αποδοκιμαζω • APODOKIMAZW • apodokimazō

Search: απεδοκιμασαν

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
απεδοκιμασανἀποδοκιμάζωαπο·ε·δοκιμα·σαν1aor act ind 3rd pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
απεδοκιμασανἀποδοκιμάζωαπο·ε·δοκιμα·σαν1aor act ind 3rd pl

ἀπο·δοκιμάζω (απο+δοκιμαζ-, απο+δοκιμ(α)·[σ]-, απο+δοκιμα·σ-, -, απο+δεδοκιμασ-, απο+δοκιμασ·θ-)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμαζωαπο·δοκιμαζ·ωαποδοκιμαζομαιαπο·δοκιμαζ·ομαι
2ndαποδοκιμαζειςαπο·δοκιμαζ·ειςαποδοκιμαζῃ, αποδοκιμαζει, αποδοκιμαζεσαιαπο·δοκιμαζ·ῃ, απο·δοκιμαζ·ει classical, απο·δοκιμαζ·εσαι alt
3rdαποδοκιμαζειαπο·δοκιμαζ·ειαποδοκιμαζεταιαπο·δοκιμαζ·εται
Pl1stαποδοκιμαζομεναπο·δοκιμαζ·ομεναποδοκιμαζομεθααπο·δοκιμαζ·ομεθα
2ndαποδοκιμαζετεαπο·δοκιμαζ·ετεαποδοκιμαζεσθεαπο·δοκιμαζ·εσθε
3rdαποδοκιμαζουσιν, αποδοκιμαζουσιαπο·δοκιμαζ·ουσι(ν)αποδοκιμαζονταιαπο·δοκιμαζ·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμαζωαπο·δοκιμαζ·ωαποδοκιμαζωμαιαπο·δοκιμαζ·ωμαι
2ndαποδοκιμαζῃςαπο·δοκιμαζ·ῃςαποδοκιμαζῃαπο·δοκιμαζ·ῃ
3rdαποδοκιμαζῃαπο·δοκιμαζ·ῃαποδοκιμαζηταιαπο·δοκιμαζ·ηται
Pl1stαποδοκιμαζωμεναπο·δοκιμαζ·ωμεναποδοκιμαζωμεθααπο·δοκιμαζ·ωμεθα
2ndαποδοκιμαζητεαπο·δοκιμαζ·ητεαποδοκιμαζησθεαπο·δοκιμαζ·ησθε
3rdαποδοκιμαζωσιν, αποδοκιμαζωσιαπο·δοκιμαζ·ωσι(ν)αποδοκιμαζωνταιαπο·δοκιμαζ·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμαζοιμιαπο·δοκιμαζ·οιμιαποδοκιμαζοιμηναπο·δοκιμαζ·οιμην
2ndαποδοκιμαζοιςαπο·δοκιμαζ·οιςαποδοκιμαζοιοαπο·δοκιμαζ·οιο
3rdαποδοκιμαζοιαπο·δοκιμαζ·οιαποδοκιμαζοιτοαπο·δοκιμαζ·οιτο
Pl1stαποδοκιμαζοιμεναπο·δοκιμαζ·οιμεναποδοκιμαζοιμεθααπο·δοκιμαζ·οιμεθα
2ndαποδοκιμαζοιτεαπο·δοκιμαζ·οιτεαποδοκιμαζοισθεαπο·δοκιμαζ·οισθε
3rdαποδοκιμαζοιεν, αποδοκιμαζοισαναπο·δοκιμαζ·οιεν, απο·δοκιμαζ·οισαν altαποδοκιμαζοιντοαπο·δοκιμαζ·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndαποδοκιμαζεαπο·δοκιμαζ·εαποδοκιμαζουαπο·δοκιμαζ·ου
3rdαποδοκιμαζετωαπο·δοκιμαζ·ετωαποδοκιμαζεσθωαπο·δοκιμαζ·εσθω
Pl1st
2ndαποδοκιμαζετεαπο·δοκιμαζ·ετεαποδοκιμαζεσθεαπο·δοκιμαζ·εσθε
3rdαποδοκιμαζετωσαν, αποδοκιμαζοντωναπο·δοκιμαζ·ετωσαν, απο·δοκιμαζ·οντων classicalαποδοκιμαζεσθωσαν, αποδοκιμαζεσθωναπο·δοκιμαζ·εσθωσαν, απο·δοκιμαζ·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
αποδοκιμαζειν​απο·δοκιμαζ·ειν​αποδοκιμαζεσθαι​απο·δοκιμαζ·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαποδοκιμαζουσααποδοκιμαζοναπο·δοκιμαζ·ουσ·ααπο·δοκιμαζ·ο[υ]ν[τ]
Nomαποδοκιμαζων[LXX]απο·δοκιμαζ·ο[υ]ν[τ]·^
Accαποδοκιμαζουσαναποδοκιμαζοντααπο·δοκιμαζ·ουσ·αναπο·δοκιμαζ·ο[υ]ντ·α
Datαποδοκιμαζουσῃαποδοκιμαζοντιαπο·δοκιμαζ·ουσ·ῃαπο·δοκιμαζ·ο[υ]ντ·ι
Genαποδοκιμαζουσηςαποδοκιμαζοντοςαπο·δοκιμαζ·ουσ·ηςαπο·δοκιμαζ·ο[υ]ντ·ος
PlVocαποδοκιμαζουσαιαποδοκιμαζοντεςαποδοκιμαζοντααπο·δοκιμαζ·ουσ·αιαπο·δοκιμαζ·ο[υ]ντ·εςαπο·δοκιμαζ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accαποδοκιμαζουσαςαποδοκιμαζονταςαπο·δοκιμαζ·ουσ·αςαπο·δοκιμαζ·ο[υ]ντ·ας
Datαποδοκιμαζουσαιςαποδοκιμαζουσι, αποδοκιμαζουσιναπο·δοκιμαζ·ουσ·αιςαπο·δοκιμαζ·ου[ντ]·σι(ν)
Genαποδοκιμαζουσωναποδοκιμαζοντωναπο·δοκιμαζ·ουσ·ωναπο·δοκιμαζ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαποδοκιμαζομενηαποδοκιμαζομενεαπο·δοκιμαζ·ομεν·ηαπο·δοκιμαζ·ομεν·ε
Nomαποδοκιμαζομενοςαπο·δοκιμαζ·ομεν·ος
Accαποδοκιμαζομενηναποδοκιμαζομενοναπο·δοκιμαζ·ομεν·ηναπο·δοκιμαζ·ομεν·ον
Datαποδοκιμαζομενῃαποδοκιμαζομενῳαπο·δοκιμαζ·ομεν·ῃαπο·δοκιμαζ·ομεν·ῳ
Genαποδοκιμαζομενηςαποδοκιμαζομενουαπο·δοκιμαζ·ομεν·ηςαπο·δοκιμαζ·ομεν·ου
PlVocαποδοκιμαζομεναιαποδοκιμαζομενοιαποδοκιμαζομενααπο·δοκιμαζ·ομεν·αιαπο·δοκιμαζ·ομεν·οιαπο·δοκιμαζ·ομεν·α
Nom
Accαποδοκιμαζομεναςαποδοκιμαζομενουςαπο·δοκιμαζ·ομεν·αςαπο·δοκιμαζ·ομεν·ους
Datαποδοκιμαζομεναιςαποδοκιμαζομενοιςαπο·δοκιμαζ·ομεν·αιςαπο·δοκιμαζ·ομεν·οις
Genαποδοκιμαζομενωναποδοκιμαζομενωναπο·δοκιμαζ·ομεν·ωναπο·δοκιμαζ·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαπεδοκιμαζοναπο·ε·δοκιμαζ·οναπεδοκιμαζομηναπο·ε·δοκιμαζ·ομην
2ndαπεδοκιμαζεςαπο·ε·δοκιμαζ·εςαπεδοκιμαζουαπο·ε·δοκιμαζ·ου
3rdαπεδοκιμαζεν, απεδοκιμαζεαπο·ε·δοκιμαζ·ε(ν)απεδοκιμαζετοαπο·ε·δοκιμαζ·ετο
Pl1stαπεδοκιμαζομεναπο·ε·δοκιμαζ·ομεναπεδοκιμαζομεθααπο·ε·δοκιμαζ·ομεθα
2ndαπεδοκιμαζετεαπο·ε·δοκιμαζ·ετεαπεδοκιμαζεσθεαπο·ε·δοκιμαζ·εσθε
3rdαπεδοκιμαζον, απεδοκιμαζοσαναπο·ε·δοκιμαζ·ον, απο·ε·δοκιμαζ·οσαν altαπεδοκιμαζοντοαπο·ε·δοκιμαζ·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμω[LXX]απο·δοκιμ(α)·[σ]ωαποδοκιμωμαιαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομαι
2ndαποδοκιμᾳςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ειςαποδοκιμᾳ, αποδοκιμασαιαπο·δοκιμ(α)·[σ]ῃ, απο·δοκιμ(α)·[σ]ει classical, απο·δοκιμ(α)·[σ]εσαι alt
3rdαποδοκιμᾳαπο·δοκιμ(α)·[σ]ειαποδοκιματαιαπο·δοκιμ(α)·[σ]εται
Pl1stαποδοκιμωμεναπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεναποδοκιμωμεθααπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεθα
2ndαποδοκιματεαπο·δοκιμ(α)·[σ]ετεαποδοκιμασθεαπο·δοκιμ(α)·[σ]εσθε
3rdαποδοκιμωσιν, αποδοκιμωσιαπο·δοκιμ(α)·[σ]ουσι(ν)αποδοκιμωνταιαπο·δοκιμ(α)·[σ]ονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμῳμιαπο·δοκιμ(α)·[σ]οιμιαποδοκιμῳμηναπο·δοκιμ(α)·[σ]οιμην
2ndαποδοκιμῳςαπο·δοκιμ(α)·[σ]οιςαποδοκιμῳοαπο·δοκιμ(α)·[σ]οιο
3rdαποδοκιμῳαπο·δοκιμ(α)·[σ]οιαποδοκιμῳτοαπο·δοκιμ(α)·[σ]οιτο
Pl1stαποδοκιμῳμεναπο·δοκιμ(α)·[σ]οιμεναποδοκιμῳμεθααπο·δοκιμ(α)·[σ]οιμεθα
2ndαποδοκιμῳτεαπο·δοκιμ(α)·[σ]οιτεαποδοκιμῳσθεαπο·δοκιμ(α)·[σ]οισθε
3rdαποδοκιμῳεναπο·δοκιμ(α)·[σ]οιεναποδοκιμῳντοαπο·δοκιμ(α)·[σ]οιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
αποδοκιμᾳν​απο·δοκιμ(α)·[σ]ειν​αποδοκιμασθαι​απο·δοκιμ(α)·[σ]εσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαποδοκιμωσααποδοκιμωναπο·δοκιμ(α)·[σ]ουσ·ααπο·δοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ν[τ]
Nomαποδοκιμωναπο·δοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ν[τ]·^
Accαποδοκιμωσαναποδοκιμωντααπο·δοκιμ(α)·[σ]ουσ·αναπο·δοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·α
Datαποδοκιμωσῃαποδοκιμωντιαπο·δοκιμ(α)·[σ]ουσ·ῃαπο·δοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·ι
Genαποδοκιμωσηςαποδοκιμωντοςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ουσ·ηςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·ος
PlVocαποδοκιμωσαιαποδοκιμωντεςαποδοκιμωντααπο·δοκιμ(α)·[σ]ουσ·αιαπο·δοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·εςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·α
Nom
Accαποδοκιμωσαςαποδοκιμωνταςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ουσ·αςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·ας
Datαποδοκιμωσαιςαποδοκιμωσι, αποδοκιμωσιναπο·δοκιμ(α)·[σ]ουσ·αιςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ου[ντ]·σι(ν)
Genαποδοκιμωσωναποδοκιμωντωναπο·δοκιμ(α)·[σ]ουσ·ωναπο·δοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαποδοκιμωμενηαποδοκιμωμενεαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ηαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ε
Nomαποδοκιμωμενοςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ος
Accαποδοκιμωμενηναποδοκιμωμενοναπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ηναπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ον
Datαποδοκιμωμενῃαποδοκιμωμενῳαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ῃαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ῳ
Genαποδοκιμωμενηςαποδοκιμωμενουαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ηςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ου
PlVocαποδοκιμωμεναιαποδοκιμωμενοιαποδοκιμωμενααπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·αιαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·οιαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·α
Nom
Accαποδοκιμωμεναςαποδοκιμωμενουςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·αςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ους
Datαποδοκιμωμεναιςαποδοκιμωμενοιςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·αιςαπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·οις
Genαποδοκιμωμενωναποδοκιμωμενωναπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ωναπο·δοκιμ(α)·[σ]ομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαπεδοκιμασααπο·ε·δοκιμα·σααπεδοκιμασαμηναπο·ε·δοκιμα·σαμην
2ndαπεδοκιμασας[LXX]απο·ε·δοκιμα·σαςαπεδοκιμασωαπο·ε·δοκιμα·σω
3rdαπεδοκιμασεν[LXX], απεδοκιμασεαπο·ε·δοκιμα·σε(ν), απο·ε·δοκιμα·σε(ν)απεδοκιμασατοαπο·ε·δοκιμα·σατο
Pl1stαπεδοκιμασαμεναπο·ε·δοκιμα·σαμεναπεδοκιμασαμεθααπο·ε·δοκιμα·σαμεθα
2ndαπεδοκιμασατεαπο·ε·δοκιμα·σατεαπεδοκιμασασθεαπο·ε·δοκιμα·σασθε
3rdαπεδοκιμασαν[GNT][LXX]απο·ε·δοκιμα·σαναπεδοκιμασαντοαπο·ε·δοκιμα·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμασωαπο·δοκιμα·σωαποδοκιμασωμαιαπο·δοκιμα·σωμαι
2ndαποδοκιμασῃς[LXX]απο·δοκιμα·σῃςαποδοκιμασῃαπο·δοκιμα·σῃ
3rdαποδοκιμασῃαπο·δοκιμα·σῃαποδοκιμασηταιαπο·δοκιμα·σηται
Pl1stαποδοκιμασωμεναπο·δοκιμα·σωμεναποδοκιμασωμεθααπο·δοκιμα·σωμεθα
2ndαποδοκιμασητεαπο·δοκιμα·σητεαποδοκιμασησθεαπο·δοκιμα·σησθε
3rdαποδοκιμασωσιν, αποδοκιμασωσιαπο·δοκιμα·σωσι(ν)αποδοκιμασωνταιαπο·δοκιμα·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμασαιμιαπο·δοκιμα·σαιμιαποδοκιμασαιμηναπο·δοκιμα·σαιμην
2ndαποδοκιμασαις, αποδοκιμασειαςαπο·δοκιμα·σαις, απο·δοκιμα·σειας classicalαποδοκιμασαιοαπο·δοκιμα·σαιο
3rdαποδοκιμασαι, αποδοκιμασειεαπο·δοκιμα·σαι, απο·δοκιμα·σειε classicalαποδοκιμασαιτοαπο·δοκιμα·σαιτο
Pl1stαποδοκιμασαιμεναπο·δοκιμα·σαιμεναποδοκιμασαιμεθααπο·δοκιμα·σαιμεθα
2ndαποδοκιμασαιτεαπο·δοκιμα·σαιτεαποδοκιμασαισθεαπο·δοκιμα·σαισθε
3rdαποδοκιμασαιεν, αποδοκιμασαισαν, αποδοκιμασειαν, αποδοκιμασειεναπο·δοκιμα·σαιεν, απο·δοκιμα·σαισαν alt, απο·δοκιμα·σειαν classical, απο·δοκιμα·σειεν classicalαποδοκιμασαιντοαπο·δοκιμα·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndαποδοκιμασοναπο·δοκιμα·σοναποδοκιμασαιαπο·δοκιμα·σαι
3rdαποδοκιμασατωαπο·δοκιμα·σατωαποδοκιμασασθωαπο·δοκιμα·σασθω
Pl1st
2ndαποδοκιμασατεαπο·δοκιμα·σατεαποδοκιμασασθεαπο·δοκιμα·σασθε
3rdαποδοκιμασατωσαν, αποδοκιμασαντωναπο·δοκιμα·σατωσαν, απο·δοκιμα·σαντων classicalαποδοκιμασασθωσαν, αποδοκιμασασθωναπο·δοκιμα·σασθωσαν, απο·δοκιμα·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
αποδοκιμασαι​απο·δοκιμα·σαι​αποδοκιμασασθαι​απο·δοκιμα·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαποδοκιμασασααποδοκιμασαςαποδοκιμασαναπο·δοκιμα·σασ·ααπο·δοκιμα·σα[ντ]·ςαπο·δοκιμα·σαν[τ]
Nom
Accαποδοκιμασασαναποδοκιμασαντααπο·δοκιμα·σασ·αναπο·δοκιμα·σαντ·α
Datαποδοκιμασασῃαποδοκιμασαντιαπο·δοκιμα·σασ·ῃαπο·δοκιμα·σαντ·ι
Genαποδοκιμασασηςαποδοκιμασαντοςαπο·δοκιμα·σασ·ηςαπο·δοκιμα·σαντ·ος
PlVocαποδοκιμασασαιαποδοκιμασαντεςαποδοκιμασαντααπο·δοκιμα·σασ·αιαπο·δοκιμα·σαντ·εςαπο·δοκιμα·σαντ·α
Nom
Accαποδοκιμασασαςαποδοκιμασανταςαπο·δοκιμα·σασ·αςαπο·δοκιμα·σαντ·ας
Datαποδοκιμασασαιςαποδοκιμασασι, αποδοκιμασασιναπο·δοκιμα·σασ·αιςαπο·δοκιμα·σα[ντ]·σι(ν)
Genαποδοκιμασασωναποδοκιμασαντωναπο·δοκιμα·σασ·ωναπο·δοκιμα·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαποδοκιμασαμενηαποδοκιμασαμενεαπο·δοκιμα·σαμεν·ηαπο·δοκιμα·σαμεν·ε
Nomαποδοκιμασαμενοςαπο·δοκιμα·σαμεν·ος
Accαποδοκιμασαμενηναποδοκιμασαμενοναπο·δοκιμα·σαμεν·ηναπο·δοκιμα·σαμεν·ον
Datαποδοκιμασαμενῃαποδοκιμασαμενῳαπο·δοκιμα·σαμεν·ῃαπο·δοκιμα·σαμεν·ῳ
Genαποδοκιμασαμενηςαποδοκιμασαμενουαπο·δοκιμα·σαμεν·ηςαπο·δοκιμα·σαμεν·ου
PlVocαποδοκιμασαμεναιαποδοκιμασαμενοιαποδοκιμασαμενααπο·δοκιμα·σαμεν·αιαπο·δοκιμα·σαμεν·οιαπο·δοκιμα·σαμεν·α
Nom
Accαποδοκιμασαμεναςαποδοκιμασαμενουςαπο·δοκιμα·σαμεν·αςαπο·δοκιμα·σαμεν·ους
Datαποδοκιμασαμεναιςαποδοκιμασαμενοιςαπο·δοκιμα·σαμεν·αιςαπο·δοκιμα·σαμεν·οις
Genαποδοκιμασαμενωναποδοκιμασαμενωναπο·δοκιμα·σαμεν·ωναπο·δοκιμα·σαμεν·ων

4th and 5th Principal Parts (Perfect and Pluperfect) [hide]

Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδεδοκιμασμαιαπο·δεδοκιμασ·μαι
2ndαποδεδοκιμασαιαπο·δεδοκιμασ·[σ]αι
3rdαποδεδοκιμασταιαπο·δεδοκιμασ·ται
Pl1stαποδεδοκιμασμεθααπο·δεδοκιμασ·μεθα
2ndαποδεδοκιμασθεαπο·δεδοκιμασ·[σ]θε
3rdαποδεδοκιμαδαταιαπο·δεδοκιμασ·νται

Future Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδεδοκιμασομαιαπο·δεδοκιμασ·[σ]ομαι
2ndαποδεδοκιμασῃ, αποδεδοκιμασειαπο·δεδοκιμασ·[σ]ῃ, απο·δεδοκιμασ·[σ]ει classical
3rdαποδεδοκιμασεταιαπο·δεδοκιμασ·[σ]εται
Pl1stαποδεδοκιμασομεθααπο·δεδοκιμασ·[σ]ομεθα
2ndαποδεδοκιμασεσθεαπο·δεδοκιμασ·[σ]εσθε
3rdαποδεδοκιμασονταιαπο·δεδοκιμασ·[σ]ονται

Perfect Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Future Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδεδοκιμασοιμηναπο·δεδοκιμασ·[σ]οιμην
2ndαποδεδοκιμασοιοαπο·δεδοκιμασ·[σ]οιο
3rdαποδεδοκιμασοιτοαπο·δεδοκιμασ·[σ]οιτο
Pl1stαποδεδοκιμασοιμεθααπο·δεδοκιμασ·[σ]οιμεθα
2ndαποδεδοκιμασοισθεαπο·δεδοκιμασ·[σ]οισθε
3rdαποδεδοκιμασοιντοαπο·δεδοκιμασ·[σ]οιντο

Perfect Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndαποδεδοκιμασοαπο·δεδοκιμασ·[σ]ο
3rdαποδεδοκιμασθωαπο·δεδοκιμασ·[σ]θω
Pl1st
2ndαποδεδοκιμασθεαπο·δεδοκιμασ·[σ]θε
3rdαποδεδοκιμασθωσαν, αποδεδοκιμασθωναπο·δεδοκιμασ·[σ]θωσαν, απο·δεδοκιμασ·[σ]θων classical

Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
αποδεδοκιμασθαι​απο·δεδοκιμασ·[σ]θαι​

Future Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
αποδεδοκιμασεσθαι​απο·δεδοκιμασ·[σ]εσθαι​

Perfect Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαποδεδοκιμασμενηαποδεδοκιμασμενεαπο·δεδοκιμασ·μεν·ηαπο·δεδοκιμασ·μεν·ε
Nomαποδεδοκιμασμενοςαπο·δεδοκιμασ·μεν·ος
Accαποδεδοκιμασμενηναποδεδοκιμασμενον[GNT][LXX]απο·δεδοκιμασ·μεν·ηναπο·δεδοκιμασ·μεν·ον
Datαποδεδοκιμασμενῃαποδεδοκιμασμενῳαπο·δεδοκιμασ·μεν·ῃαπο·δεδοκιμασ·μεν·ῳ
Genαποδεδοκιμασμενηςαποδεδοκιμασμενουαπο·δεδοκιμασ·μεν·ηςαπο·δεδοκιμασ·μεν·ου
PlVocαποδεδοκιμασμεναιαποδεδοκιμασμενοιαποδεδοκιμασμενααπο·δεδοκιμασ·μεν·αιαπο·δεδοκιμασ·μεν·οιαπο·δεδοκιμασ·μεν·α
Nom
Accαποδεδοκιμασμεναςαποδεδοκιμασμενουςαπο·δεδοκιμασ·μεν·αςαπο·δεδοκιμασ·μεν·ους
Datαποδεδοκιμασμεναιςαποδεδοκιμασμενοιςαπο·δεδοκιμασ·μεν·αιςαπο·δεδοκιμασ·μεν·οις
Genαποδεδοκιμασμενωναποδεδοκιμασμενωναπο·δεδοκιμασ·μεν·ωναπο·δεδοκιμασ·μεν·ων

Pluperfect Indicative Augmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαπεδεδοκιμασμηναπο·ε·δεδοκιμασ·μην
2ndαπεδεδοκιμασοαπο·ε·δεδοκιμασ·[σ]ο
3rdαπεδεδοκιμαστοαπο·ε·δεδοκιμασ·το
Pl1stαπεδεδοκιμασμεθααπο·ε·δεδοκιμασ·μεθα
2ndαπεδεδοκιμασθεαπο·ε·δεδοκιμασ·[σ]θε
3rdαπεδεδοκιμαδατοαπο·ε·δεδοκιμασ·ντο

Pluperfect Indicative Unaugmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stαποδεδοκιμασμηναπο·[ε]·δεδοκιμασ·μην
2ndαποδεδοκιμασοαπο·[ε]·δεδοκιμασ·[σ]ο
3rdαποδεδοκιμαστοαπο·[ε]·δεδοκιμασ·το
Pl1stαποδεδοκιμασμεθααπο·[ε]·δεδοκιμασ·μεθα
2ndαποδεδοκιμασθεαπο·[ε]·δεδοκιμασ·[σ]θε
3rdαποδεδοκιμαδατοαπο·[ε]·δεδοκιμασ·ντο

6th Principal Part (θη-Aorist and θη-Future) [hide]

θη-Aorist Indicative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stαπεδοκιμασθηναπο·ε·δοκιμασ·θην
2ndαπεδοκιμασθηςαπο·ε·δοκιμασ·θης
3rdαπεδοκιμασθη[GNT]απο·ε·δοκιμασ·θη
Pl1stαπεδοκιμασθημεναπο·ε·δοκιμασ·θημεν
2ndαπεδοκιμασθητεαπο·ε·δοκιμασ·θητε
3rdαπεδοκιμασθησαναπο·ε·δοκιμασ·θησαν

θη-Future Indicative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμασθησομαιαπο·δοκιμασ·θησομαι
2ndαποδοκιμασθησῃ, αποδοκιμασθησειαπο·δοκιμασ·θησῃ, απο·δοκιμασ·θησει classical
3rdαποδοκιμασθησεται[LXX]απο·δοκιμασ·θησεται
Pl1stαποδοκιμασθησομεθααπο·δοκιμασ·θησομεθα
2ndαποδοκιμασθησεσθεαπο·δοκιμασ·θησεσθε
3rdαποδοκιμασθησονταιαπο·δοκιμασ·θησονται

θη-Aorist Subjunctive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμασθωαπο·δοκιμασ·θω
2ndαποδοκιμασθῃςαπο·δοκιμασ·θῃς
3rdαποδοκιμασθῃαπο·δοκιμασ·θῃ
Pl1stαποδοκιμασθωμεναπο·δοκιμασ·θωμεν
2ndαποδοκιμασθητεαπο·δοκιμασ·θητε
3rdαποδοκιμασθωσιν, αποδοκιμασθωσιαπο·δοκιμασ·θωσι(ν)

θη-Aorist Optative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμασθειηναπο·δοκιμασ·θειην
2ndαποδοκιμασθειηςαπο·δοκιμασ·θειης
3rdαποδοκιμασθειηαπο·δοκιμασ·θειη
Pl1stαποδοκιμασθειημεν, αποδοκιμασθειμεναπο·δοκιμασ·θειημεν, απο·δοκιμασ·θειμεν classical
2ndαποδοκιμασθειητε, αποδοκιμασθειτεαπο·δοκιμασ·θειητε, απο·δοκιμασ·θειτε classical
3rdαποδοκιμασθειησαν, αποδοκιμασθειεναπο·δοκιμασ·θειησαν, απο·δοκιμασ·θειεν classical

θη-Future Optative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stαποδοκιμασθησοιμηναπο·δοκιμασ·θησοιμην
2ndαποδοκιμασθησοιοαπο·δοκιμασ·θησοιο
3rdαποδοκιμασθησοιτοαπο·δοκιμασ·θησοιτο
Pl1stαποδοκιμασθησοιμεθααπο·δοκιμασ·θησοιμεθα
2ndαποδοκιμασθησοισθεαπο·δοκιμασ·θησοισθε
3rdαποδοκιμασθησοιντοαπο·δοκιμασ·θησοιντο

θη-Aorist Imperative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1st
2ndαποδοκιμασθητιαπο·δοκιμασ·θητι
3rdαποδοκιμασθητωαπο·δοκιμασ·θητω
Pl1st
2ndαποδοκιμασθητεαπο·δοκιμασ·θητε
3rdαποδοκιμασθητωσαν, αποδοκιμασθεντωναπο·δοκιμασ·θητωσαν, απο·δοκιμασ·θεντων classical

θη-Aorist Infinitive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
αποδοκιμασθηναι[GNT]​απο·δοκιμασ·θηναι

θη-Future Infinitive [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
αποδοκιμασθησεσθαι​απο·δοκιμασ·θησεσθαι​

θη-Aorist Participle [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαποδοκιμασθεισααποδοκιμασθειςαποδοκιμασθεναπο·δοκιμασ·θεισ·ααπο·δοκιμασ·θει[ντ]·ςαπο·δοκιμασ·θε[ι]ν[τ]
Nom
Accαποδοκιμασθεισαναποδοκιμασθεντααπο·δοκιμασ·θεισ·αναπο·δοκιμασ·θε[ι]ντ·α
Datαποδοκιμασθεισῃαποδοκιμασθεντιαπο·δοκιμασ·θεισ·ῃαπο·δοκιμασ·θε[ι]ντ·ι
Genαποδοκιμασθεισηςαποδοκιμασθεντοςαπο·δοκιμασ·θεισ·ηςαπο·δοκιμασ·θε[ι]ντ·ος
PlVocαποδοκιμασθεισαιαποδοκιμασθεντεςαποδοκιμασθεντααπο·δοκιμασ·θεισ·αιαπο·δοκιμασ·θε[ι]ντ·εςαπο·δοκιμασ·θε[ι]ντ·α
Nom
Accαποδοκιμασθεισαςαποδοκιμασθενταςαπο·δοκιμασ·θεισ·αςαπο·δοκιμασ·θε[ι]ντ·ας
Datαποδοκιμασθεισαιςαποδοκιμασθεισι, αποδοκιμασθεισιναπο·δοκιμασ·θεισ·αιςαπο·δοκιμασ·θει[ντ]·σι(ν)
Genαποδοκιμασθεισωναποδοκιμασθεντωναπο·δοκιμασ·θεισ·ωναπο·δοκιμασ·θε[ι]ντ·ος

θη-Future Participle [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαποδοκιμασθησομενηαποδοκιμασθησομενεαπο·δοκιμασ·θησομεν·ηαπο·δοκιμασ·θησομεν·ε
Nomαποδοκιμασθησομενοςαπο·δοκιμασ·θησομεν·ος
Accαποδοκιμασθησομενηναποδοκιμασθησομενοναπο·δοκιμασ·θησομεν·ηναπο·δοκιμασ·θησομεν·ον
Datαποδοκιμασθησομενῃαποδοκιμασθησομενῳαπο·δοκιμασ·θησομεν·ῃαπο·δοκιμασ·θησομεν·ῳ
Genαποδοκιμασθησομενηςαποδοκιμασθησομενουαπο·δοκιμασ·θησομεν·ηςαπο·δοκιμασ·θησομεν·ου
PlVocαποδοκιμασθησομεναιαποδοκιμασθησομενοιαποδοκιμασθησομενααπο·δοκιμασ·θησομεν·αιαπο·δοκιμασ·θησομεν·οιαπο·δοκιμασ·θησομεν·α
Nom
Accαποδοκιμασθησομεναςαποδοκιμασθησομενουςαπο·δοκιμασ·θησομεν·αςαπο·δοκιμασ·θησομεν·ους
Datαποδοκιμασθησομεναιςαποδοκιμασθησομενοιςαπο·δοκιμασ·θησομεν·αιςαπο·δοκιμασ·θησομεν·οις
Genαποδοκιμασθησομενωναποδοκιμασθησομενωναπο·δοκιμασ·θησομεν·ωναπο·δοκιμασ·θησομεν·ου

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Saturday, 14-Dec-2019 08:13:50 EST