ονειδιζω • ONEIDIZW • oneidizō

Search: ωνειδισαν

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ωνειδισανὀνειδίζωε·ονειδι·σαν1aor act ind 3rd pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ωνειδισανὀνειδίζωε·ονειδι·σαν1aor act ind 3rd pl

ὀνειδίζω (ονειδιζ-, ονειδι(ε)·[σ]-/ονειδι·σ-, ονειδι·σ-, -, -, ονειδισ·θ-)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stονειδιζωονειδιζ·ωονειδιζομαιονειδιζ·ομαι
2ndονειδιζειςονειδιζ·ειςονειδιζῃ, ονειδιζει[LXX], ονειδιζεσαιονειδιζ·ῃ, ονειδιζ·ει classical, ονειδιζ·εσαι alt
3rdονειδιζει[LXX]ονειδιζ·ειονειδιζεταιονειδιζ·εται
Pl1stονειδιζομενονειδιζ·ομενονειδιζομεθα[GNT]ονειδιζ·ομεθα
2ndονειδιζετεονειδιζ·ετεονειδιζεσθε[GNT]ονειδιζ·εσθε
3rdονειδιζουσιν, ονειδιζουσι[LXX]ονειδιζ·ουσι(ν), ονειδιζ·ουσι(ν)ονειδιζονταιονειδιζ·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stονειδιζωονειδιζ·ωονειδιζωμαιονειδιζ·ωμαι
2ndονειδιζῃςονειδιζ·ῃςονειδιζῃονειδιζ·ῃ
3rdονειδιζῃονειδιζ·ῃονειδιζηταιονειδιζ·ηται
Pl1stονειδιζωμενονειδιζ·ωμενονειδιζωμεθαονειδιζ·ωμεθα
2ndονειδιζητεονειδιζ·ητεονειδιζησθεονειδιζ·ησθε
3rdονειδιζωσιν, ονειδιζωσιονειδιζ·ωσι(ν)ονειδιζωνταιονειδιζ·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stονειδιζοιμιονειδιζ·οιμιονειδιζοιμηνονειδιζ·οιμην
2ndονειδιζοιςονειδιζ·οιςονειδιζοιοονειδιζ·οιο
3rdονειδιζοιονειδιζ·οιονειδιζοιτοονειδιζ·οιτο
Pl1stονειδιζοιμενονειδιζ·οιμενονειδιζοιμεθαονειδιζ·οιμεθα
2ndονειδιζοιτεονειδιζ·οιτεονειδιζοισθεονειδιζ·οισθε
3rdονειδιζοιεν, ονειδιζοισανονειδιζ·οιεν, ονειδιζ·οισαν altονειδιζοιντοονειδιζ·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndονειδιζε[LXX]ονειδιζ·εονειδιζουονειδιζ·ου
3rdονειδιζετωονειδιζ·ετωονειδιζεσθωονειδιζ·εσθω
Pl1st
2ndονειδιζετεονειδιζ·ετεονειδιζεσθε[GNT]ονειδιζ·εσθε
3rdονειδιζετωσαν, ονειδιζοντων[GNT][LXX]ονειδιζ·ετωσαν, ονειδιζ·οντων classicalονειδιζεσθωσαν, ονειδιζεσθωνονειδιζ·εσθωσαν, ονειδιζ·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ονειδιζειν[GNT][LXX]​ονειδιζ·εινονειδιζεσθαι​ονειδιζ·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocονειδιζουσαονειδιζονονειδιζ·ουσ·αονειδιζ·ο[υ]ν[τ]
Nomονειδιζων[LXX]ονειδιζ·ο[υ]ν[τ]·^
Accονειδιζουσαν[LXX]ονειδιζονταονειδιζ·ουσ·ανονειδιζ·ο[υ]ντ·α
Datονειδιζουσῃονειδιζοντιονειδιζ·ουσ·ῃονειδιζ·ο[υ]ντ·ι
Genονειδιζουσηςονειδιζοντος[GNT][LXX]ονειδιζ·ουσ·ηςονειδιζ·ο[υ]ντ·ος
PlVocονειδιζουσαιονειδιζοντεςονειδιζονταονειδιζ·ουσ·αιονειδιζ·ο[υ]ντ·εςονειδιζ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accονειδιζουσαςονειδιζονταςονειδιζ·ουσ·αςονειδιζ·ο[υ]ντ·ας
Datονειδιζουσαιςονειδιζουσι[LXX], ονειδιζουσινονειδιζ·ουσ·αιςονειδιζ·ου[ντ]·σι(ν), ονειδιζ·ου[ντ]·σι(ν)
Genονειδιζουσωνονειδιζοντων[GNT][LXX]ονειδιζ·ουσ·ωνονειδιζ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocονειδιζομενηονειδιζομενεονειδιζ·ομεν·ηονειδιζ·ομεν·ε
Nomονειδιζομενος[LXX]ονειδιζ·ομεν·ος
Accονειδιζομενηνονειδιζομενονονειδιζ·ομεν·ηνονειδιζ·ομεν·ον
Datονειδιζομενῃονειδιζομενῳονειδιζ·ομεν·ῃονειδιζ·ομεν·ῳ
Genονειδιζομενηςονειδιζομενουονειδιζ·ομεν·ηςονειδιζ·ομεν·ου
PlVocονειδιζομεναιονειδιζομενοιονειδιζομεναονειδιζ·ομεν·αιονειδιζ·ομεν·οιονειδιζ·ομεν·α
Nom
Accονειδιζομεναςονειδιζομενουςονειδιζ·ομεν·αςονειδιζ·ομεν·ους
Datονειδιζομεναιςονειδιζομενοιςονειδιζ·ομεν·αιςονειδιζ·ομεν·οις
Genονειδιζομενωνονειδιζομενωνονειδιζ·ομεν·ωνονειδιζ·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stωνειδιζον[GNT][LXX]ε·ονειδιζ·ονωνειδιζομηνε·ονειδιζ·ομην
2ndωνειδιζεςε·ονειδιζ·εςωνειδιζουε·ονειδιζ·ου
3rdωνειδιζεν, ωνειδιζεε·ονειδιζ·ε(ν)ωνειδιζετοε·ονειδιζ·ετο
Pl1stωνειδιζομενε·ονειδιζ·ομενωνειδιζομεθαε·ονειδιζ·ομεθα
2ndωνειδιζετεε·ονειδιζ·ετεωνειδιζεσθεε·ονειδιζ·εσθε
3rdωνειδιζον[GNT][LXX], ωνειδιζοσανε·ονειδιζ·ον, ε·ονειδιζ·οσαν altωνειδιζοντοε·ονειδιζ·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stονειδιω, ονειδισωονειδι(ε)·[σ]ω, ονειδι·σωονειδιουμαι, ονειδισομαιονειδι(ε)·[σ]ομαι, ονειδι·σομαι
2ndονειδιεις, ονειδισειςονειδι(ε)·[σ]εις, ονειδι·σειςονειδιῃ, ονειδιει[LXX], ονειδιεισαι, ονειδισῃ[LXX], ονειδισει[LXX], ονειδισεσαιονειδι(ε)·[σ]ῃ, ονειδι(ε)·[σ]ει classical, ονειδι(ε)·[σ]εσαι alt, ονειδι·σῃ, ονειδι·σει classical, ονειδι·σεσαι alt
3rdονειδιει[LXX], ονειδισει[LXX]ονειδι(ε)·[σ]ει, ονειδι·σειονειδιειται, ονειδισεταιονειδι(ε)·[σ]εται, ονειδι·σεται
Pl1stονειδιουμεν, ονειδισομενονειδι(ε)·[σ]ομεν, ονειδι·σομενονειδιουμεθα, ονειδισομεθαονειδι(ε)·[σ]ομεθα, ονειδι·σομεθα
2ndονειδιειτε, ονειδισετεονειδι(ε)·[σ]ετε, ονειδι·σετεονειδιεισθε, ονειδισεσθεονειδι(ε)·[σ]εσθε, ονειδι·σεσθε
3rdονειδιουσιν, ονειδιουσι, ονειδισουσιν, ονειδισουσιονειδι(ε)·[σ]ουσι(ν), ονειδι·σουσι(ν)ονειδιουνται, ονειδισονταιονειδι(ε)·[σ]ονται, ονειδι·σονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stονειδιοιμι, ονειδισοιμιονειδι(ε)·[σ]οιμι, ονειδι·σοιμιονειδιοιμην, ονειδισοιμηνονειδι(ε)·[σ]οιμην, ονειδι·σοιμην
2ndονειδιοις, ονειδισοιςονειδι(ε)·[σ]οις, ονειδι·σοιςονειδιοιο, ονειδισοιοονειδι(ε)·[σ]οιο, ονειδι·σοιο
3rdονειδιοι, ονειδισοιονειδι(ε)·[σ]οι, ονειδι·σοιονειδιοιτο, ονειδισοιτοονειδι(ε)·[σ]οιτο, ονειδι·σοιτο
Pl1stονειδιοιμεν, ονειδισοιμενονειδι(ε)·[σ]οιμεν, ονειδι·σοιμενονειδιοιμεθα, ονειδισοιμεθαονειδι(ε)·[σ]οιμεθα, ονειδι·σοιμεθα
2ndονειδιοιτε, ονειδισοιτεονειδι(ε)·[σ]οιτε, ονειδι·σοιτεονειδιοισθε, ονειδισοισθεονειδι(ε)·[σ]οισθε, ονειδι·σοισθε
3rdονειδιοιεν, ονειδισοιενονειδι(ε)·[σ]οιεν, ονειδι·σοιενονειδιοιντο, ονειδισοιντοονειδι(ε)·[σ]οιντο, ονειδι·σοιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ονειδιειν, ονειδισειν​ονειδι(ε)·[σ]ειν, ονειδι·σειν​ονειδιεισθαι, ονειδισεσθαι​ονειδι(ε)·[σ]εσθαι, ονειδι·σεσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocονειδιουσα, ονειδισουσαονειδιουν, ονειδισονονειδι(ε)·[σ]ουσ·α, ονειδι·σουσ·αονειδι(ε)·[σ]ο[υ]ν[τ], ονειδι·σο[υ]ν[τ]
Nomονειδιων, ονειδισωνονειδι(ε)·[σ]ο[υ]ν[τ]·^, ονειδι·σο[υ]ν[τ]·^
Accονειδιουσαν, ονειδισουσανονειδιουντα, ονειδισονταονειδι(ε)·[σ]ουσ·αν, ονειδι·σουσ·ανονειδι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·α, ονειδι·σο[υ]ντ·α
Datονειδιουσῃ, ονειδισουσῃονειδιουντι, ονειδισοντιονειδι(ε)·[σ]ουσ·ῃ, ονειδι·σουσ·ῃονειδι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·ι, ονειδι·σο[υ]ντ·ι
Genονειδιουσης, ονειδισουσηςονειδιουντος, ονειδισοντοςονειδι(ε)·[σ]ουσ·ης, ονειδι·σουσ·ηςονειδι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·ος, ονειδι·σο[υ]ντ·ος
PlVocονειδιουσαι, ονειδισουσαιονειδιουντες, ονειδισοντεςονειδιουντα, ονειδισονταονειδι(ε)·[σ]ουσ·αι, ονειδι·σουσ·αιονειδι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·ες, ονειδι·σο[υ]ντ·εςονειδι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·α, ονειδι·σο[υ]ντ·α
Nom
Accονειδιουσας, ονειδισουσαςονειδιουντας, ονειδισονταςονειδι(ε)·[σ]ουσ·ας, ονειδι·σουσ·αςονειδι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·ας, ονειδι·σο[υ]ντ·ας
Datονειδιουσαις, ονειδισουσαιςονειδιουσι, ονειδιουσιν, ονειδισουσι, ονειδισουσινονειδι(ε)·[σ]ουσ·αις, ονειδι·σουσ·αιςονειδι(ε)·[σ]ου[ντ]·σι(ν), ονειδι·σου[ντ]·σι(ν)
Genονειδιουσων, ονειδισουσωνονειδιουντων, ονειδισοντωνονειδι(ε)·[σ]ουσ·ων, ονειδι·σουσ·ωνονειδι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·ων, ονειδι·σο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocονειδιουμενη, ονειδισομενηονειδιουμενε, ονειδισομενεονειδι(ε)·[σ]ομεν·η, ονειδι·σομεν·ηονειδι(ε)·[σ]ομεν·ε, ονειδι·σομεν·ε
Nomονειδιουμενος, ονειδισομενοςονειδι(ε)·[σ]ομεν·ος, ονειδι·σομεν·ος
Accονειδιουμενην, ονειδισομενηνονειδιουμενον, ονειδισομενονονειδι(ε)·[σ]ομεν·ην, ονειδι·σομεν·ηνονειδι(ε)·[σ]ομεν·ον, ονειδι·σομεν·ον
Datονειδιουμενῃ, ονειδισομενῃονειδιουμενῳ, ονειδισομενῳονειδι(ε)·[σ]ομεν·ῃ, ονειδι·σομεν·ῃονειδι(ε)·[σ]ομεν·ῳ, ονειδι·σομεν·ῳ
Genονειδιουμενης, ονειδισομενηςονειδιουμενου, ονειδισομενουονειδι(ε)·[σ]ομεν·ης, ονειδι·σομεν·ηςονειδι(ε)·[σ]ομεν·ου, ονειδι·σομεν·ου
PlVocονειδιουμεναι, ονειδισομεναιονειδιουμενοι, ονειδισομενοιονειδιουμενα, ονειδισομεναονειδι(ε)·[σ]ομεν·αι, ονειδι·σομεν·αιονειδι(ε)·[σ]ομεν·οι, ονειδι·σομεν·οιονειδι(ε)·[σ]ομεν·α, ονειδι·σομεν·α
Nom
Accονειδιουμενας, ονειδισομεναςονειδιουμενους, ονειδισομενουςονειδι(ε)·[σ]ομεν·ας, ονειδι·σομεν·αςονειδι(ε)·[σ]ομεν·ους, ονειδι·σομεν·ους
Datονειδιουμεναις, ονειδισομεναιςονειδιουμενοις, ονειδισομενοιςονειδι(ε)·[σ]ομεν·αις, ονειδι·σομεν·αιςονειδι(ε)·[σ]ομεν·οις, ονειδι·σομεν·οις
Genονειδιουμενων, ονειδισομενωνονειδιουμενων, ονειδισομενωνονειδι(ε)·[σ]ομεν·ων, ονειδι·σομεν·ωνονειδι(ε)·[σ]ομεν·ων, ονειδι·σομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stωνειδισα[LXX]ε·ονειδι·σαωνειδισαμηνε·ονειδι·σαμην
2ndωνειδισας[LXX]ε·ονειδι·σαςωνειδισωε·ονειδι·σω
3rdωνειδισεν[GNT][LXX], ωνειδισεε·ονειδι·σε(ν), ε·ονειδι·σε(ν)ωνειδισατοε·ονειδι·σατο
Pl1stωνειδισαμενε·ονειδι·σαμενωνειδισαμεθαε·ονειδι·σαμεθα
2ndωνειδισατε[LXX]ε·ονειδι·σατεωνειδισασθεε·ονειδι·σασθε
3rdωνειδισαν[LXX]ε·ονειδι·σανωνειδισαντοε·ονειδι·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stονειδισωονειδι·σωονειδισωμαιονειδι·σωμαι
2ndονειδισῃςονειδι·σῃςονειδισῃ[LXX]ονειδι·σῃ
3rdονειδισῃ[LXX]ονειδι·σῃονειδισηταιονειδι·σηται
Pl1stονειδισωμενονειδι·σωμενονειδισωμεθαονειδι·σωμεθα
2ndονειδισητεονειδι·σητεονειδισησθεονειδι·σησθε
3rdονειδισωσιν[GNT][LXX], ονειδισωσιονειδι·σωσι(ν), ονειδι·σωσι(ν)ονειδισωνταιονειδι·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stονειδισαιμιονειδι·σαιμιονειδισαιμηνονειδι·σαιμην
2ndονειδισαις, ονειδισειαςονειδι·σαις, ονειδι·σειας classicalονειδισαιοονειδι·σαιο
3rdονειδισαι[LXX], ονειδισειεονειδι·σαι, ονειδι·σειε classicalονειδισαιτοονειδι·σαιτο
Pl1stονειδισαιμενονειδι·σαιμενονειδισαιμεθαονειδι·σαιμεθα
2ndονειδισαιτεονειδι·σαιτεονειδισαισθεονειδι·σαισθε
3rdονειδισαιεν, ονειδισαισαν, ονειδισειαν, ονειδισειενονειδι·σαιεν, ονειδι·σαισαν alt, ονειδι·σειαν classical, ονειδι·σειεν classicalονειδισαιντοονειδι·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndονειδισονονειδι·σονονειδισαι[LXX]ονειδι·σαι
3rdονειδισατωονειδι·σατωονειδισασθωονειδι·σασθω
Pl1st
2ndονειδισατεονειδι·σατεονειδισασθεονειδι·σασθε
3rdονειδισατωσαν, ονειδισαντωνονειδι·σατωσαν, ονειδι·σαντων classicalονειδισασθωσαν, ονειδισασθωνονειδι·σασθωσαν, ονειδι·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ονειδισαι[LXX]​ονειδι·σαιονειδισασθαι​ονειδι·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocονειδισασαονειδισας[LXX]ονειδισανονειδι·σασ·αονειδι·σα[ντ]·ςονειδι·σαν[τ]
Nom
Accονειδισασανονειδισανταονειδι·σασ·ανονειδι·σαντ·α
Datονειδισασῃονειδισαντιονειδι·σασ·ῃονειδι·σαντ·ι
Genονειδισασηςονειδισαντοςονειδι·σασ·ηςονειδι·σαντ·ος
PlVocονειδισασαιονειδισαντεςονειδισανταονειδι·σασ·αιονειδι·σαντ·εςονειδι·σαντ·α
Nom
Accονειδισασαςονειδισανταςονειδι·σασ·αςονειδι·σαντ·ας
Datονειδισασαιςονειδισασι, ονειδισασινονειδι·σασ·αιςονειδι·σα[ντ]·σι(ν)
Genονειδισασωνονειδισαντωνονειδι·σασ·ωνονειδι·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocονειδισαμενηονειδισαμενεονειδι·σαμεν·ηονειδι·σαμεν·ε
Nomονειδισαμενοςονειδι·σαμεν·ος
Accονειδισαμενηνονειδισαμενονονειδι·σαμεν·ηνονειδι·σαμεν·ον
Datονειδισαμενῃονειδισαμενῳονειδι·σαμεν·ῃονειδι·σαμεν·ῳ
Genονειδισαμενηςονειδισαμενουονειδι·σαμεν·ηςονειδι·σαμεν·ου
PlVocονειδισαμεναιονειδισαμενοιονειδισαμεναονειδι·σαμεν·αιονειδι·σαμεν·οιονειδι·σαμεν·α
Nom
Accονειδισαμεναςονειδισαμενουςονειδι·σαμεν·αςονειδι·σαμεν·ους
Datονειδισαμεναιςονειδισαμενοιςονειδι·σαμεν·αιςονειδι·σαμεν·οις
Genονειδισαμενωνονειδισαμενωνονειδι·σαμεν·ωνονειδι·σαμεν·ων

6th Principal Part (θη-Aorist and θη-Future) [hide]

θη-Aorist Indicative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stωνειδισθηνε·ονειδισ·θην
2ndωνειδισθης[LXX]ε·ονειδισ·θης
3rdωνειδισθη[LXX]ε·ονειδισ·θη
Pl1stωνειδισθημενε·ονειδισ·θημεν
2ndωνειδισθητεε·ονειδισ·θητε
3rdωνειδισθησανε·ονειδισ·θησαν

θη-Future Indicative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stονειδισθησομαιονειδισ·θησομαι
2ndονειδισθησῃ, ονειδισθησειονειδισ·θησῃ, ονειδισ·θησει classical
3rdονειδισθησεταιονειδισ·θησεται
Pl1stονειδισθησομεθαονειδισ·θησομεθα
2ndονειδισθησεσθεονειδισ·θησεσθε
3rdονειδισθησονται[LXX]ονειδισ·θησονται

θη-Aorist Subjunctive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stονειδισθωονειδισ·θω
2ndονειδισθῃςονειδισ·θῃς
3rdονειδισθῃονειδισ·θῃ
Pl1stονειδισθωμενονειδισ·θωμεν
2ndονειδισθητεονειδισ·θητε
3rdονειδισθωσιν, ονειδισθωσιονειδισ·θωσι(ν)

θη-Aorist Optative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stονειδισθειηνονειδισ·θειην
2ndονειδισθειηςονειδισ·θειης
3rdονειδισθειηονειδισ·θειη
Pl1stονειδισθειημεν, ονειδισθειμενονειδισ·θειημεν, ονειδισ·θειμεν classical
2ndονειδισθειητε, ονειδισθειτεονειδισ·θειητε, ονειδισ·θειτε classical
3rdονειδισθειησαν, ονειδισθειενονειδισ·θειησαν, ονειδισ·θειεν classical

θη-Future Optative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stονειδισθησοιμηνονειδισ·θησοιμην
2ndονειδισθησοιοονειδισ·θησοιο
3rdονειδισθησοιτοονειδισ·θησοιτο
Pl1stονειδισθησοιμεθαονειδισ·θησοιμεθα
2ndονειδισθησοισθεονειδισ·θησοισθε
3rdονειδισθησοιντοονειδισ·θησοιντο

θη-Aorist Imperative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1st
2ndονειδισθητιονειδισ·θητι
3rdονειδισθητωονειδισ·θητω
Pl1st
2ndονειδισθητεονειδισ·θητε
3rdονειδισθητωσαν, ονειδισθεντωνονειδισ·θητωσαν, ονειδισ·θεντων classical

θη-Aorist Infinitive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
ονειδισθηναι[LXX]​ονειδισ·θηναι

θη-Future Infinitive [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
ονειδισθησεσθαι​ονειδισ·θησεσθαι​

θη-Aorist Participle [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocονειδισθεισαονειδισθειςονειδισθενονειδισ·θεισ·αονειδισ·θει[ντ]·ςονειδισ·θε[ι]ν[τ]
Nom
Accονειδισθεισανονειδισθενταονειδισ·θεισ·ανονειδισ·θε[ι]ντ·α
Datονειδισθεισῃονειδισθεντιονειδισ·θεισ·ῃονειδισ·θε[ι]ντ·ι
Genονειδισθεισηςονειδισθεντοςονειδισ·θεισ·ηςονειδισ·θε[ι]ντ·ος
PlVocονειδισθεισαιονειδισθεντεςονειδισθενταονειδισ·θεισ·αιονειδισ·θε[ι]ντ·εςονειδισ·θε[ι]ντ·α
Nom
Accονειδισθεισαςονειδισθενταςονειδισ·θεισ·αςονειδισ·θε[ι]ντ·ας
Datονειδισθεισαιςονειδισθεισι, ονειδισθεισινονειδισ·θεισ·αιςονειδισ·θει[ντ]·σι(ν)
Genονειδισθεισωνονειδισθεντωνονειδισ·θεισ·ωνονειδισ·θε[ι]ντ·ος

θη-Future Participle [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocονειδισθησομενηονειδισθησομενεονειδισ·θησομεν·ηονειδισ·θησομεν·ε
Nomονειδισθησομενοςονειδισ·θησομεν·ος
Accονειδισθησομενηνονειδισθησομενονονειδισ·θησομεν·ηνονειδισ·θησομεν·ον
Datονειδισθησομενῃονειδισθησομενῳονειδισ·θησομεν·ῃονειδισ·θησομεν·ῳ
Genονειδισθησομενηςονειδισθησομενουονειδισ·θησομεν·ηςονειδισ·θησομεν·ου
PlVocονειδισθησομεναιονειδισθησομενοιονειδισθησομεναονειδισ·θησομεν·αιονειδισ·θησομεν·οιονειδισ·θησομεν·α
Nom
Accονειδισθησομεναςονειδισθησομενουςονειδισ·θησομεν·αςονειδισ·θησομεν·ους
Datονειδισθησομεναιςονειδισθησομενοιςονειδισ·θησομεν·αιςονειδισ·θησομεν·οις
Genονειδισθησομενωνονειδισθησομενωνονειδισ·θησομεν·ωνονειδισ·θησομεν·ου

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 21-Nov-2019 06:32:22 EST