Kata Biblon
Index of Trench's Synonyms of the New Testament

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Π π

πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-

πάθος (§lxxxvii. πάθος, ἐπιθυμία, ὁρμή, ὄρεξις)
παιδεία (§xxxii. παιδεία, νουθεσία)
παλαιός (§lxvii. ἀρχαῖος, παλαιός)
παλιγγενεσία (§xviii. παλιγγενεσία, ἀνακαίνωσις)
πανήγυρις (§i. ἐκκλησία, συναγωγή, πανήγυρις)
παράβασις (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
παράδοξος (§xci. τέρας, σημεῖον, δύναμις, μεγαλεῖος, ἔνδοξος, παράδοξος, θαυμάσιος)
παρακοή (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
παρανομία (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
παράπτωμα (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
πάρεσις (§xxxiii. ἄφεσις, πάρεσις)
παροργισμός (§xxxvii. θυμός, ὀργή, παροργισμός)
πειράζω (§lxxiv. δοκιμάζω, πειράζω)
πέλαγος (§xiii. θάλασσα, πέλαγος)
πένης (§xxxvi. πένης, πτωχός)
πενθέω (§lxv. λυπέομαι, πενθέω, θρηνέω, κόπτω)
πηγή (§cvii. 3. φρέαρ, πηγή)
πίστις (§cvii. 1. ἐλπίς, πίστις)
πλεονεξία (§xxiv. πλεονεξία, φιλαργυρία)
πλύνω (§xlv. πλύνω, νίπτω, λούω)
πνεῦμα (§lxxiii. πνοή, πνεῦμα, ἄνεμος, λαῖλαψ, θύελλα)
πνοή (§lxxiii. πνοή, πνεῦμα, ἄνεμος, λαῖλαψ, θύελλα)
ποδήρης (§l. ἱμάτιον, χιτών, ἱματισμός, χλαμύς, στολή, ποδήρης )
ποιέω (§xcvi. ποιέω, πράσσω)
ποιμαίνω (§xxv. βόσκω, ποιμαίνω)
πόλεμος (§lxxxvi. πόλεμος, μάχη)
πονηρός (§lxxxiv. κακός, πονηρός, φαῦλος)
πόνος (§cii. μόχθος, πόνος, κόπος)
πότος (§lxi. μέθη, πότος, οἰνοφλυγία, κῶμος, κραιπάλη)
πράσσω (§xcvi. ποιέω, πράσσω)
πραΰς (§cvii. 11. πραΰς, ἡσύχιος)
πραΰτης (§xliii. πραότης, ἐπιείκεια)
πραΰτης (§xlii. ταπεινοφροσύνη, πραότης)
πραΰτης (§cvii. 5. μακροθυμία, πραότης)
πρεσβύτης (§cvii. 2. πρεσβύτης, γέρων)
προσευχή (§li. εὐχή, προσευχή, δέησις, ἔντευξις, εὐχαριστία, αἴτημα, ἱκετηρία)
προφητεύω (§vi. προφητεύω, μαντεύομαι)
πτωχός (§xxxvi. πένης, πτωχός)

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 21-Aug-2019 05:20:33 EDT