Π π
παρ-
πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
παράβασις (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
παράδοξος (§xci. τέρας, σημεῖον, δύναμις, μεγαλεῖος, ἔνδοξος, παράδοξος, θαυμάσιος)
παρακοή (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
παρανομία (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
παράπτωμα (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
πάρεσις (§xxxiii. ἄφεσις, πάρεσις)
παροργισμός (§xxxvii. θυμός, ὀργή, παροργισμός)
παράδοξος (§xci. τέρας, σημεῖον, δύναμις, μεγαλεῖος, ἔνδοξος, παράδοξος, θαυμάσιος)
παρακοή (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
παρανομία (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
παράπτωμα (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
πάρεσις (§xxxiii. ἄφεσις, πάρεσις)
παροργισμός (§xxxvii. θυμός, ὀργή, παροργισμός)