ασμενιζω • ASMENIZW • asmenizō

Search: ησμενισαν

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ησμενισανἀσμενίζωε·ασμενι·σαν1aor act ind 3rd pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ησμενισανἀσμενίζωε·ασμενι·σαν1aor act ind 3rd pl

ἀσμενίζω [LXX] (-, -, ασμενι·σ-, -, -, -)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stησμενισαε·ασμενι·σαησμενισαμηνε·ασμενι·σαμην
2ndησμενισαςε·ασμενι·σαςησμενισωε·ασμενι·σω
3rdησμενισεν, ησμενισεε·ασμενι·σε(ν)ησμενισατοε·ασμενι·σατο
Pl1stησμενισαμενε·ασμενι·σαμενησμενισαμεθαε·ασμενι·σαμεθα
2ndησμενισατεε·ασμενι·σατεησμενισασθεε·ασμενι·σασθε
3rdησμενισαν[LXX]ε·ασμενι·σανησμενισαντοε·ασμενι·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stασμενισωασμενι·σωασμενισωμαιασμενι·σωμαι
2ndασμενισῃςασμενι·σῃςασμενισῃασμενι·σῃ
3rdασμενισῃασμενι·σῃασμενισηταιασμενι·σηται
Pl1stασμενισωμενασμενι·σωμενασμενισωμεθαασμενι·σωμεθα
2ndασμενισητεασμενι·σητεασμενισησθεασμενι·σησθε
3rdασμενισωσιν, ασμενισωσιασμενι·σωσι(ν)ασμενισωνταιασμενι·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stασμενισαιμιασμενι·σαιμιασμενισαιμηνασμενι·σαιμην
2ndασμενισαις, ασμενισειαςασμενι·σαις, ασμενι·σειας classicalασμενισαιοασμενι·σαιο
3rdασμενισαι, ασμενισειεασμενι·σαι, ασμενι·σειε classicalασμενισαιτοασμενι·σαιτο
Pl1stασμενισαιμενασμενι·σαιμενασμενισαιμεθαασμενι·σαιμεθα
2ndασμενισαιτεασμενι·σαιτεασμενισαισθεασμενι·σαισθε
3rdασμενισαιεν, ασμενισαισαν, ασμενισειαν, ασμενισειενασμενι·σαιεν, ασμενι·σαισαν alt, ασμενι·σειαν classical, ασμενι·σειεν classicalασμενισαιντοασμενι·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndασμενισονασμενι·σονασμενισαιασμενι·σαι
3rdασμενισατωασμενι·σατωασμενισασθωασμενι·σασθω
Pl1st
2ndασμενισατεασμενι·σατεασμενισασθεασμενι·σασθε
3rdασμενισατωσαν, ασμενισαντωνασμενι·σατωσαν, ασμενι·σαντων classicalασμενισασθωσαν, ασμενισασθωνασμενι·σασθωσαν, ασμενι·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ασμενισαι​ασμενι·σαι​ασμενισασθαι​ασμενι·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocασμενισασαασμενισαςασμενισανασμενι·σασ·αασμενι·σα[ντ]·ςασμενι·σαν[τ]
Nom
Accασμενισασανασμενισανταασμενι·σασ·ανασμενι·σαντ·α
Datασμενισασῃασμενισαντιασμενι·σασ·ῃασμενι·σαντ·ι
Genασμενισασηςασμενισαντοςασμενι·σασ·ηςασμενι·σαντ·ος
PlVocασμενισασαιασμενισαντεςασμενισανταασμενι·σασ·αιασμενι·σαντ·εςασμενι·σαντ·α
Nom
Accασμενισασαςασμενισανταςασμενι·σασ·αςασμενι·σαντ·ας
Datασμενισασαιςασμενισασι, ασμενισασινασμενι·σασ·αιςασμενι·σα[ντ]·σι(ν)
Genασμενισασωνασμενισαντωνασμενι·σασ·ωνασμενι·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocασμενισαμενηασμενισαμενεασμενι·σαμεν·ηασμενι·σαμεν·ε
Nomασμενισαμενοςασμενι·σαμεν·ος
Accασμενισαμενηνασμενισαμενονασμενι·σαμεν·ηνασμενι·σαμεν·ον
Datασμενισαμενῃασμενισαμενῳασμενι·σαμεν·ῃασμενι·σαμεν·ῳ
Genασμενισαμενηςασμενισαμενουασμενι·σαμεν·ηςασμενι·σαμεν·ου
PlVocασμενισαμεναιασμενισαμενοιασμενισαμεναασμενι·σαμεν·αιασμενι·σαμεν·οιασμενι·σαμεν·α
Nom
Accασμενισαμεναςασμενισαμενουςασμενι·σαμεν·αςασμενι·σαμεν·ους
Datασμενισαμεναιςασμενισαμενοιςασμενι·σαμεν·αιςασμενι·σαμεν·οις
Genασμενισαμενωνασμενισαμενωνασμενι·σαμεν·ωνασμενι·σαμεν·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 15-Nov-2019 21:21:38 EST