εξαπαταω • EXAPATAW ECAPATAW • exapataō

Search: εξαπατησαι

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
εξαπατησαι; εξαπατησαι; εξαπατησαιἐξαπατάωεξ·απατη·σαι; εξ·απατη·σαι; εξ·απατη·σαι1aor mp imp 2nd sg; 1aor act opt 3rd sg; 1aor act inf
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
εξαπατησαιἐξαπατάωεξ·απατη·σαι1aor mp imp 2nd sg
εξαπατησαιἐξαπατάωεξ·απατη·σαι1aor act opt 3rd sg
εξαπατησαιἐξαπατάωεξ·απατη·σαι1aor act inf

ἐξ·απατάω (εξ+απατ(α)-, -, εξ+απατη·σ-, -, -, εξ+απατη·θ-)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεξαπατωεξ·απατ(α)·ωεξαπατωμαιεξ·απατ(α)·ομαι
2ndεξαπατᾳςεξ·απατ(α)·ειςεξαπατᾳ, εξαπατασαιεξ·απατ(α)·ῃ, εξ·απατ(α)·ει classical, εξ·απατ(α)·εσαι alt
3rdεξαπατᾳεξ·απατ(α)·ειεξαπαταταιεξ·απατ(α)·εται
Pl1stεξαπατωμενεξ·απατ(α)·ομενεξαπατωμεθαεξ·απατ(α)·ομεθα
2ndεξαπατατεεξ·απατ(α)·ετεεξαπατασθεεξ·απατ(α)·εσθε
3rdεξαπατωσιν[GNT], εξαπατωσιεξ·απατ(α)·ουσι(ν), εξ·απατ(α)·ουσι(ν)εξαπατωνταιεξ·απατ(α)·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεξαπατωεξ·απατ(α)·ωεξαπατωμαιεξ·απατ(α)·ωμαι
2ndεξαπατᾳςεξ·απατ(α)·ῃςεξαπατᾳεξ·απατ(α)·ῃ
3rdεξαπατᾳεξ·απατ(α)·ῃεξαπαταταιεξ·απατ(α)·ηται
Pl1stεξαπατωμενεξ·απατ(α)·ωμενεξαπατωμεθαεξ·απατ(α)·ωμεθα
2ndεξαπατατεεξ·απατ(α)·ητεεξαπατασθεεξ·απατ(α)·ησθε
3rdεξαπατωσιν[GNT], εξαπατωσιεξ·απατ(α)·ωσι(ν), εξ·απατ(α)·ωσι(ν)εξαπατωνταιεξ·απατ(α)·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεξαπατῳμιεξ·απατ(α)·οιμιεξαπατῳμηνεξ·απατ(α)·οιμην
2ndεξαπατῳςεξ·απατ(α)·οιςεξαπατῳοεξ·απατ(α)·οιο
3rdεξαπατῳεξ·απατ(α)·οιεξαπατῳτοεξ·απατ(α)·οιτο
Pl1stεξαπατῳμενεξ·απατ(α)·οιμενεξαπατῳμεθαεξ·απατ(α)·οιμεθα
2ndεξαπατῳτεεξ·απατ(α)·οιτεεξαπατῳσθεεξ·απατ(α)·οισθε
3rdεξαπατῳεν, εξαπατῳσανεξ·απατ(α)·οιεν, εξ·απατ(α)·οισαν altεξαπατῳντοεξ·απατ(α)·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndεξαπαταεξ·απατ(α)·εεξαπατωεξ·απατ(α)·ου
3rdεξαπατατω[GNT]εξ·απατ(α)·ετωεξαπατασθωεξ·απατ(α)·εσθω
Pl1st
2ndεξαπατατεεξ·απατ(α)·ετεεξαπατασθεεξ·απατ(α)·εσθε
3rdεξαπατατωσαν, εξαπατωντωνεξ·απατ(α)·ετωσαν, εξ·απατ(α)·οντων classicalεξαπατασθωσαν, εξαπατασθωνεξ·απατ(α)·εσθωσαν, εξ·απατ(α)·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
εξαπατᾳν, εξαπαταν​εξ·απατ(α)·ειν, εξ·απατ(α)·ειν > εξαπαταν​εξαπατασθαι​εξ·απατ(α)·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεξαπατωσαεξαπατωνεξ·απατ(α)·ουσ·αεξ·απατ(α)·ο[υ]ν[τ]
Nomεξαπατωνεξ·απατ(α)·ο[υ]ν[τ]·^
Accεξαπατωσανεξαπατωνταεξ·απατ(α)·ουσ·ανεξ·απατ(α)·ο[υ]ντ·α
Datεξαπατωσῃεξαπατωντιεξ·απατ(α)·ουσ·ῃεξ·απατ(α)·ο[υ]ντ·ι
Genεξαπατωσηςεξαπατωντοςεξ·απατ(α)·ουσ·ηςεξ·απατ(α)·ο[υ]ντ·ος
PlVocεξαπατωσαιεξαπατωντεςεξαπατωνταεξ·απατ(α)·ουσ·αιεξ·απατ(α)·ο[υ]ντ·εςεξ·απατ(α)·ο[υ]ντ·α
Nom
Accεξαπατωσαςεξαπατωνταςεξ·απατ(α)·ουσ·αςεξ·απατ(α)·ο[υ]ντ·ας
Datεξαπατωσαιςεξαπατωσι, εξαπατωσιν[GNT]εξ·απατ(α)·ουσ·αιςεξ·απατ(α)·ου[ντ]·σι(ν), εξ·απατ(α)·ου[ντ]·σι(ν)
Genεξαπατωσωνεξαπατωντωνεξ·απατ(α)·ουσ·ωνεξ·απατ(α)·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεξαπατωμενηεξαπατωμενεεξ·απατ(α)·ομεν·ηεξ·απατ(α)·ομεν·ε
Nomεξαπατωμενοςεξ·απατ(α)·ομεν·ος
Accεξαπατωμενηνεξαπατωμενονεξ·απατ(α)·ομεν·ηνεξ·απατ(α)·ομεν·ον
Datεξαπατωμενῃεξαπατωμενῳεξ·απατ(α)·ομεν·ῃεξ·απατ(α)·ομεν·ῳ
Genεξαπατωμενηςεξαπατωμενουεξ·απατ(α)·ομεν·ηςεξ·απατ(α)·ομεν·ου
PlVocεξαπατωμεναιεξαπατωμενοιεξαπατωμεναεξ·απατ(α)·ομεν·αιεξ·απατ(α)·ομεν·οιεξ·απατ(α)·ομεν·α
Nom
Accεξαπατωμεναςεξαπατωμενουςεξ·απατ(α)·ομεν·αςεξ·απατ(α)·ομεν·ους
Datεξαπατωμεναιςεξαπατωμενοιςεξ·απατ(α)·ομεν·αιςεξ·απατ(α)·ομεν·οις
Genεξαπατωμενωνεξαπατωμενωνεξ·απατ(α)·ομεν·ωνεξ·απατ(α)·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεξηπατωνεξ·ε·απατ(α)·ονεξηπατωμηνεξ·ε·απατ(α)·ομην
2ndεξηπαταςεξ·ε·απατ(α)·εςεξηπατωεξ·ε·απατ(α)·ου
3rdεξηπαταεξ·ε·απατ(α)·εεξηπατατοεξ·ε·απατ(α)·ετο
Pl1stεξηπατωμενεξ·ε·απατ(α)·ομενεξηπατωμεθαεξ·ε·απατ(α)·ομεθα
2ndεξηπατατεεξ·ε·απατ(α)·ετεεξηπατασθεεξ·ε·απατ(α)·εσθε
3rdεξηπατων, εξηπατωσανεξ·ε·απατ(α)·ον, εξ·ε·απατ(α)·οσαν altεξηπατωντοεξ·ε·απατ(α)·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεξηπατησαεξ·ε·απατη·σαεξηπατησαμηνεξ·ε·απατη·σαμην
2ndεξηπατησαςεξ·ε·απατη·σαςεξηπατησωεξ·ε·απατη·σω
3rdεξηπατησεν[GNT][LXX], εξηπατησεεξ·ε·απατη·σε(ν), εξ·ε·απατη·σε(ν)εξηπατησατοεξ·ε·απατη·σατο
Pl1stεξηπατησαμενεξ·ε·απατη·σαμενεξηπατησαμεθαεξ·ε·απατη·σαμεθα
2ndεξηπατησατεεξ·ε·απατη·σατεεξηπατησασθεεξ·ε·απατη·σασθε
3rdεξηπατησανεξ·ε·απατη·σανεξηπατησαντοεξ·ε·απατη·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεξαπατησωεξ·απατη·σωεξαπατησωμαιεξ·απατη·σωμαι
2ndεξαπατησῃςεξ·απατη·σῃςεξαπατησῃ[GNT]εξ·απατη·σῃ
3rdεξαπατησῃ[GNT]εξ·απατη·σῃεξαπατησηταιεξ·απατη·σηται
Pl1stεξαπατησωμενεξ·απατη·σωμενεξαπατησωμεθαεξ·απατη·σωμεθα
2ndεξαπατησητεεξ·απατη·σητεεξαπατησησθεεξ·απατη·σησθε
3rdεξαπατησωσιν, εξαπατησωσιεξ·απατη·σωσι(ν)εξαπατησωνταιεξ·απατη·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεξαπατησαιμιεξ·απατη·σαιμιεξαπατησαιμηνεξ·απατη·σαιμην
2ndεξαπατησαις, εξαπατησειαςεξ·απατη·σαις, εξ·απατη·σειας classicalεξαπατησαιοεξ·απατη·σαιο
3rdεξαπατησαι[LXX], εξαπατησειεεξ·απατη·σαι, εξ·απατη·σειε classicalεξαπατησαιτοεξ·απατη·σαιτο
Pl1stεξαπατησαιμενεξ·απατη·σαιμενεξαπατησαιμεθαεξ·απατη·σαιμεθα
2ndεξαπατησαιτεεξ·απατη·σαιτεεξαπατησαισθεεξ·απατη·σαισθε
3rdεξαπατησαιεν, εξαπατησαισαν, εξαπατησειαν, εξαπατησειενεξ·απατη·σαιεν, εξ·απατη·σαισαν alt, εξ·απατη·σειαν classical, εξ·απατη·σειεν classicalεξαπατησαιντοεξ·απατη·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndεξαπατησονεξ·απατη·σονεξαπατησαι[LXX]εξ·απατη·σαι
3rdεξαπατησατωεξ·απατη·σατωεξαπατησασθωεξ·απατη·σασθω
Pl1st
2ndεξαπατησατεεξ·απατη·σατεεξαπατησασθεεξ·απατη·σασθε
3rdεξαπατησατωσαν, εξαπατησαντωνεξ·απατη·σατωσαν, εξ·απατη·σαντων classicalεξαπατησασθωσαν, εξαπατησασθωνεξ·απατη·σασθωσαν, εξ·απατη·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
εξαπατησαι[LXX]​εξ·απατη·σαιεξαπατησασθαι​εξ·απατη·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεξαπατησασαεξαπατησαςεξαπατησανεξ·απατη·σασ·αεξ·απατη·σα[ντ]·ςεξ·απατη·σαν[τ]
Nom
Accεξαπατησασανεξαπατησανταεξ·απατη·σασ·ανεξ·απατη·σαντ·α
Datεξαπατησασῃεξαπατησαντιεξ·απατη·σασ·ῃεξ·απατη·σαντ·ι
Genεξαπατησασηςεξαπατησαντοςεξ·απατη·σασ·ηςεξ·απατη·σαντ·ος
PlVocεξαπατησασαιεξαπατησαντεςεξαπατησανταεξ·απατη·σασ·αιεξ·απατη·σαντ·εςεξ·απατη·σαντ·α
Nom
Accεξαπατησασαςεξαπατησανταςεξ·απατη·σασ·αςεξ·απατη·σαντ·ας
Datεξαπατησασαιςεξαπατησασι, εξαπατησασινεξ·απατη·σασ·αιςεξ·απατη·σα[ντ]·σι(ν)
Genεξαπατησασωνεξαπατησαντωνεξ·απατη·σασ·ωνεξ·απατη·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεξαπατησαμενηεξαπατησαμενεεξ·απατη·σαμεν·ηεξ·απατη·σαμεν·ε
Nomεξαπατησαμενοςεξ·απατη·σαμεν·ος
Accεξαπατησαμενηνεξαπατησαμενονεξ·απατη·σαμεν·ηνεξ·απατη·σαμεν·ον
Datεξαπατησαμενῃεξαπατησαμενῳεξ·απατη·σαμεν·ῃεξ·απατη·σαμεν·ῳ
Genεξαπατησαμενηςεξαπατησαμενουεξ·απατη·σαμεν·ηςεξ·απατη·σαμεν·ου
PlVocεξαπατησαμεναιεξαπατησαμενοιεξαπατησαμεναεξ·απατη·σαμεν·αιεξ·απατη·σαμεν·οιεξ·απατη·σαμεν·α
Nom
Accεξαπατησαμεναςεξαπατησαμενουςεξ·απατη·σαμεν·αςεξ·απατη·σαμεν·ους
Datεξαπατησαμεναιςεξαπατησαμενοιςεξ·απατη·σαμεν·αιςεξ·απατη·σαμεν·οις
Genεξαπατησαμενωνεξαπατησαμενωνεξ·απατη·σαμεν·ωνεξ·απατη·σαμεν·ων

6th Principal Part (θη-Aorist and θη-Future) [hide]

θη-Aorist Indicative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stεξηπατηθηνεξ·ε·απατη·θην
2ndεξηπατηθηςεξ·ε·απατη·θης
3rdεξηπατηθηεξ·ε·απατη·θη
Pl1stεξηπατηθημενεξ·ε·απατη·θημεν
2ndεξηπατηθητεεξ·ε·απατη·θητε
3rdεξηπατηθησανεξ·ε·απατη·θησαν

θη-Future Indicative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stεξαπατηθησομαιεξ·απατη·θησομαι
2ndεξαπατηθησῃ, εξαπατηθησειεξ·απατη·θησῃ, εξ·απατη·θησει classical
3rdεξαπατηθησεταιεξ·απατη·θησεται
Pl1stεξαπατηθησομεθαεξ·απατη·θησομεθα
2ndεξαπατηθησεσθεεξ·απατη·θησεσθε
3rdεξαπατηθησονταιεξ·απατη·θησονται

θη-Aorist Subjunctive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stεξαπατηθωεξ·απατη·θω
2ndεξαπατηθῃςεξ·απατη·θῃς
3rdεξαπατηθῃεξ·απατη·θῃ
Pl1stεξαπατηθωμενεξ·απατη·θωμεν
2ndεξαπατηθητεεξ·απατη·θητε
3rdεξαπατηθωσιν, εξαπατηθωσιεξ·απατη·θωσι(ν)

θη-Aorist Optative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stεξαπατηθειηνεξ·απατη·θειην
2ndεξαπατηθειηςεξ·απατη·θειης
3rdεξαπατηθειηεξ·απατη·θειη
Pl1stεξαπατηθειημεν, εξαπατηθειμενεξ·απατη·θειημεν, εξ·απατη·θειμεν classical
2ndεξαπατηθειητε, εξαπατηθειτεεξ·απατη·θειητε, εξ·απατη·θειτε classical
3rdεξαπατηθειησαν, εξαπατηθειενεξ·απατη·θειησαν, εξ·απατη·θειεν classical

θη-Future Optative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stεξαπατηθησοιμηνεξ·απατη·θησοιμην
2ndεξαπατηθησοιοεξ·απατη·θησοιο
3rdεξαπατηθησοιτοεξ·απατη·θησοιτο
Pl1stεξαπατηθησοιμεθαεξ·απατη·θησοιμεθα
2ndεξαπατηθησοισθεεξ·απατη·θησοισθε
3rdεξαπατηθησοιντοεξ·απατη·θησοιντο

θη-Aorist Imperative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1st
2ndεξαπατηθητιεξ·απατη·θητι
3rdεξαπατηθητωεξ·απατη·θητω
Pl1st
2ndεξαπατηθητεεξ·απατη·θητε
3rdεξαπατηθητωσαν, εξαπατηθεντωνεξ·απατη·θητωσαν, εξ·απατη·θεντων classical

θη-Aorist Infinitive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
εξαπατηθηναι​εξ·απατη·θηναι​

θη-Future Infinitive [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
εξαπατηθησεσθαι​εξ·απατη·θησεσθαι​

θη-Aorist Participle [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεξαπατηθεισα[GNT]εξαπατηθειςεξαπατηθενεξ·απατη·θεισ·αεξ·απατη·θει[ντ]·ςεξ·απατη·θε[ι]ν[τ]
Nom
Accεξαπατηθεισανεξαπατηθενταεξ·απατη·θεισ·ανεξ·απατη·θε[ι]ντ·α
Datεξαπατηθεισῃεξαπατηθεντιεξ·απατη·θεισ·ῃεξ·απατη·θε[ι]ντ·ι
Genεξαπατηθεισηςεξαπατηθεντοςεξ·απατη·θεισ·ηςεξ·απατη·θε[ι]ντ·ος
PlVocεξαπατηθεισαιεξαπατηθεντεςεξαπατηθενταεξ·απατη·θεισ·αιεξ·απατη·θε[ι]ντ·εςεξ·απατη·θε[ι]ντ·α
Nom
Accεξαπατηθεισαςεξαπατηθενταςεξ·απατη·θεισ·αςεξ·απατη·θε[ι]ντ·ας
Datεξαπατηθεισαιςεξαπατηθεισι, εξαπατηθεισινεξ·απατη·θεισ·αιςεξ·απατη·θει[ντ]·σι(ν)
Genεξαπατηθεισωνεξαπατηθεντωνεξ·απατη·θεισ·ωνεξ·απατη·θε[ι]ντ·ος

θη-Future Participle [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεξαπατηθησομενηεξαπατηθησομενεεξ·απατη·θησομεν·ηεξ·απατη·θησομεν·ε
Nomεξαπατηθησομενοςεξ·απατη·θησομεν·ος
Accεξαπατηθησομενηνεξαπατηθησομενονεξ·απατη·θησομεν·ηνεξ·απατη·θησομεν·ον
Datεξαπατηθησομενῃεξαπατηθησομενῳεξ·απατη·θησομεν·ῃεξ·απατη·θησομεν·ῳ
Genεξαπατηθησομενηςεξαπατηθησομενουεξ·απατη·θησομεν·ηςεξ·απατη·θησομεν·ου
PlVocεξαπατηθησομεναιεξαπατηθησομενοιεξαπατηθησομεναεξ·απατη·θησομεν·αιεξ·απατη·θησομεν·οιεξ·απατη·θησομεν·α
Nom
Accεξαπατηθησομεναςεξαπατηθησομενουςεξ·απατη·θησομεν·αςεξ·απατη·θησομεν·ους
Datεξαπατηθησομεναιςεξαπατηθησομενοιςεξ·απατη·θησομεν·αιςεξ·απατη·θησομεν·οις
Genεξαπατηθησομενωνεξαπατηθησομενωνεξ·απατη·θησομεν·ωνεξ·απατη·θησομεν·ου

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 13-Nov-2019 05:26:39 EST