χειμαρρος χειμαρρους • CEIMARROS CEIMARROUS XEIMARROS XEIMARROUS • cheimarros cheimarrous

Search: χειμαρρου

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
χειμαρρουχείμαρροςχειμαρρ·ου(mas) gen sg
χειμαρρου; χειμαρρουχειμάρρουςχειμαρρ(ο)·ου; χειμαρρ(ο)·ε(mas) gen sg; (mas) voc sg
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
χειμαρρουχειμάρρουςχειμαρρ(ο)·ου(mas) gen sg
χειμαρρουχειμάρρουςχειμαρρ(ο)·ε(mas) voc sg
χειμαρρουχείμαρροςχειμαρρ·ου(mas) gen sg

χείμα·ρρος/-ρρους, -ου, ὁ

Noun (Mas. 2nd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2nd Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocχειμαρρου[GNT][LXX]χειμαρρ(ο)·ε
Nomχειμαρρους[LXX]χειμαρρ(ο)·ος
Accχειμαρρουν[LXX]χειμαρρ(ο)·ον
Datχειμαρρῳ[LXX]χειμαρρ(ο)·ῳ
Genχειμαρρου[GNT][LXX]χειμαρρ(ο)·ου
PlVocχειμαρροι[LXX]χειμαρρ(ο)·οι
Nom
Accχειμαρρους[LXX]χειμαρρ(ο)·ους
Datχειμαρροις[LXX]χειμαρρ(ο)·οις
Genχειμαρρων[LXX]χειμαρρ(ο)·ων
2nd Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocχειμαρρεχειμαρρ·ε
Nomχειμαρροςχειμαρρ·ος
Accχειμαρρον[LXX]χειμαρρ·ον
Datχειμαρρῳ[LXX]χειμαρρ·ῳ
Genχειμαρρου[GNT][LXX]χειμαρρ·ου
PlVocχειμαρροι[LXX]χειμαρρ·οι
Nom
Accχειμαρρους[LXX]χειμαρρ·ους
Datχειμαρροις[LXX]χειμαρρ·οις
Genχειμαρρων[LXX]χειμαρρ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 23-Aug-2019 02:40:45 EDT