κινδυνευω • KINDUNEUW • kinduneuō

Search: εκινδυνευσα

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
εκινδυνευσακινδυνεύωε·κινδυνευ·σα1aor act ind 1st sg
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
εκινδυνευσακινδυνεύωε·κινδυνευ·σα1aor act ind 1st sg

κινδυνεύω (κινδυνευ-, κινδυνευ·σ-, κινδυνευ·σ-, -, -, -)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stκινδυνευωκινδυνευ·ωκινδυνευομαικινδυνευ·ομαι
2ndκινδυνευειςκινδυνευ·ειςκινδυνευῃ, κινδυνευει[GNT][LXX], κινδυνευεσαικινδυνευ·ῃ, κινδυνευ·ει classical, κινδυνευ·εσαι alt
3rdκινδυνευει[GNT][LXX]κινδυνευ·εικινδυνευεταικινδυνευ·εται
Pl1stκινδυνευομεν[GNT]κινδυνευ·ομενκινδυνευομεθακινδυνευ·ομεθα
2ndκινδυνευετεκινδυνευ·ετεκινδυνευεσθεκινδυνευ·εσθε
3rdκινδυνευουσιν, κινδυνευουσικινδυνευ·ουσι(ν)κινδυνευονταικινδυνευ·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stκινδυνευωκινδυνευ·ωκινδυνευωμαικινδυνευ·ωμαι
2ndκινδυνευῃςκινδυνευ·ῃςκινδυνευῃκινδυνευ·ῃ
3rdκινδυνευῃκινδυνευ·ῃκινδυνευηταικινδυνευ·ηται
Pl1stκινδυνευωμενκινδυνευ·ωμενκινδυνευωμεθακινδυνευ·ωμεθα
2ndκινδυνευητεκινδυνευ·ητεκινδυνευησθεκινδυνευ·ησθε
3rdκινδυνευωσιν, κινδυνευωσικινδυνευ·ωσι(ν)κινδυνευωνταικινδυνευ·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stκινδυνευοιμικινδυνευ·οιμικινδυνευοιμηνκινδυνευ·οιμην
2ndκινδυνευοιςκινδυνευ·οιςκινδυνευοιοκινδυνευ·οιο
3rdκινδυνευοικινδυνευ·οικινδυνευοιτοκινδυνευ·οιτο
Pl1stκινδυνευοιμενκινδυνευ·οιμενκινδυνευοιμεθακινδυνευ·οιμεθα
2ndκινδυνευοιτεκινδυνευ·οιτεκινδυνευοισθεκινδυνευ·οισθε
3rdκινδυνευοιεν, κινδυνευοισανκινδυνευ·οιεν, κινδυνευ·οισαν altκινδυνευοιντοκινδυνευ·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndκινδυνευεκινδυνευ·εκινδυνευουκινδυνευ·ου
3rdκινδυνευετωκινδυνευ·ετωκινδυνευεσθωκινδυνευ·εσθω
Pl1st
2ndκινδυνευετεκινδυνευ·ετεκινδυνευεσθεκινδυνευ·εσθε
3rdκινδυνευετωσαν, κινδυνευοντωνκινδυνευ·ετωσαν, κινδυνευ·οντων classicalκινδυνευεσθωσαν, κινδυνευεσθωνκινδυνευ·εσθωσαν, κινδυνευ·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
κινδυνευειν[LXX]​κινδυνευ·εινκινδυνευεσθαι​κινδυνευ·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocκινδυνευουσακινδυνευονκινδυνευ·ουσ·ακινδυνευ·ο[υ]ν[τ]
Nomκινδυνευωνκινδυνευ·ο[υ]ν[τ]·^
Accκινδυνευουσανκινδυνευοντακινδυνευ·ουσ·ανκινδυνευ·ο[υ]ντ·α
Datκινδυνευουσῃκινδυνευοντικινδυνευ·ουσ·ῃκινδυνευ·ο[υ]ντ·ι
Genκινδυνευουσηςκινδυνευοντοςκινδυνευ·ουσ·ηςκινδυνευ·ο[υ]ντ·ος
PlVocκινδυνευουσαικινδυνευοντεςκινδυνευοντακινδυνευ·ουσ·αικινδυνευ·ο[υ]ντ·εςκινδυνευ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accκινδυνευουσαςκινδυνευονταςκινδυνευ·ουσ·αςκινδυνευ·ο[υ]ντ·ας
Datκινδυνευουσαιςκινδυνευουσι, κινδυνευουσινκινδυνευ·ουσ·αιςκινδυνευ·ου[ντ]·σι(ν)
Genκινδυνευουσωνκινδυνευοντωνκινδυνευ·ουσ·ωνκινδυνευ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocκινδυνευομενηκινδυνευομενεκινδυνευ·ομεν·ηκινδυνευ·ομεν·ε
Nomκινδυνευομενοςκινδυνευ·ομεν·ος
Accκινδυνευομενηνκινδυνευομενονκινδυνευ·ομεν·ηνκινδυνευ·ομεν·ον
Datκινδυνευομενῃκινδυνευομενῳκινδυνευ·ομεν·ῃκινδυνευ·ομεν·ῳ
Genκινδυνευομενηςκινδυνευομενουκινδυνευ·ομεν·ηςκινδυνευ·ομεν·ου
PlVocκινδυνευομεναικινδυνευομενοικινδυνευομενακινδυνευ·ομεν·αικινδυνευ·ομεν·οικινδυνευ·ομεν·α
Nom
Accκινδυνευομεναςκινδυνευομενουςκινδυνευ·ομεν·αςκινδυνευ·ομεν·ους
Datκινδυνευομεναιςκινδυνευομενοιςκινδυνευ·ομεν·αιςκινδυνευ·ομεν·οις
Genκινδυνευομενωνκινδυνευομενωνκινδυνευ·ομεν·ωνκινδυνευ·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεκινδυνευον[GNT]ε·κινδυνευ·ονεκινδυνευομηνε·κινδυνευ·ομην
2ndεκινδυνευεςε·κινδυνευ·εςεκινδυνευουε·κινδυνευ·ου
3rdεκινδυνευεν[LXX], εκινδυνευεε·κινδυνευ·ε(ν), ε·κινδυνευ·ε(ν)εκινδυνευετοε·κινδυνευ·ετο
Pl1stεκινδυνευομενε·κινδυνευ·ομενεκινδυνευομεθαε·κινδυνευ·ομεθα
2ndεκινδυνευετεε·κινδυνευ·ετεεκινδυνευεσθεε·κινδυνευ·εσθε
3rdεκινδυνευον[GNT], εκινδυνευοσανε·κινδυνευ·ον, ε·κινδυνευ·οσαν altεκινδυνευοντοε·κινδυνευ·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stκινδυνευσω[LXX]κινδυνευ·σωκινδυνευσομαικινδυνευ·σομαι
2ndκινδυνευσειςκινδυνευ·σειςκινδυνευσῃ, κινδυνευσει[LXX], κινδυνευσεσαικινδυνευ·σῃ, κινδυνευ·σει classical, κινδυνευ·σεσαι alt
3rdκινδυνευσει[LXX]κινδυνευ·σεικινδυνευσεταικινδυνευ·σεται
Pl1stκινδυνευσομενκινδυνευ·σομενκινδυνευσομεθακινδυνευ·σομεθα
2ndκινδυνευσετεκινδυνευ·σετεκινδυνευσεσθεκινδυνευ·σεσθε
3rdκινδυνευσουσιν[LXX], κινδυνευσουσικινδυνευ·σουσι(ν), κινδυνευ·σουσι(ν)κινδυνευσονταικινδυνευ·σονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stκινδυνευσοιμικινδυνευ·σοιμικινδυνευσοιμηνκινδυνευ·σοιμην
2ndκινδυνευσοιςκινδυνευ·σοιςκινδυνευσοιοκινδυνευ·σοιο
3rdκινδυνευσοικινδυνευ·σοικινδυνευσοιτοκινδυνευ·σοιτο
Pl1stκινδυνευσοιμενκινδυνευ·σοιμενκινδυνευσοιμεθακινδυνευ·σοιμεθα
2ndκινδυνευσοιτεκινδυνευ·σοιτεκινδυνευσοισθεκινδυνευ·σοισθε
3rdκινδυνευσοιενκινδυνευ·σοιενκινδυνευσοιντοκινδυνευ·σοιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
κινδυνευσειν​κινδυνευ·σειν​κινδυνευσεσθαι​κινδυνευ·σεσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocκινδυνευσουσακινδυνευσονκινδυνευ·σουσ·ακινδυνευ·σο[υ]ν[τ]
Nomκινδυνευσωνκινδυνευ·σο[υ]ν[τ]·^
Accκινδυνευσουσανκινδυνευσοντακινδυνευ·σουσ·ανκινδυνευ·σο[υ]ντ·α
Datκινδυνευσουσῃκινδυνευσοντικινδυνευ·σουσ·ῃκινδυνευ·σο[υ]ντ·ι
Genκινδυνευσουσηςκινδυνευσοντοςκινδυνευ·σουσ·ηςκινδυνευ·σο[υ]ντ·ος
PlVocκινδυνευσουσαικινδυνευσοντεςκινδυνευσοντακινδυνευ·σουσ·αικινδυνευ·σο[υ]ντ·εςκινδυνευ·σο[υ]ντ·α
Nom
Accκινδυνευσουσαςκινδυνευσονταςκινδυνευ·σουσ·αςκινδυνευ·σο[υ]ντ·ας
Datκινδυνευσουσαιςκινδυνευσουσι, κινδυνευσουσιν[LXX]κινδυνευ·σουσ·αιςκινδυνευ·σου[ντ]·σι(ν), κινδυνευ·σου[ντ]·σι(ν)
Genκινδυνευσουσωνκινδυνευσοντωνκινδυνευ·σουσ·ωνκινδυνευ·σο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocκινδυνευσομενηκινδυνευσομενεκινδυνευ·σομεν·ηκινδυνευ·σομεν·ε
Nomκινδυνευσομενοςκινδυνευ·σομεν·ος
Accκινδυνευσομενηνκινδυνευσομενονκινδυνευ·σομεν·ηνκινδυνευ·σομεν·ον
Datκινδυνευσομενῃκινδυνευσομενῳκινδυνευ·σομεν·ῃκινδυνευ·σομεν·ῳ
Genκινδυνευσομενηςκινδυνευσομενουκινδυνευ·σομεν·ηςκινδυνευ·σομεν·ου
PlVocκινδυνευσομεναικινδυνευσομενοικινδυνευσομενακινδυνευ·σομεν·αικινδυνευ·σομεν·οικινδυνευ·σομεν·α
Nom
Accκινδυνευσομεναςκινδυνευσομενουςκινδυνευ·σομεν·αςκινδυνευ·σομεν·ους
Datκινδυνευσομεναιςκινδυνευσομενοιςκινδυνευ·σομεν·αιςκινδυνευ·σομεν·οις
Genκινδυνευσομενωνκινδυνευσομενωνκινδυνευ·σομεν·ωνκινδυνευ·σομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεκινδυνευσα[LXX]ε·κινδυνευ·σαεκινδυνευσαμηνε·κινδυνευ·σαμην
2ndεκινδυνευσαςε·κινδυνευ·σαςεκινδυνευσωε·κινδυνευ·σω
3rdεκινδυνευσεν, εκινδυνευσεε·κινδυνευ·σε(ν)εκινδυνευσατοε·κινδυνευ·σατο
Pl1stεκινδυνευσαμενε·κινδυνευ·σαμενεκινδυνευσαμεθαε·κινδυνευ·σαμεθα
2ndεκινδυνευσατεε·κινδυνευ·σατεεκινδυνευσασθεε·κινδυνευ·σασθε
3rdεκινδυνευσανε·κινδυνευ·σανεκινδυνευσαντοε·κινδυνευ·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stκινδυνευσω[LXX]κινδυνευ·σωκινδυνευσωμαικινδυνευ·σωμαι
2ndκινδυνευσῃςκινδυνευ·σῃςκινδυνευσῃκινδυνευ·σῃ
3rdκινδυνευσῃκινδυνευ·σῃκινδυνευσηταικινδυνευ·σηται
Pl1stκινδυνευσωμενκινδυνευ·σωμενκινδυνευσωμεθακινδυνευ·σωμεθα
2ndκινδυνευσητεκινδυνευ·σητεκινδυνευσησθεκινδυνευ·σησθε
3rdκινδυνευσωσιν, κινδυνευσωσικινδυνευ·σωσι(ν)κινδυνευσωνταικινδυνευ·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stκινδυνευσαιμικινδυνευ·σαιμικινδυνευσαιμηνκινδυνευ·σαιμην
2ndκινδυνευσαις, κινδυνευσειαςκινδυνευ·σαις, κινδυνευ·σειας classicalκινδυνευσαιοκινδυνευ·σαιο
3rdκινδυνευσαι, κινδυνευσειεκινδυνευ·σαι, κινδυνευ·σειε classicalκινδυνευσαιτοκινδυνευ·σαιτο
Pl1stκινδυνευσαιμενκινδυνευ·σαιμενκινδυνευσαιμεθακινδυνευ·σαιμεθα
2ndκινδυνευσαιτεκινδυνευ·σαιτεκινδυνευσαισθεκινδυνευ·σαισθε
3rdκινδυνευσαιεν, κινδυνευσαισαν, κινδυνευσειαν, κινδυνευσειενκινδυνευ·σαιεν, κινδυνευ·σαισαν alt, κινδυνευ·σειαν classical, κινδυνευ·σειεν classicalκινδυνευσαιντοκινδυνευ·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndκινδυνευσονκινδυνευ·σονκινδυνευσαικινδυνευ·σαι
3rdκινδυνευσατωκινδυνευ·σατωκινδυνευσασθωκινδυνευ·σασθω
Pl1st
2ndκινδυνευσατεκινδυνευ·σατεκινδυνευσασθεκινδυνευ·σασθε
3rdκινδυνευσατωσαν, κινδυνευσαντωνκινδυνευ·σατωσαν, κινδυνευ·σαντων classicalκινδυνευσασθωσαν, κινδυνευσασθωνκινδυνευ·σασθωσαν, κινδυνευ·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
κινδυνευσαι​κινδυνευ·σαι​κινδυνευσασθαι​κινδυνευ·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocκινδυνευσασακινδυνευσαςκινδυνευσανκινδυνευ·σασ·ακινδυνευ·σα[ντ]·ςκινδυνευ·σαν[τ]
Nom
Accκινδυνευσασανκινδυνευσαντακινδυνευ·σασ·ανκινδυνευ·σαντ·α
Datκινδυνευσασῃκινδυνευσαντικινδυνευ·σασ·ῃκινδυνευ·σαντ·ι
Genκινδυνευσασηςκινδυνευσαντοςκινδυνευ·σασ·ηςκινδυνευ·σαντ·ος
PlVocκινδυνευσασαικινδυνευσαντεςκινδυνευσαντακινδυνευ·σασ·αικινδυνευ·σαντ·εςκινδυνευ·σαντ·α
Nom
Accκινδυνευσασαςκινδυνευσανταςκινδυνευ·σασ·αςκινδυνευ·σαντ·ας
Datκινδυνευσασαιςκινδυνευσασι, κινδυνευσασινκινδυνευ·σασ·αιςκινδυνευ·σα[ντ]·σι(ν)
Genκινδυνευσασωνκινδυνευσαντωνκινδυνευ·σασ·ωνκινδυνευ·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocκινδυνευσαμενηκινδυνευσαμενεκινδυνευ·σαμεν·ηκινδυνευ·σαμεν·ε
Nomκινδυνευσαμενοςκινδυνευ·σαμεν·ος
Accκινδυνευσαμενηνκινδυνευσαμενονκινδυνευ·σαμεν·ηνκινδυνευ·σαμεν·ον
Datκινδυνευσαμενῃκινδυνευσαμενῳκινδυνευ·σαμεν·ῃκινδυνευ·σαμεν·ῳ
Genκινδυνευσαμενηςκινδυνευσαμενουκινδυνευ·σαμεν·ηςκινδυνευ·σαμεν·ου
PlVocκινδυνευσαμεναικινδυνευσαμενοικινδυνευσαμενακινδυνευ·σαμεν·αικινδυνευ·σαμεν·οικινδυνευ·σαμεν·α
Nom
Accκινδυνευσαμεναςκινδυνευσαμενουςκινδυνευ·σαμεν·αςκινδυνευ·σαμεν·ους
Datκινδυνευσαμεναιςκινδυνευσαμενοιςκινδυνευ·σαμεν·αιςκινδυνευ·σαμεν·οις
Genκινδυνευσαμενωνκινδυνευσαμενωνκινδυνευ·σαμεν·ωνκινδυνευ·σαμεν·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Monday, 18-Nov-2019 04:32:51 EST