Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Χ χ

χα-

χα- χβ- χγ- χδ- χε- χζ- χη- χθ- χι- χκ- χλ- χμ- χν- χξ- χο- χπ- χρ- χς- χτ- χυ- χφ- χχ- χψ- χω-
χαα- χαβ- χαγ- χαδ- χαε- χαζ- χαη- χαθ- χαι- χακ- χαλ- χαμ- χαν- χαξ- χαο- χαπ- χαρ- χας- χατ- χαυ- χαφ- χαχ- χαψ- χαω-

Annotated entries are asterisked.

χαίρω to rejoice (v.)
χάλαζα, -ης, ἡ hail (n.)
χαλάω to lower/let loose (v.)
Χαλδαῖος, -ου, ὁ Chaldean (n.)
χαλεπός -ή -όν difficult (adj.)
χαλεπώτερος -α -ον [LXX] more difficult (adj.)
χαλιναγωγέω to bridle (v.)
χαλινός, -οῦ, ὁ bridle bit (n.)
χάλιξ, -ακος, ὁ [LXX] pebble (n.)
χάλκεος -έα -ον (s. χαλκοῦς) Staff (adj.)
χαλκεύς, -έως, ὁ blacksmith (n.)
χαλκηδών, -όνος, ὁ chalcedony (n.)
χαλκίον, -ου, τό piece of copper or bronze (n.)
χαλκολίβανον, -ου, τό or -νος, -ου, ὁ burnished brass (n.)
χαλκολίβανος, -ου, ὁ (s. -νον) burnished brass (n.)
χαλκός, -οῦ, ὁ copper or bronze (n.)
χαλκοῦς -ῆ -οῦν a.k.a. χάλκεος Staff (adj.)
χαμαί on the ground (adv.)
Χαναάν, ἡ Canaan (n.)
Χαναναῖος -α -ον Canaanite (adj.)
χαρά, -ᾶς, ἡ joy (n.)
χάραγμα, -ατος, τό stamp (n.)
χαρακτήρ, -ῆρος, ὁ imprint (n.)
χάραξ, -ακος, ὁ stake (n.)
χαρίεις χαρίεσσα χαρίεν [LXX] graceful (adj.)
χαρίζομαι to grant/give/favor (v.)
χάριν for the sake of (adv.)
* χάρις, -ιτος, ἡ favor/grace (n.)
* χάρισμα, -ατος, τό free gift (n.)
χαριτόω to favor (v.)
Χαρράν, ἡ Haran (n.) [Place]
χάρτης, -ου, ὁ papyrus (n.)
χάσμα, -ατος, τό separation/chasm/gulf/ (n.)
χαφ [LXX] kaph (Heb.) [Hebrew-Aramaic]

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 22-Sep-2021 10:23:49 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %