ονειδισμος • ONEIDISMOS • oneidismos

Search: ονειδισμον

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ονειδισμονὀνειδισμόςονειδισμ·ον(mas) acc sg

ὀνειδισμός, -οῦ, ὁ

Noun (Mas. 2nd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2nd Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocονειδισμεονειδισμ·ε
Nomονειδισμος[LXX]ονειδισμ·ος
Accονειδισμον[GNT][LXX]ονειδισμ·ον
Datονειδισμῳ[LXX]ονειδισμ·ῳ
Genονειδισμου[LXX]ονειδισμ·ου
PlVocονειδισμοι[GNT][LXX]ονειδισμ·οι
Nom
Accονειδισμους[LXX]ονειδισμ·ους
Datονειδισμοις[GNT]ονειδισμ·οις
Genονειδισμων[LXX]ονειδισμ·ων

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 06-May-2021 09:33:50 EDT