ησυχαζω • hHSUCAZW hHSUXAZW • hēsuchazō

Search: ησυχαζουσιν

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ησυχαζουσιν; ησυχαζουσιν; ησυχαζουσινἡσυχάζωησυχαζ·ουσι(ν); ησυχαζ·ου[ντ]·σι(ν); ησυχαζ·ου[ντ]·σι(ν)pres act ind 3rd pl; pres act ptcp mas dat pl; pres act ptcp neu dat pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ησυχαζουσινἡσυχάζωησυχαζ·ουσι(ν)pres act ind 3rd pl
ησυχαζουσινἡσυχάζωησυχαζ·ου[ντ]·σι(ν)pres act ptcp mas dat pl
ησυχαζουσινἡσυχάζωησυχαζ·ου[ντ]·σι(ν)pres act ptcp neu dat pl

ἡσυχάζω (ησυχαζ-, ησυχα·σ-, ησυχα·σ-, -, -, -)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stησυχαζωησυχαζ·ωησυχαζομαιησυχαζ·ομαι
2ndησυχαζειςησυχαζ·ειςησυχαζῃ, ησυχαζει[LXX], ησυχαζεσαιησυχαζ·ῃ, ησυχαζ·ει classical, ησυχαζ·εσαι alt
3rdησυχαζει[LXX]ησυχαζ·ειησυχαζεται[LXX]ησυχαζ·εται
Pl1stησυχαζομενησυχαζ·ομενησυχαζομεθαησυχαζ·ομεθα
2ndησυχαζετε[LXX]ησυχαζ·ετεησυχαζεσθεησυχαζ·εσθε
3rdησυχαζουσιν[LXX], ησυχαζουσιησυχαζ·ουσι(ν), ησυχαζ·ουσι(ν)ησυχαζονταιησυχαζ·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stησυχαζωησυχαζ·ωησυχαζωμαιησυχαζ·ωμαι
2ndησυχαζῃςησυχαζ·ῃςησυχαζῃησυχαζ·ῃ
3rdησυχαζῃησυχαζ·ῃησυχαζηταιησυχαζ·ηται
Pl1stησυχαζωμενησυχαζ·ωμενησυχαζωμεθαησυχαζ·ωμεθα
2ndησυχαζητεησυχαζ·ητεησυχαζησθεησυχαζ·ησθε
3rdησυχαζωσιν, ησυχαζωσιησυχαζ·ωσι(ν)ησυχαζωνταιησυχαζ·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stησυχαζοιμιησυχαζ·οιμιησυχαζοιμηνησυχαζ·οιμην
2ndησυχαζοιςησυχαζ·οιςησυχαζοιοησυχαζ·οιο
3rdησυχαζοιησυχαζ·οιησυχαζοιτοησυχαζ·οιτο
Pl1stησυχαζοιμενησυχαζ·οιμενησυχαζοιμεθαησυχαζ·οιμεθα
2ndησυχαζοιτεησυχαζ·οιτεησυχαζοισθεησυχαζ·οισθε
3rdησυχαζοιεν, ησυχαζοισανησυχαζ·οιεν, ησυχαζ·οισαν altησυχαζοιντοησυχαζ·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndησυχαζεησυχαζ·εησυχαζουησυχαζ·ου
3rdησυχαζετωησυχαζ·ετωησυχαζεσθωησυχαζ·εσθω
Pl1st
2ndησυχαζετε[LXX]ησυχαζ·ετεησυχαζεσθεησυχαζ·εσθε
3rdησυχαζετωσαν, ησυχαζοντωνησυχαζ·ετωσαν, ησυχαζ·οντων classicalησυχαζεσθωσαν, ησυχαζεσθωνησυχαζ·εσθωσαν, ησυχαζ·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ησυχαζειν[GNT]​ησυχαζ·εινησυχαζεσθαι​ησυχαζ·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocησυχαζουσα[LXX]ησυχαζονησυχαζ·ουσ·αησυχαζ·ο[υ]ν[τ]
Nomησυχαζωνησυχαζ·ο[υ]ν[τ]·^
Accησυχαζουσανησυχαζοντα[LXX]ησυχαζ·ουσ·ανησυχαζ·ο[υ]ντ·α
Datησυχαζουσῃησυχαζοντιησυχαζ·ουσ·ῃησυχαζ·ο[υ]ντ·ι
Genησυχαζουσηςησυχαζοντοςησυχαζ·ουσ·ηςησυχαζ·ο[υ]ντ·ος
PlVocησυχαζουσαιησυχαζοντεςησυχαζοντα[LXX]ησυχαζ·ουσ·αιησυχαζ·ο[υ]ντ·εςησυχαζ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accησυχαζουσαςησυχαζοντας[LXX]ησυχαζ·ουσ·αςησυχαζ·ο[υ]ντ·ας
Datησυχαζουσαιςησυχαζουσι, ησυχαζουσιν[LXX]ησυχαζ·ουσ·αιςησυχαζ·ου[ντ]·σι(ν), ησυχαζ·ου[ντ]·σι(ν)
Genησυχαζουσωνησυχαζοντωνησυχαζ·ουσ·ωνησυχαζ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocησυχαζομενηησυχαζομενεησυχαζ·ομεν·ηησυχαζ·ομεν·ε
Nomησυχαζομενοςησυχαζ·ομεν·ος
Accησυχαζομενηνησυχαζομενονησυχαζ·ομεν·ηνησυχαζ·ομεν·ον
Datησυχαζομενῃησυχαζομενῳησυχαζ·ομεν·ῃησυχαζ·ομεν·ῳ
Genησυχαζομενηςησυχαζομενουησυχαζ·ομεν·ηςησυχαζ·ομεν·ου
PlVocησυχαζομεναιησυχαζομενοιησυχαζομεναησυχαζ·ομεν·αιησυχαζ·ομεν·οιησυχαζ·ομεν·α
Nom
Accησυχαζομεναςησυχαζομενουςησυχαζ·ομεν·αςησυχαζ·ομεν·ους
Datησυχαζομεναιςησυχαζομενοιςησυχαζ·ομεν·αιςησυχαζ·ομεν·οις
Genησυχαζομενωνησυχαζομενωνησυχαζ·ομεν·ωνησυχαζ·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stησυχαζονε·ησυχαζ·ονησυχαζομηνε·ησυχαζ·ομην
2ndησυχαζεςε·ησυχαζ·εςησυχαζουε·ησυχαζ·ου
3rdησυχαζεν, ησυχαζεε·ησυχαζ·ε(ν)ησυχαζετοε·ησυχαζ·ετο
Pl1stησυχαζομενε·ησυχαζ·ομενησυχαζομεθαε·ησυχαζ·ομεθα
2ndησυχαζετε[LXX]ε·ησυχαζ·ετεησυχαζεσθεε·ησυχαζ·εσθε
3rdησυχαζον, ησυχαζοσανε·ησυχαζ·ον, ε·ησυχαζ·οσαν altησυχαζοντοε·ησυχαζ·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stησυχασωησυχα·σωησυχασομαιησυχα·σομαι
2ndησυχασεις[LXX]ησυχα·σειςησυχασῃ[LXX], ησυχασει[LXX], ησυχασεσαιησυχα·σῃ, ησυχα·σει classical, ησυχα·σεσαι alt
3rdησυχασει[LXX]ησυχα·σειησυχασεταιησυχα·σεται
Pl1stησυχασομενησυχα·σομενησυχασομεθαησυχα·σομεθα
2ndησυχασετεησυχα·σετεησυχασεσθεησυχα·σεσθε
3rdησυχασουσιν, ησυχασουσιησυχα·σουσι(ν)ησυχασονταιησυχα·σονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stησυχασοιμιησυχα·σοιμιησυχασοιμηνησυχα·σοιμην
2ndησυχασοιςησυχα·σοιςησυχασοιοησυχα·σοιο
3rdησυχασοιησυχα·σοιησυχασοιτοησυχα·σοιτο
Pl1stησυχασοιμενησυχα·σοιμενησυχασοιμεθαησυχα·σοιμεθα
2ndησυχασοιτεησυχα·σοιτεησυχασοισθεησυχα·σοισθε
3rdησυχασοιενησυχα·σοιενησυχασοιντοησυχα·σοιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ησυχασειν​ησυχα·σειν​ησυχασεσθαι​ησυχα·σεσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocησυχασουσαησυχασον[LXX]ησυχα·σουσ·αησυχα·σο[υ]ν[τ]
Nomησυχασωνησυχα·σο[υ]ν[τ]·^
Accησυχασουσανησυχασονταησυχα·σουσ·ανησυχα·σο[υ]ντ·α
Datησυχασουσῃησυχασοντιησυχα·σουσ·ῃησυχα·σο[υ]ντ·ι
Genησυχασουσηςησυχασοντοςησυχα·σουσ·ηςησυχα·σο[υ]ντ·ος
PlVocησυχασουσαιησυχασοντεςησυχασονταησυχα·σουσ·αιησυχα·σο[υ]ντ·εςησυχα·σο[υ]ντ·α
Nom
Accησυχασουσαςησυχασονταςησυχα·σουσ·αςησυχα·σο[υ]ντ·ας
Datησυχασουσαιςησυχασουσι, ησυχασουσινησυχα·σουσ·αιςησυχα·σου[ντ]·σι(ν)
Genησυχασουσωνησυχασοντωνησυχα·σουσ·ωνησυχα·σο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocησυχασομενηησυχασομενεησυχα·σομεν·ηησυχα·σομεν·ε
Nomησυχασομενοςησυχα·σομεν·ος
Accησυχασομενηνησυχασομενονησυχα·σομεν·ηνησυχα·σομεν·ον
Datησυχασομενῃησυχασομενῳησυχα·σομεν·ῃησυχα·σομεν·ῳ
Genησυχασομενηςησυχασομενουησυχα·σομεν·ηςησυχα·σομεν·ου
PlVocησυχασομεναιησυχασομενοιησυχασομεναησυχα·σομεν·αιησυχα·σομεν·οιησυχα·σομεν·α
Nom
Accησυχασομεναςησυχασομενουςησυχα·σομεν·αςησυχα·σομεν·ους
Datησυχασομεναιςησυχασομενοιςησυχα·σομεν·αιςησυχα·σομεν·οις
Genησυχασομενωνησυχασομενωνησυχα·σομεν·ωνησυχα·σομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stησυχασα[LXX]ε·ησυχα·σαησυχασαμηνε·ησυχα·σαμην
2ndησυχασαςε·ησυχα·σαςησυχασωε·ησυχα·σω
3rdησυχασεν[LXX], ησυχασεε·ησυχα·σε(ν), ε·ησυχα·σε(ν)ησυχασατοε·ησυχα·σατο
Pl1stησυχασαμεν[GNT]ε·ησυχα·σαμενησυχασαμεθαε·ησυχα·σαμεθα
2ndησυχασατεε·ησυχα·σατεησυχασασθεε·ησυχα·σασθε
3rdησυχασαν[GNT][LXX]ε·ησυχα·σανησυχασαντοε·ησυχα·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stησυχασωησυχα·σωησυχασωμαιησυχα·σωμαι
2ndησυχασῃςησυχα·σῃςησυχασῃ[LXX]ησυχα·σῃ
3rdησυχασῃ[LXX]ησυχα·σῃησυχασηταιησυχα·σηται
Pl1stησυχασωμενησυχα·σωμενησυχασωμεθαησυχα·σωμεθα
2ndησυχασητεησυχα·σητεησυχασησθεησυχα·σησθε
3rdησυχασωσιν, ησυχασωσιησυχα·σωσι(ν)ησυχασωνταιησυχα·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stησυχασαιμιησυχα·σαιμιησυχασαιμηνησυχα·σαιμην
2ndησυχασαις, ησυχασειαςησυχα·σαις, ησυχα·σειας classicalησυχασαιοησυχα·σαιο
3rdησυχασαι[LXX], ησυχασειεησυχα·σαι, ησυχα·σειε classicalησυχασαιτοησυχα·σαιτο
Pl1stησυχασαιμενησυχα·σαιμενησυχασαιμεθαησυχα·σαιμεθα
2ndησυχασαιτεησυχα·σαιτεησυχασαισθεησυχα·σαισθε
3rdησυχασαιεν, ησυχασαισαν, ησυχασειαν, ησυχασειενησυχα·σαιεν, ησυχα·σαισαν alt, ησυχα·σειαν classical, ησυχα·σειεν classicalησυχασαιντοησυχα·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndησυχασον[LXX]ησυχα·σονησυχασαι[LXX]ησυχα·σαι
3rdησυχασατωησυχα·σατωησυχασασθωησυχα·σασθω
Pl1st
2ndησυχασατεησυχα·σατεησυχασασθεησυχα·σασθε
3rdησυχασατωσαν, ησυχασαντωνησυχα·σατωσαν, ησυχα·σαντων classicalησυχασασθωσαν, ησυχασασθωνησυχα·σασθωσαν, ησυχα·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ησυχασαι[LXX]​ησυχα·σαιησυχασασθαι​ησυχα·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocησυχασασαησυχασαςησυχασαν[GNT][LXX]ησυχα·σασ·αησυχα·σα[ντ]·ςησυχα·σαν[τ]
Nom
Accησυχασασανησυχασανταησυχα·σασ·ανησυχα·σαντ·α
Datησυχασασῃησυχασαντιησυχα·σασ·ῃησυχα·σαντ·ι
Genησυχασασηςησυχασαντοςησυχα·σασ·ηςησυχα·σαντ·ος
PlVocησυχασασαιησυχασαντεςησυχασανταησυχα·σασ·αιησυχα·σαντ·εςησυχα·σαντ·α
Nom
Accησυχασασαςησυχασανταςησυχα·σασ·αςησυχα·σαντ·ας
Datησυχασασαιςησυχασασι, ησυχασασινησυχα·σασ·αιςησυχα·σα[ντ]·σι(ν)
Genησυχασασωνησυχασαντωνησυχα·σασ·ωνησυχα·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocησυχασαμενηησυχασαμενεησυχα·σαμεν·ηησυχα·σαμεν·ε
Nomησυχασαμενοςησυχα·σαμεν·ος
Accησυχασαμενηνησυχασαμενονησυχα·σαμεν·ηνησυχα·σαμεν·ον
Datησυχασαμενῃησυχασαμενῳησυχα·σαμεν·ῃησυχα·σαμεν·ῳ
Genησυχασαμενηςησυχασαμενουησυχα·σαμεν·ηςησυχα·σαμεν·ου
PlVocησυχασαμεναιησυχασαμενοιησυχασαμεναησυχα·σαμεν·αιησυχα·σαμεν·οιησυχα·σαμεν·α
Nom
Accησυχασαμεναςησυχασαμενουςησυχα·σαμεν·αςησυχα·σαμεν·ους
Datησυχασαμεναιςησυχασαμενοιςησυχα·σαμεν·αιςησυχα·σαμεν·οις
Genησυχασαμενωνησυχασαμενωνησυχα·σαμεν·ωνησυχα·σαμεν·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 13-Nov-2019 05:23:18 EST