εγκεντριζω • EGKENTRIZW • enkentrizō

Search: ενεκεντρισθης

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ενεκεντρισθηςἐγκεντρίζωεν·ε·κεντρισ·θηςaor θη ind 2nd sg
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ενεκεντρισθηςἐγκεντρίζωεν·ε·κεντρισ·θηςaor θη ind 2nd sg

ἐγ·κεντρίζω (εν+κεντριζ-, -, εν+κεντρι·σ-, -, -, εν+κεντρισ·θ-)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεγκεντριζωεν·κεντριζ·ωεγκεντριζομαιεν·κεντριζ·ομαι
2ndεγκεντριζειςεν·κεντριζ·ειςεγκεντριζῃ, εγκεντριζει, εγκεντριζεσαιεν·κεντριζ·ῃ, εν·κεντριζ·ει classical, εν·κεντριζ·εσαι alt
3rdεγκεντριζειεν·κεντριζ·ειεγκεντριζεταιεν·κεντριζ·εται
Pl1stεγκεντριζομενεν·κεντριζ·ομενεγκεντριζομεθαεν·κεντριζ·ομεθα
2ndεγκεντριζετεεν·κεντριζ·ετεεγκεντριζεσθεεν·κεντριζ·εσθε
3rdεγκεντριζουσιν, εγκεντριζουσιεν·κεντριζ·ουσι(ν)εγκεντριζονταιεν·κεντριζ·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεγκεντριζωεν·κεντριζ·ωεγκεντριζωμαιεν·κεντριζ·ωμαι
2ndεγκεντριζῃςεν·κεντριζ·ῃςεγκεντριζῃεν·κεντριζ·ῃ
3rdεγκεντριζῃεν·κεντριζ·ῃεγκεντριζηταιεν·κεντριζ·ηται
Pl1stεγκεντριζωμενεν·κεντριζ·ωμενεγκεντριζωμεθαεν·κεντριζ·ωμεθα
2ndεγκεντριζητεεν·κεντριζ·ητεεγκεντριζησθεεν·κεντριζ·ησθε
3rdεγκεντριζωσιν, εγκεντριζωσιεν·κεντριζ·ωσι(ν)εγκεντριζωνταιεν·κεντριζ·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεγκεντριζοιμιεν·κεντριζ·οιμιεγκεντριζοιμηνεν·κεντριζ·οιμην
2ndεγκεντριζοιςεν·κεντριζ·οιςεγκεντριζοιοεν·κεντριζ·οιο
3rdεγκεντριζοιεν·κεντριζ·οιεγκεντριζοιτοεν·κεντριζ·οιτο
Pl1stεγκεντριζοιμενεν·κεντριζ·οιμενεγκεντριζοιμεθαεν·κεντριζ·οιμεθα
2ndεγκεντριζοιτεεν·κεντριζ·οιτεεγκεντριζοισθεεν·κεντριζ·οισθε
3rdεγκεντριζοιεν, εγκεντριζοισανεν·κεντριζ·οιεν, εν·κεντριζ·οισαν altεγκεντριζοιντοεν·κεντριζ·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndεγκεντριζεεν·κεντριζ·εεγκεντριζουεν·κεντριζ·ου
3rdεγκεντριζετωεν·κεντριζ·ετωεγκεντριζεσθωεν·κεντριζ·εσθω
Pl1st
2ndεγκεντριζετεεν·κεντριζ·ετεεγκεντριζεσθεεν·κεντριζ·εσθε
3rdεγκεντριζετωσαν, εγκεντριζοντωνεν·κεντριζ·ετωσαν, εν·κεντριζ·οντων classicalεγκεντριζεσθωσαν, εγκεντριζεσθωνεν·κεντριζ·εσθωσαν, εν·κεντριζ·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
εγκεντριζειν​εν·κεντριζ·ειν​εγκεντριζεσθαι​εν·κεντριζ·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεγκεντριζουσαεγκεντριζονεν·κεντριζ·ουσ·αεν·κεντριζ·ο[υ]ν[τ]
Nomεγκεντριζωνεν·κεντριζ·ο[υ]ν[τ]·^
Accεγκεντριζουσανεγκεντριζονταεν·κεντριζ·ουσ·ανεν·κεντριζ·ο[υ]ντ·α
Datεγκεντριζουσῃεγκεντριζοντιεν·κεντριζ·ουσ·ῃεν·κεντριζ·ο[υ]ντ·ι
Genεγκεντριζουσηςεγκεντριζοντοςεν·κεντριζ·ουσ·ηςεν·κεντριζ·ο[υ]ντ·ος
PlVocεγκεντριζουσαιεγκεντριζοντεςεγκεντριζονταεν·κεντριζ·ουσ·αιεν·κεντριζ·ο[υ]ντ·εςεν·κεντριζ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accεγκεντριζουσαςεγκεντριζονταςεν·κεντριζ·ουσ·αςεν·κεντριζ·ο[υ]ντ·ας
Datεγκεντριζουσαιςεγκεντριζουσι, εγκεντριζουσινεν·κεντριζ·ουσ·αιςεν·κεντριζ·ου[ντ]·σι(ν)
Genεγκεντριζουσωνεγκεντριζοντωνεν·κεντριζ·ουσ·ωνεν·κεντριζ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεγκεντριζομενηεγκεντριζομενεεν·κεντριζ·ομεν·ηεν·κεντριζ·ομεν·ε
Nomεγκεντριζομενοςεν·κεντριζ·ομεν·ος
Accεγκεντριζομενηνεγκεντριζομενονεν·κεντριζ·ομεν·ηνεν·κεντριζ·ομεν·ον
Datεγκεντριζομενῃεγκεντριζομενῳεν·κεντριζ·ομεν·ῃεν·κεντριζ·ομεν·ῳ
Genεγκεντριζομενηςεγκεντριζομενουεν·κεντριζ·ομεν·ηςεν·κεντριζ·ομεν·ου
PlVocεγκεντριζομεναιεγκεντριζομενοιεγκεντριζομεναεν·κεντριζ·ομεν·αιεν·κεντριζ·ομεν·οιεν·κεντριζ·ομεν·α
Nom
Accεγκεντριζομεναςεγκεντριζομενουςεν·κεντριζ·ομεν·αςεν·κεντριζ·ομεν·ους
Datεγκεντριζομεναιςεγκεντριζομενοιςεν·κεντριζ·ομεν·αιςεν·κεντριζ·ομεν·οις
Genεγκεντριζομενωνεγκεντριζομενωνεν·κεντριζ·ομεν·ωνεν·κεντριζ·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stενεκεντριζονεν·ε·κεντριζ·ονενεκεντριζομηνεν·ε·κεντριζ·ομην
2ndενεκεντριζεςεν·ε·κεντριζ·εςενεκεντριζουεν·ε·κεντριζ·ου
3rdενεκεντριζεν, ενεκεντριζεεν·ε·κεντριζ·ε(ν)ενεκεντριζετοεν·ε·κεντριζ·ετο
Pl1stενεκεντριζομενεν·ε·κεντριζ·ομενενεκεντριζομεθαεν·ε·κεντριζ·ομεθα
2ndενεκεντριζετεεν·ε·κεντριζ·ετεενεκεντριζεσθεεν·ε·κεντριζ·εσθε
3rdενεκεντριζον, ενεκεντριζοσανεν·ε·κεντριζ·ον, εν·ε·κεντριζ·οσαν altενεκεντριζοντο[LXX]εν·ε·κεντριζ·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stενεκεντρισαεν·ε·κεντρι·σαενεκεντρισαμηνεν·ε·κεντρι·σαμην
2ndενεκεντρισαςεν·ε·κεντρι·σαςενεκεντρισωεν·ε·κεντρι·σω
3rdενεκεντρισεν, ενεκεντρισεεν·ε·κεντρι·σε(ν)ενεκεντρισατοεν·ε·κεντρι·σατο
Pl1stενεκεντρισαμενεν·ε·κεντρι·σαμενενεκεντρισαμεθαεν·ε·κεντρι·σαμεθα
2ndενεκεντρισατεεν·ε·κεντρι·σατεενεκεντρισασθεεν·ε·κεντρι·σασθε
3rdενεκεντρισανεν·ε·κεντρι·σανενεκεντρισαντοεν·ε·κεντρι·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεγκεντρισωεν·κεντρι·σωεγκεντρισωμαιεν·κεντρι·σωμαι
2ndεγκεντρισῃςεν·κεντρι·σῃςεγκεντρισῃεν·κεντρι·σῃ
3rdεγκεντρισῃεν·κεντρι·σῃεγκεντρισηταιεν·κεντρι·σηται
Pl1stεγκεντρισωμενεν·κεντρι·σωμενεγκεντρισωμεθαεν·κεντρι·σωμεθα
2ndεγκεντρισητεεν·κεντρι·σητεεγκεντρισησθεεν·κεντρι·σησθε
3rdεγκεντρισωσιν, εγκεντρισωσιεν·κεντρι·σωσι(ν)εγκεντρισωνταιεν·κεντρι·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεγκεντρισαιμιεν·κεντρι·σαιμιεγκεντρισαιμηνεν·κεντρι·σαιμην
2ndεγκεντρισαις, εγκεντρισειαςεν·κεντρι·σαις, εν·κεντρι·σειας classicalεγκεντρισαιοεν·κεντρι·σαιο
3rdεγκεντρισαι[GNT], εγκεντρισειεεν·κεντρι·σαι, εν·κεντρι·σειε classicalεγκεντρισαιτοεν·κεντρι·σαιτο
Pl1stεγκεντρισαιμενεν·κεντρι·σαιμενεγκεντρισαιμεθαεν·κεντρι·σαιμεθα
2ndεγκεντρισαιτεεν·κεντρι·σαιτεεγκεντρισαισθεεν·κεντρι·σαισθε
3rdεγκεντρισαιεν, εγκεντρισαισαν, εγκεντρισειαν, εγκεντρισειενεν·κεντρι·σαιεν, εν·κεντρι·σαισαν alt, εν·κεντρι·σειαν classical, εν·κεντρι·σειεν classicalεγκεντρισαιντοεν·κεντρι·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndεγκεντρισονεν·κεντρι·σονεγκεντρισαι[GNT]εν·κεντρι·σαι
3rdεγκεντρισατωεν·κεντρι·σατωεγκεντρισασθωεν·κεντρι·σασθω
Pl1st
2ndεγκεντρισατεεν·κεντρι·σατεεγκεντρισασθεεν·κεντρι·σασθε
3rdεγκεντρισατωσαν, εγκεντρισαντωνεν·κεντρι·σατωσαν, εν·κεντρι·σαντων classicalεγκεντρισασθωσαν, εγκεντρισασθωνεν·κεντρι·σασθωσαν, εν·κεντρι·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
εγκεντρισαι[GNT]​εν·κεντρι·σαιεγκεντρισασθαι​εν·κεντρι·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεγκεντρισασαεγκεντρισαςεγκεντρισανεν·κεντρι·σασ·αεν·κεντρι·σα[ντ]·ςεν·κεντρι·σαν[τ]
Nom
Accεγκεντρισασανεγκεντρισανταεν·κεντρι·σασ·ανεν·κεντρι·σαντ·α
Datεγκεντρισασῃεγκεντρισαντιεν·κεντρι·σασ·ῃεν·κεντρι·σαντ·ι
Genεγκεντρισασηςεγκεντρισαντοςεν·κεντρι·σασ·ηςεν·κεντρι·σαντ·ος
PlVocεγκεντρισασαιεγκεντρισαντεςεγκεντρισανταεν·κεντρι·σασ·αιεν·κεντρι·σαντ·εςεν·κεντρι·σαντ·α
Nom
Accεγκεντρισασαςεγκεντρισανταςεν·κεντρι·σασ·αςεν·κεντρι·σαντ·ας
Datεγκεντρισασαιςεγκεντρισασι, εγκεντρισασινεν·κεντρι·σασ·αιςεν·κεντρι·σα[ντ]·σι(ν)
Genεγκεντρισασωνεγκεντρισαντωνεν·κεντρι·σασ·ωνεν·κεντρι·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεγκεντρισαμενηεγκεντρισαμενεεν·κεντρι·σαμεν·ηεν·κεντρι·σαμεν·ε
Nomεγκεντρισαμενοςεν·κεντρι·σαμεν·ος
Accεγκεντρισαμενηνεγκεντρισαμενονεν·κεντρι·σαμεν·ηνεν·κεντρι·σαμεν·ον
Datεγκεντρισαμενῃεγκεντρισαμενῳεν·κεντρι·σαμεν·ῃεν·κεντρι·σαμεν·ῳ
Genεγκεντρισαμενηςεγκεντρισαμενουεν·κεντρι·σαμεν·ηςεν·κεντρι·σαμεν·ου
PlVocεγκεντρισαμεναιεγκεντρισαμενοιεγκεντρισαμεναεν·κεντρι·σαμεν·αιεν·κεντρι·σαμεν·οιεν·κεντρι·σαμεν·α
Nom
Accεγκεντρισαμεναςεγκεντρισαμενουςεν·κεντρι·σαμεν·αςεν·κεντρι·σαμεν·ους
Datεγκεντρισαμεναιςεγκεντρισαμενοιςεν·κεντρι·σαμεν·αιςεν·κεντρι·σαμεν·οις
Genεγκεντρισαμενωνεγκεντρισαμενωνεν·κεντρι·σαμεν·ωνεν·κεντρι·σαμεν·ων

6th Principal Part (θη-Aorist and θη-Future) [hide]

θη-Aorist Indicative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stενεκεντρισθηνεν·ε·κεντρισ·θην
2ndενεκεντρισθης[GNT]εν·ε·κεντρισ·θης
3rdενεκεντρισθηεν·ε·κεντρισ·θη
Pl1stενεκεντρισθημενεν·ε·κεντρισ·θημεν
2ndενεκεντρισθητεεν·ε·κεντρισ·θητε
3rdενεκεντρισθησανεν·ε·κεντρισ·θησαν

θη-Future Indicative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stεγκεντρισθησομαιεν·κεντρισ·θησομαι
2ndεγκεντρισθησῃ, εγκεντρισθησειεν·κεντρισ·θησῃ, εν·κεντρισ·θησει classical
3rdεγκεντρισθησεταιεν·κεντρισ·θησεται
Pl1stεγκεντρισθησομεθαεν·κεντρισ·θησομεθα
2ndεγκεντρισθησεσθεεν·κεντρισ·θησεσθε
3rdεγκεντρισθησονται[GNT]εν·κεντρισ·θησονται

θη-Aorist Subjunctive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stεγκεντρισθω[GNT]εν·κεντρισ·θω
2ndεγκεντρισθῃςεν·κεντρισ·θῃς
3rdεγκεντρισθῃεν·κεντρισ·θῃ
Pl1stεγκεντρισθωμενεν·κεντρισ·θωμεν
2ndεγκεντρισθητεεν·κεντρισ·θητε
3rdεγκεντρισθωσιν, εγκεντρισθωσιεν·κεντρισ·θωσι(ν)

θη-Aorist Optative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stεγκεντρισθειηνεν·κεντρισ·θειην
2ndεγκεντρισθειηςεν·κεντρισ·θειης
3rdεγκεντρισθειηεν·κεντρισ·θειη
Pl1stεγκεντρισθειημεν, εγκεντρισθειμενεν·κεντρισ·θειημεν, εν·κεντρισ·θειμεν classical
2ndεγκεντρισθειητε, εγκεντρισθειτεεν·κεντρισ·θειητε, εν·κεντρισ·θειτε classical
3rdεγκεντρισθειησαν, εγκεντρισθειενεν·κεντρισ·θειησαν, εν·κεντρισ·θειεν classical

θη-Future Optative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stεγκεντρισθησοιμηνεν·κεντρισ·θησοιμην
2ndεγκεντρισθησοιοεν·κεντρισ·θησοιο
3rdεγκεντρισθησοιτοεν·κεντρισ·θησοιτο
Pl1stεγκεντρισθησοιμεθαεν·κεντρισ·θησοιμεθα
2ndεγκεντρισθησοισθεεν·κεντρισ·θησοισθε
3rdεγκεντρισθησοιντοεν·κεντρισ·θησοιντο

θη-Aorist Imperative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1st
2ndεγκεντρισθητιεν·κεντρισ·θητι
3rdεγκεντρισθητωεν·κεντρισ·θητω
Pl1st
2ndεγκεντρισθητεεν·κεντρισ·θητε
3rdεγκεντρισθητωσαν, εγκεντρισθεντωνεν·κεντρισ·θητωσαν, εν·κεντρισ·θεντων classical

θη-Aorist Infinitive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
εγκεντρισθηναι​εν·κεντρισ·θηναι​

θη-Future Infinitive [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
εγκεντρισθησεσθαι​εν·κεντρισ·θησεσθαι​

θη-Aorist Participle [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεγκεντρισθεισαεγκεντρισθειςεγκεντρισθενεν·κεντρισ·θεισ·αεν·κεντρισ·θει[ντ]·ςεν·κεντρισ·θε[ι]ν[τ]
Nom
Accεγκεντρισθεισανεγκεντρισθενταεν·κεντρισ·θεισ·ανεν·κεντρισ·θε[ι]ντ·α
Datεγκεντρισθεισῃεγκεντρισθεντιεν·κεντρισ·θεισ·ῃεν·κεντρισ·θε[ι]ντ·ι
Genεγκεντρισθεισηςεγκεντρισθεντοςεν·κεντρισ·θεισ·ηςεν·κεντρισ·θε[ι]ντ·ος
PlVocεγκεντρισθεισαιεγκεντρισθεντεςεγκεντρισθενταεν·κεντρισ·θεισ·αιεν·κεντρισ·θε[ι]ντ·εςεν·κεντρισ·θε[ι]ντ·α
Nom
Accεγκεντρισθεισαςεγκεντρισθενταςεν·κεντρισ·θεισ·αςεν·κεντρισ·θε[ι]ντ·ας
Datεγκεντρισθεισαιςεγκεντρισθεισι, εγκεντρισθεισινεν·κεντρισ·θεισ·αιςεν·κεντρισ·θει[ντ]·σι(ν)
Genεγκεντρισθεισωνεγκεντρισθεντωνεν·κεντρισ·θεισ·ωνεν·κεντρισ·θε[ι]ντ·ος

θη-Future Participle [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocεγκεντρισθησομενηεγκεντρισθησομενεεν·κεντρισ·θησομεν·ηεν·κεντρισ·θησομεν·ε
Nomεγκεντρισθησομενοςεν·κεντρισ·θησομεν·ος
Accεγκεντρισθησομενηνεγκεντρισθησομενονεν·κεντρισ·θησομεν·ηνεν·κεντρισ·θησομεν·ον
Datεγκεντρισθησομενῃεγκεντρισθησομενῳεν·κεντρισ·θησομεν·ῃεν·κεντρισ·θησομεν·ῳ
Genεγκεντρισθησομενηςεγκεντρισθησομενουεν·κεντρισ·θησομεν·ηςεν·κεντρισ·θησομεν·ου
PlVocεγκεντρισθησομεναιεγκεντρισθησομενοιεγκεντρισθησομεναεν·κεντρισ·θησομεν·αιεν·κεντρισ·θησομεν·οιεν·κεντρισ·θησομεν·α
Nom
Accεγκεντρισθησομεναςεγκεντρισθησομενουςεν·κεντρισ·θησομεν·αςεν·κεντρισ·θησομεν·ους
Datεγκεντρισθησομεναιςεγκεντρισθησομενοιςεν·κεντρισ·θησομεν·αιςεν·κεντρισ·θησομεν·οις
Genεγκεντρισθησομενωνεγκεντρισθησομενωνεν·κεντρισ·θησομεν·ωνεν·κεντρισ·θησομεν·ου

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Sunday, 16-Jun-2019 03:00:10 EDT