Α α
ανας-
αα- αβ- αγ- αδ- αε- αζ- αη- αθ- αι- ακ- αλ- αμ- αν- αξ- αο- απ- αρ- ας- ατ- αυ- αφ- αχ- αψ- αω-
ανα- ανβ- ανγ- ανδ- ανε- ανζ- ανη- ανθ- ανι- ανκ- ανλ- ανμ- ανν- ανξ- ανο- ανπ- ανρ- ανς- αντ- ανυ- ανφ- ανχ- ανψ- ανω-
αναα- αναβ- αναγ- αναδ- αναε- αναζ- αναη- αναθ- αναι- ανακ- αναλ- αναμ- αναν- αναξ- αναο- αναπ- αναρ- ανας- ανατ- αναυ- αναφ- αναχ- αναψ- αναω-
Annotated entries are asterisked.
ἀνασκευάζω to make-mess-of/discompose (v.)
ἀνασπάω to draw (v.)
ἀνάστασις, -εως, ἡ resurrection/rise,up (n.)
ἀναστατέω [EXTRA] to lure away (v.)
ἀναστατόω to upset (v.)
ἀνασταυρόω to crucify (v.)
ἀναστενάζω to anguish (v.)
ἀναστρέφω to go about/return (v.)
ἀναστροφή, -ῆς, ἡ habitual-conduct (n.)
ἀνασύρω [LXX] to pull up (v.)
ἀνασῴζω [LXX] to escape (v.)