -ῆς, ἡ place to stay (n.)
μονογενής -ές unique (adj.)
* μονόκερως, -ωτος, ὁ unicorn (n.)
μόνον only (adv.)
μόνος -η -ον sole (adj.)
μονόφθαλμος -ον one-eyed (adj.)
μονόω to leave all alone (v.)
μονώτατος -η -ον [LXX] single most (adj.)
μορφή, -ῆς, ἡ form (n.)
μορφόω to morph (v.)
μόρφωσις, -εως, ἡ embodiment (n.)
μοσχοποιέω to make a calf (v.)
μόσχος, -ου, ὁ calf/ox (n.)
μου, μοι, με (s. ἐγώ) I (pron.) [Pronoun]
μουσικός -ή -όν musical (adj.)
μόχθος, -ου, ὁ Toil, work (n.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 19-Aug-2022 13:10:57 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %