ερειδω • EREIDW • ereidō

Search: ερεισει

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ερεισει; ερεισειἐρείδωερειδ·σει; ερειδ·σειfut act ind 3rd sg; fut mp ind 2nd sg classical
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ερεισειἐρείδωερειδ·σειfut act ind 3rd sg
ερεισειἐρείδωερειδ·σειfut mp ind 2nd sg classical

ἐρείδω (ερειδ-, ερει[δ]·σ-, ερει[δ]·σ-, -, -, -)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stερειδωερειδ·ωερειδομαιερειδ·ομαι
2ndερειδειςερειδ·ειςερειδῃ, ερειδει[LXX], ερειδεσαιερειδ·ῃ, ερειδ·ει classical, ερειδ·εσαι alt
3rdερειδει[LXX]ερειδ·ειερειδεται[LXX]ερειδ·εται
Pl1stερειδομενερειδ·ομενερειδομεθαερειδ·ομεθα
2ndερειδετε[LXX]ερειδ·ετεερειδεσθεερειδ·εσθε
3rdερειδουσιν, ερειδουσιερειδ·ουσι(ν)ερειδονται[LXX]ερειδ·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stερειδωερειδ·ωερειδωμαιερειδ·ωμαι
2ndερειδῃςερειδ·ῃςερειδῃερειδ·ῃ
3rdερειδῃερειδ·ῃερειδηταιερειδ·ηται
Pl1stερειδωμενερειδ·ωμενερειδωμεθαερειδ·ωμεθα
2ndερειδητεερειδ·ητεερειδησθεερειδ·ησθε
3rdερειδωσιν, ερειδωσιερειδ·ωσι(ν)ερειδωνταιερειδ·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stερειδοιμιερειδ·οιμιερειδοιμηνερειδ·οιμην
2ndερειδοιςερειδ·οιςερειδοιοερειδ·οιο
3rdερειδοιερειδ·οιερειδοιτοερειδ·οιτο
Pl1stερειδοιμενερειδ·οιμενερειδοιμεθαερειδ·οιμεθα
2ndερειδοιτεερειδ·οιτεερειδοισθεερειδ·οισθε
3rdερειδοιεν, ερειδοισανερειδ·οιεν, ερειδ·οισαν altερειδοιντοερειδ·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndερειδεερειδ·εερειδουερειδ·ου
3rdερειδετω[LXX]ερειδ·ετωερειδεσθωερειδ·εσθω
Pl1st
2ndερειδετε[LXX]ερειδ·ετεερειδεσθεερειδ·εσθε
3rdερειδετωσαν, ερειδοντωνερειδ·ετωσαν, ερειδ·οντων classicalερειδεσθωσαν, ερειδεσθωνερειδ·εσθωσαν, ερειδ·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ερειδειν​ερειδ·ειν​ερειδεσθαι​ερειδ·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocερειδουσαερειδονερειδ·ουσ·αερειδ·ο[υ]ν[τ]
Nomερειδωνερειδ·ο[υ]ν[τ]·^
Accερειδουσανερειδονταερειδ·ουσ·ανερειδ·ο[υ]ντ·α
Datερειδουσῃερειδοντιερειδ·ουσ·ῃερειδ·ο[υ]ντ·ι
Genερειδουσηςερειδοντοςερειδ·ουσ·ηςερειδ·ο[υ]ντ·ος
PlVocερειδουσαιερειδοντεςερειδονταερειδ·ουσ·αιερειδ·ο[υ]ντ·εςερειδ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accερειδουσαςερειδονταςερειδ·ουσ·αςερειδ·ο[υ]ντ·ας
Datερειδουσαιςερειδουσι, ερειδουσινερειδ·ουσ·αιςερειδ·ου[ντ]·σι(ν)
Genερειδουσωνερειδοντωνερειδ·ουσ·ωνερειδ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocερειδομενηερειδομενεερειδ·ομεν·ηερειδ·ομεν·ε
Nomερειδομενος[LXX]ερειδ·ομεν·ος
Accερειδομενηνερειδομενονερειδ·ομεν·ηνερειδ·ομεν·ον
Datερειδομενῃερειδομενῳερειδ·ομεν·ῃερειδ·ομεν·ῳ
Genερειδομενηςερειδομενουερειδ·ομεν·ηςερειδ·ομεν·ου
PlVocερειδομεναιερειδομενοιερειδομεναερειδ·ομεν·αιερειδ·ομεν·οιερειδ·ομεν·α
Nom
Accερειδομεναςερειδομενουςερειδ·ομεν·αςερειδ·ομεν·ους
Datερειδομεναιςερειδομενοιςερειδ·ομεν·αιςερειδ·ομεν·οις
Genερειδομενωνερειδομενωνερειδ·ομεν·ωνερειδ·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stηρειδονε·ερειδ·ονηρειδομηνε·ερειδ·ομην
2ndηρειδεςε·ερειδ·εςηρειδουε·ερειδ·ου
3rdηρειδεν, ηρειδεε·ερειδ·ε(ν)ηρειδετοε·ερειδ·ετο
Pl1stηρειδομενε·ερειδ·ομενηρειδομεθαε·ερειδ·ομεθα
2ndηρειδετεε·ερειδ·ετεηρειδεσθεε·ερειδ·εσθε
3rdηρειδον, ηρειδοσανε·ερειδ·ον, ε·ερειδ·οσαν altηρειδοντοε·ερειδ·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stερεισωερειδ·σωερεισομαιερειδ·σομαι
2ndερεισειςερειδ·σειςερεισῃ, ερεισει[LXX], ερεισεσαιερειδ·σῃ, ερειδ·σει classical, ερειδ·σεσαι alt
3rdερεισει[LXX]ερειδ·σειερεισεταιερειδ·σεται
Pl1stερεισομενερειδ·σομενερεισομεθαερειδ·σομεθα
2ndερεισετεερειδ·σετεερεισεσθεερειδ·σεσθε
3rdερεισουσιν, ερεισουσιερειδ·σουσι(ν)ερεισονταιερειδ·σονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stερεισοιμιερειδ·σοιμιερεισοιμηνερειδ·σοιμην
2ndερεισοιςερειδ·σοιςερεισοιοερειδ·σοιο
3rdερεισοιερειδ·σοιερεισοιτοερειδ·σοιτο
Pl1stερεισοιμενερειδ·σοιμενερεισοιμεθαερειδ·σοιμεθα
2ndερεισοιτεερειδ·σοιτεερεισοισθεερειδ·σοισθε
3rdερεισοιενερειδ·σοιενερεισοιντοερειδ·σοιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ερεισειν​ερειδ·σειν​ερεισεσθαι​ερειδ·σεσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocερεισουσαερεισονερειδ·σουσ·αερειδ·σο[υ]ν[τ]
Nomερεισωνερειδ·σο[υ]ν[τ]·^
Accερεισουσανερεισονταερειδ·σουσ·ανερειδ·σο[υ]ντ·α
Datερεισουσῃερεισοντιερειδ·σουσ·ῃερειδ·σο[υ]ντ·ι
Genερεισουσηςερεισοντοςερειδ·σουσ·ηςερειδ·σο[υ]ντ·ος
PlVocερεισουσαιερεισοντεςερεισονταερειδ·σουσ·αιερειδ·σο[υ]ντ·εςερειδ·σο[υ]ντ·α
Nom
Accερεισουσαςερεισονταςερειδ·σουσ·αςερειδ·σο[υ]ντ·ας
Datερεισουσαιςερεισουσι, ερεισουσινερειδ·σουσ·αιςερειδ·σου[ντ]·σι(ν)
Genερεισουσωνερεισοντωνερειδ·σουσ·ωνερειδ·σο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocερεισομενηερεισομενεερειδ·σομεν·ηερειδ·σομεν·ε
Nomερεισομενοςερειδ·σομεν·ος
Accερεισομενηνερεισομενονερειδ·σομεν·ηνερειδ·σομεν·ον
Datερεισομενῃερεισομενῳερειδ·σομεν·ῃερειδ·σομεν·ῳ
Genερεισομενηςερεισομενουερειδ·σομεν·ηςερειδ·σομεν·ου
PlVocερεισομεναιερεισομενοιερεισομεναερειδ·σομεν·αιερειδ·σομεν·οιερειδ·σομεν·α
Nom
Accερεισομεναςερεισομενουςερειδ·σομεν·αςερειδ·σομεν·ους
Datερεισομεναιςερεισομενοιςερειδ·σομεν·αιςερειδ·σομεν·οις
Genερεισομενωνερεισομενωνερειδ·σομεν·ωνερειδ·σομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stηρεισαε·ερειδ·σαηρεισαμηνε·ερειδ·σαμην
2ndηρεισαςε·ερειδ·σαςηρεισωε·ερειδ·σω
3rdηρεισεν[LXX], ηρεισεε·ερειδ·σε(ν), ε·ερειδ·σε(ν)ηρεισατοε·ερειδ·σατο
Pl1stηρεισαμενε·ερειδ·σαμενηρεισαμεθαε·ερειδ·σαμεθα
2ndηρεισατεε·ερειδ·σατεηρεισασθεε·ερειδ·σασθε
3rdηρεισανε·ερειδ·σανηρεισαντοε·ερειδ·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stερεισωερειδ·σωερεισωμαιερειδ·σωμαι
2ndερεισῃςερειδ·σῃςερεισῃερειδ·σῃ
3rdερεισῃερειδ·σῃερεισηταιερειδ·σηται
Pl1stερεισωμενερειδ·σωμενερεισωμεθαερειδ·σωμεθα
2ndερεισητεερειδ·σητεερεισησθεερειδ·σησθε
3rdερεισωσιν, ερεισωσιερειδ·σωσι(ν)ερεισωνταιερειδ·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stερεισαιμιερειδ·σαιμιερεισαιμηνερειδ·σαιμην
2ndερεισαις, ερεισειαςερειδ·σαις, ερειδ·σειας classicalερεισαιοερειδ·σαιο
3rdερεισαι[LXX], ερεισειεερειδ·σαι, ερειδ·σειε classicalερεισαιτοερειδ·σαιτο
Pl1stερεισαιμενερειδ·σαιμενερεισαιμεθαερειδ·σαιμεθα
2ndερεισαιτεερειδ·σαιτεερεισαισθεερειδ·σαισθε
3rdερεισαιεν, ερεισαισαν, ερεισειαν, ερεισειενερειδ·σαιεν, ερειδ·σαισαν alt, ερειδ·σειαν classical, ερειδ·σειεν classicalερεισαιντοερειδ·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndερεισονερειδ·σονερεισαι[LXX]ερειδ·σαι
3rdερεισατωερειδ·σατωερεισασθωερειδ·σασθω
Pl1st
2ndερεισατεερειδ·σατεερεισασθεερειδ·σασθε
3rdερεισατωσαν, ερεισαντωνερειδ·σατωσαν, ερειδ·σαντων classicalερεισασθωσαν, ερεισασθωνερειδ·σασθωσαν, ερειδ·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ερεισαι[LXX]​ερειδ·σαιερεισασθαι​ερειδ·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocερεισασα[GNT]ερεισαςερεισανερειδ·σασ·αερειδ·σα[ντ]·ςερειδ·σαν[τ]
Nom
Accερεισασανερεισανταερειδ·σασ·ανερειδ·σαντ·α
Datερεισασῃερεισαντιερειδ·σασ·ῃερειδ·σαντ·ι
Genερεισασηςερεισαντοςερειδ·σασ·ηςερειδ·σαντ·ος
PlVocερεισασαιερεισαντεςερεισανταερειδ·σασ·αιερειδ·σαντ·εςερειδ·σαντ·α
Nom
Accερεισασαςερεισανταςερειδ·σασ·αςερειδ·σαντ·ας
Datερεισασαιςερεισασι, ερεισασινερειδ·σασ·αιςερειδ·σα[ντ]·σι(ν)
Genερεισασωνερεισαντωνερειδ·σασ·ωνερειδ·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocερεισαμενηερεισαμενεερειδ·σαμεν·ηερειδ·σαμεν·ε
Nomερεισαμενοςερειδ·σαμεν·ος
Accερεισαμενηνερεισαμενονερειδ·σαμεν·ηνερειδ·σαμεν·ον
Datερεισαμενῃερεισαμενῳερειδ·σαμεν·ῃερειδ·σαμεν·ῳ
Genερεισαμενηςερεισαμενουερειδ·σαμεν·ηςερειδ·σαμεν·ου
PlVocερεισαμεναιερεισαμενοιερεισαμεναερειδ·σαμεν·αιερειδ·σαμεν·οιερειδ·σαμεν·α
Nom
Accερεισαμεναςερεισαμενουςερειδ·σαμεν·αςερειδ·σαμεν·ους
Datερεισαμεναιςερεισαμενοιςερειδ·σαμεν·αιςερειδ·σαμεν·οις
Genερεισαμενωνερεισαμενωνερειδ·σαμεν·ωνερειδ·σαμεν·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 20-Nov-2019 10:17:19 EST