ταλαιπωρεω • TALAIPWREW • talaipōreō

Search: ταλαιπωρουσιν

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ταλαιπωρουσιν; ταλαιπωρουσιν; ταλαιπωρουσινταλαιπωρέωταλαιπωρ(ε)·ουσι(ν); ταλαιπωρ(ε)·ου[ντ]·σι(ν); ταλαιπωρ(ε)·ου[ντ]·σι(ν)pres act ind 3rd pl; pres act ptcp mas dat pl; pres act ptcp neu dat pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ταλαιπωρουσινταλαιπωρέωταλαιπωρ(ε)·ουσι(ν)pres act ind 3rd pl
ταλαιπωρουσινταλαιπωρέωταλαιπωρ(ε)·ου[ντ]·σι(ν)pres act ptcp mas dat pl
ταλαιπωρουσινταλαιπωρέωταλαιπωρ(ε)·ου[ντ]·σι(ν)pres act ptcp neu dat pl

ταλαιπωρέω (ταλαιπωρ(ε)-, ταλαιπωρη·σ-, ταλαιπωρη·σ-, τεταλαιπωρη·κ-, -, -)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stταλαιπωρωταλαιπωρ(ε)·ωταλαιπωρουμαιταλαιπωρ(ε)·ομαι
2ndταλαιπωρειςταλαιπωρ(ε)·ειςταλαιπωρῃ, ταλαιπωρει, ταλαιπωρεισαιταλαιπωρ(ε)·ῃ, ταλαιπωρ(ε)·ει classical, ταλαιπωρ(ε)·εσαι alt
3rdταλαιπωρειταλαιπωρ(ε)·ειταλαιπωρειταιταλαιπωρ(ε)·εται
Pl1stταλαιπωρουμεν[LXX]ταλαιπωρ(ε)·ομενταλαιπωρουμεθαταλαιπωρ(ε)·ομεθα
2ndταλαιπωρειτεταλαιπωρ(ε)·ετεταλαιπωρεισθεταλαιπωρ(ε)·εσθε
3rdταλαιπωρουσιν[LXX], ταλαιπωρουσιταλαιπωρ(ε)·ουσι(ν), ταλαιπωρ(ε)·ουσι(ν)ταλαιπωρουνταιταλαιπωρ(ε)·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stταλαιπωρωταλαιπωρ(ε)·ωταλαιπωρωμαιταλαιπωρ(ε)·ωμαι
2ndταλαιπωρῃςταλαιπωρ(ε)·ῃςταλαιπωρῃταλαιπωρ(ε)·ῃ
3rdταλαιπωρῃταλαιπωρ(ε)·ῃταλαιπωρηταιταλαιπωρ(ε)·ηται
Pl1stταλαιπωρωμενταλαιπωρ(ε)·ωμενταλαιπωρωμεθαταλαιπωρ(ε)·ωμεθα
2ndταλαιπωρητεταλαιπωρ(ε)·ητεταλαιπωρησθεταλαιπωρ(ε)·ησθε
3rdταλαιπωρωσιν, ταλαιπωρωσιταλαιπωρ(ε)·ωσι(ν)ταλαιπωρωνταιταλαιπωρ(ε)·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stταλαιπωροιμιταλαιπωρ(ε)·οιμιταλαιπωροιμηνταλαιπωρ(ε)·οιμην
2ndταλαιπωροις[LXX]ταλαιπωρ(ε)·οιςταλαιπωροιοταλαιπωρ(ε)·οιο
3rdταλαιπωροι[LXX]ταλαιπωρ(ε)·οιταλαιπωροιτοταλαιπωρ(ε)·οιτο
Pl1stταλαιπωροιμενταλαιπωρ(ε)·οιμενταλαιπωροιμεθαταλαιπωρ(ε)·οιμεθα
2ndταλαιπωροιτεταλαιπωρ(ε)·οιτεταλαιπωροισθεταλαιπωρ(ε)·οισθε
3rdταλαιπωροιεν, ταλαιπωροισανταλαιπωρ(ε)·οιεν, ταλαιπωρ(ε)·οισαν altταλαιπωροιντοταλαιπωρ(ε)·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndταλαιπωρειταλαιπωρ(ε)·εταλαιπωρουταλαιπωρ(ε)·ου
3rdταλαιπωρειτωταλαιπωρ(ε)·ετωταλαιπωρεισθωταλαιπωρ(ε)·εσθω
Pl1st
2ndταλαιπωρειτεταλαιπωρ(ε)·ετεταλαιπωρεισθεταλαιπωρ(ε)·εσθε
3rdταλαιπωρειτωσαν, ταλαιπωρουντων[LXX]ταλαιπωρ(ε)·ετωσαν, ταλαιπωρ(ε)·οντων classicalταλαιπωρεισθωσαν, ταλαιπωρεισθωνταλαιπωρ(ε)·εσθωσαν, ταλαιπωρ(ε)·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ταλαιπωρειν​ταλαιπωρ(ε)·ειν​ταλαιπωρεισθαι​ταλαιπωρ(ε)·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocταλαιπωρουσαταλαιπωρουνταλαιπωρ(ε)·ουσ·αταλαιπωρ(ε)·ο[υ]ν[τ]
Nomταλαιπωρων[LXX]ταλαιπωρ(ε)·ο[υ]ν[τ]·^
Accταλαιπωρουσανταλαιπωρουνταταλαιπωρ(ε)·ουσ·ανταλαιπωρ(ε)·ο[υ]ντ·α
Datταλαιπωρουσῃταλαιπωρουντιταλαιπωρ(ε)·ουσ·ῃταλαιπωρ(ε)·ο[υ]ντ·ι
Genταλαιπωρουσηςταλαιπωρουντοςταλαιπωρ(ε)·ουσ·ηςταλαιπωρ(ε)·ο[υ]ντ·ος
PlVocταλαιπωρουσαιταλαιπωρουντες[LXX]ταλαιπωρουνταταλαιπωρ(ε)·ουσ·αιταλαιπωρ(ε)·ο[υ]ντ·εςταλαιπωρ(ε)·ο[υ]ντ·α
Nom
Accταλαιπωρουσαςταλαιπωρουνταςταλαιπωρ(ε)·ουσ·αςταλαιπωρ(ε)·ο[υ]ντ·ας
Datταλαιπωρουσαιςταλαιπωρουσι, ταλαιπωρουσιν[LXX]ταλαιπωρ(ε)·ουσ·αιςταλαιπωρ(ε)·ου[ντ]·σι(ν), ταλαιπωρ(ε)·ου[ντ]·σι(ν)
Genταλαιπωρουσωνταλαιπωρουντων[LXX]ταλαιπωρ(ε)·ουσ·ωνταλαιπωρ(ε)·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocταλαιπωρουμενηταλαιπωρουμενεταλαιπωρ(ε)·ομεν·ηταλαιπωρ(ε)·ομεν·ε
Nomταλαιπωρουμενοςταλαιπωρ(ε)·ομεν·ος
Accταλαιπωρουμενηνταλαιπωρουμενονταλαιπωρ(ε)·ομεν·ηνταλαιπωρ(ε)·ομεν·ον
Datταλαιπωρουμενῃταλαιπωρουμενῳταλαιπωρ(ε)·ομεν·ῃταλαιπωρ(ε)·ομεν·ῳ
Genταλαιπωρουμενηςταλαιπωρουμενουταλαιπωρ(ε)·ομεν·ηςταλαιπωρ(ε)·ομεν·ου
PlVocταλαιπωρουμεναιταλαιπωρουμενοιταλαιπωρουμεναταλαιπωρ(ε)·ομεν·αιταλαιπωρ(ε)·ομεν·οιταλαιπωρ(ε)·ομεν·α
Nom
Accταλαιπωρουμεναςταλαιπωρουμενουςταλαιπωρ(ε)·ομεν·αςταλαιπωρ(ε)·ομεν·ους
Datταλαιπωρουμεναιςταλαιπωρουμενοιςταλαιπωρ(ε)·ομεν·αιςταλαιπωρ(ε)·ομεν·οις
Genταλαιπωρουμενωνταλαιπωρουμενωνταλαιπωρ(ε)·ομεν·ωνταλαιπωρ(ε)·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεταλαιπωρουνε·ταλαιπωρ(ε)·ονεταλαιπωρουμηνε·ταλαιπωρ(ε)·ομην
2ndεταλαιπωρειςε·ταλαιπωρ(ε)·εςεταλαιπωρουε·ταλαιπωρ(ε)·ου
3rdεταλαιπωρειε·ταλαιπωρ(ε)·εεταλαιπωρειτοε·ταλαιπωρ(ε)·ετο
Pl1stεταλαιπωρουμενε·ταλαιπωρ(ε)·ομενεταλαιπωρουμεθαε·ταλαιπωρ(ε)·ομεθα
2ndεταλαιπωρειτεε·ταλαιπωρ(ε)·ετεεταλαιπωρεισθεε·ταλαιπωρ(ε)·εσθε
3rdεταλαιπωρουν, εταλαιπωρουσανε·ταλαιπωρ(ε)·ον, ε·ταλαιπωρ(ε)·οσαν altεταλαιπωρουντοε·ταλαιπωρ(ε)·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stταλαιπωρησωταλαιπωρη·σωταλαιπωρησομαιταλαιπωρη·σομαι
2ndταλαιπωρησειςταλαιπωρη·σειςταλαιπωρησῃ, ταλαιπωρησει, ταλαιπωρησεσαιταλαιπωρη·σῃ, ταλαιπωρη·σει classical, ταλαιπωρη·σεσαι alt
3rdταλαιπωρησειταλαιπωρη·σειταλαιπωρησεταιταλαιπωρη·σεται
Pl1stταλαιπωρησομενταλαιπωρη·σομενταλαιπωρησομεθαταλαιπωρη·σομεθα
2ndταλαιπωρησετεταλαιπωρη·σετεταλαιπωρησεσθεταλαιπωρη·σεσθε
3rdταλαιπωρησουσιν[LXX], ταλαιπωρησουσιταλαιπωρη·σουσι(ν), ταλαιπωρη·σουσι(ν)ταλαιπωρησονταιταλαιπωρη·σονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stταλαιπωρησοιμιταλαιπωρη·σοιμιταλαιπωρησοιμηνταλαιπωρη·σοιμην
2ndταλαιπωρησοιςταλαιπωρη·σοιςταλαιπωρησοιοταλαιπωρη·σοιο
3rdταλαιπωρησοιταλαιπωρη·σοιταλαιπωρησοιτοταλαιπωρη·σοιτο
Pl1stταλαιπωρησοιμενταλαιπωρη·σοιμενταλαιπωρησοιμεθαταλαιπωρη·σοιμεθα
2ndταλαιπωρησοιτεταλαιπωρη·σοιτεταλαιπωρησοισθεταλαιπωρη·σοισθε
3rdταλαιπωρησοιενταλαιπωρη·σοιενταλαιπωρησοιντοταλαιπωρη·σοιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ταλαιπωρησειν​ταλαιπωρη·σειν​ταλαιπωρησεσθαι​ταλαιπωρη·σεσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocταλαιπωρησουσαταλαιπωρησονταλαιπωρη·σουσ·αταλαιπωρη·σο[υ]ν[τ]
Nomταλαιπωρησωνταλαιπωρη·σο[υ]ν[τ]·^
Accταλαιπωρησουσανταλαιπωρησονταταλαιπωρη·σουσ·ανταλαιπωρη·σο[υ]ντ·α
Datταλαιπωρησουσῃταλαιπωρησοντιταλαιπωρη·σουσ·ῃταλαιπωρη·σο[υ]ντ·ι
Genταλαιπωρησουσηςταλαιπωρησοντοςταλαιπωρη·σουσ·ηςταλαιπωρη·σο[υ]ντ·ος
PlVocταλαιπωρησουσαιταλαιπωρησοντεςταλαιπωρησονταταλαιπωρη·σουσ·αιταλαιπωρη·σο[υ]ντ·εςταλαιπωρη·σο[υ]ντ·α
Nom
Accταλαιπωρησουσαςταλαιπωρησονταςταλαιπωρη·σουσ·αςταλαιπωρη·σο[υ]ντ·ας
Datταλαιπωρησουσαιςταλαιπωρησουσι, ταλαιπωρησουσιν[LXX]ταλαιπωρη·σουσ·αιςταλαιπωρη·σου[ντ]·σι(ν), ταλαιπωρη·σου[ντ]·σι(ν)
Genταλαιπωρησουσωνταλαιπωρησοντωνταλαιπωρη·σουσ·ωνταλαιπωρη·σο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocταλαιπωρησομενηταλαιπωρησομενεταλαιπωρη·σομεν·ηταλαιπωρη·σομεν·ε
Nomταλαιπωρησομενοςταλαιπωρη·σομεν·ος
Accταλαιπωρησομενηνταλαιπωρησομενονταλαιπωρη·σομεν·ηνταλαιπωρη·σομεν·ον
Datταλαιπωρησομενῃταλαιπωρησομενῳταλαιπωρη·σομεν·ῃταλαιπωρη·σομεν·ῳ
Genταλαιπωρησομενηςταλαιπωρησομενουταλαιπωρη·σομεν·ηςταλαιπωρη·σομεν·ου
PlVocταλαιπωρησομεναιταλαιπωρησομενοιταλαιπωρησομεναταλαιπωρη·σομεν·αιταλαιπωρη·σομεν·οιταλαιπωρη·σομεν·α
Nom
Accταλαιπωρησομεναςταλαιπωρησομενουςταλαιπωρη·σομεν·αςταλαιπωρη·σομεν·ους
Datταλαιπωρησομεναιςταλαιπωρησομενοιςταλαιπωρη·σομεν·αιςταλαιπωρη·σομεν·οις
Genταλαιπωρησομενωνταλαιπωρησομενωνταλαιπωρη·σομεν·ωνταλαιπωρη·σομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεταλαιπωρησα[LXX]ε·ταλαιπωρη·σαεταλαιπωρησαμηνε·ταλαιπωρη·σαμην
2ndεταλαιπωρησαςε·ταλαιπωρη·σαςεταλαιπωρησωε·ταλαιπωρη·σω
3rdεταλαιπωρησεν[LXX], εταλαιπωρησεε·ταλαιπωρη·σε(ν), ε·ταλαιπωρη·σε(ν)εταλαιπωρησατοε·ταλαιπωρη·σατο
Pl1stεταλαιπωρησαμεν[LXX]ε·ταλαιπωρη·σαμενεταλαιπωρησαμεθαε·ταλαιπωρη·σαμεθα
2ndεταλαιπωρησατεε·ταλαιπωρη·σατεεταλαιπωρησασθεε·ταλαιπωρη·σασθε
3rdεταλαιπωρησαν[LXX]ε·ταλαιπωρη·σανεταλαιπωρησαντοε·ταλαιπωρη·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stταλαιπωρησωταλαιπωρη·σωταλαιπωρησωμαιταλαιπωρη·σωμαι
2ndταλαιπωρησῃςταλαιπωρη·σῃςταλαιπωρησῃταλαιπωρη·σῃ
3rdταλαιπωρησῃταλαιπωρη·σῃταλαιπωρησηταιταλαιπωρη·σηται
Pl1stταλαιπωρησωμενταλαιπωρη·σωμενταλαιπωρησωμεθαταλαιπωρη·σωμεθα
2ndταλαιπωρησητεταλαιπωρη·σητεταλαιπωρησησθεταλαιπωρη·σησθε
3rdταλαιπωρησωσιν, ταλαιπωρησωσιταλαιπωρη·σωσι(ν)ταλαιπωρησωνταιταλαιπωρη·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stταλαιπωρησαιμιταλαιπωρη·σαιμιταλαιπωρησαιμηνταλαιπωρη·σαιμην
2ndταλαιπωρησαις, ταλαιπωρησειαςταλαιπωρη·σαις, ταλαιπωρη·σειας classicalταλαιπωρησαιοταλαιπωρη·σαιο
3rdταλαιπωρησαι, ταλαιπωρησειεταλαιπωρη·σαι, ταλαιπωρη·σειε classicalταλαιπωρησαιτοταλαιπωρη·σαιτο
Pl1stταλαιπωρησαιμενταλαιπωρη·σαιμενταλαιπωρησαιμεθαταλαιπωρη·σαιμεθα
2ndταλαιπωρησαιτεταλαιπωρη·σαιτεταλαιπωρησαισθεταλαιπωρη·σαισθε
3rdταλαιπωρησαιεν, ταλαιπωρησαισαν, ταλαιπωρησειαν, ταλαιπωρησειενταλαιπωρη·σαιεν, ταλαιπωρη·σαισαν alt, ταλαιπωρη·σειαν classical, ταλαιπωρη·σειεν classicalταλαιπωρησαιντοταλαιπωρη·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndταλαιπωρησονταλαιπωρη·σονταλαιπωρησαιταλαιπωρη·σαι
3rdταλαιπωρησατωταλαιπωρη·σατωταλαιπωρησασθωταλαιπωρη·σασθω
Pl1st
2ndταλαιπωρησατε[GNT]ταλαιπωρη·σατεταλαιπωρησασθεταλαιπωρη·σασθε
3rdταλαιπωρησατωσαν, ταλαιπωρησαντων[LXX]ταλαιπωρη·σατωσαν, ταλαιπωρη·σαντων classicalταλαιπωρησασθωσαν, ταλαιπωρησασθωνταλαιπωρη·σασθωσαν, ταλαιπωρη·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ταλαιπωρησαι​ταλαιπωρη·σαι​ταλαιπωρησασθαι​ταλαιπωρη·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocταλαιπωρησασαταλαιπωρησαςταλαιπωρησανταλαιπωρη·σασ·αταλαιπωρη·σα[ντ]·ςταλαιπωρη·σαν[τ]
Nom
Accταλαιπωρησασανταλαιπωρησανταταλαιπωρη·σασ·ανταλαιπωρη·σαντ·α
Datταλαιπωρησασῃταλαιπωρησαντιταλαιπωρη·σασ·ῃταλαιπωρη·σαντ·ι
Genταλαιπωρησασηςταλαιπωρησαντοςταλαιπωρη·σασ·ηςταλαιπωρη·σαντ·ος
PlVocταλαιπωρησασαιταλαιπωρησαντεςταλαιπωρησανταταλαιπωρη·σασ·αιταλαιπωρη·σαντ·εςταλαιπωρη·σαντ·α
Nom
Accταλαιπωρησασαςταλαιπωρησανταςταλαιπωρη·σασ·αςταλαιπωρη·σαντ·ας
Datταλαιπωρησασαιςταλαιπωρησασι, ταλαιπωρησασινταλαιπωρη·σασ·αιςταλαιπωρη·σα[ντ]·σι(ν)
Genταλαιπωρησασωνταλαιπωρησαντων[LXX]ταλαιπωρη·σασ·ωνταλαιπωρη·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocταλαιπωρησαμενηταλαιπωρησαμενεταλαιπωρη·σαμεν·ηταλαιπωρη·σαμεν·ε
Nomταλαιπωρησαμενοςταλαιπωρη·σαμεν·ος
Accταλαιπωρησαμενηνταλαιπωρησαμενονταλαιπωρη·σαμεν·ηνταλαιπωρη·σαμεν·ον
Datταλαιπωρησαμενῃταλαιπωρησαμενῳταλαιπωρη·σαμεν·ῃταλαιπωρη·σαμεν·ῳ
Genταλαιπωρησαμενηςταλαιπωρησαμενουταλαιπωρη·σαμεν·ηςταλαιπωρη·σαμεν·ου
PlVocταλαιπωρησαμεναιταλαιπωρησαμενοιταλαιπωρησαμεναταλαιπωρη·σαμεν·αιταλαιπωρη·σαμεν·οιταλαιπωρη·σαμεν·α
Nom
Accταλαιπωρησαμεναςταλαιπωρησαμενουςταλαιπωρη·σαμεν·αςταλαιπωρη·σαμεν·ους
Datταλαιπωρησαμεναιςταλαιπωρησαμενοιςταλαιπωρη·σαμεν·αιςταλαιπωρη·σαμεν·οις
Genταλαιπωρησαμενωνταλαιπωρησαμενωνταλαιπωρη·σαμεν·ωνταλαιπωρη·σαμεν·ων

4th and 5th Principal Parts (Perfect and Pluperfect) [hide]

Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stτεταλαιπωρηκατεταλαιπωρη·κα
2ndτεταλαιπωρηκας, τεταλαιπωρηκεςτεταλαιπωρη·κας, τεταλαιπωρη·κες alt
3rdτεταλαιπωρηκεν[LXX], τεταλαιπωρηκετεταλαιπωρη·κε(ν), τεταλαιπωρη·κε(ν)
Pl1stτεταλαιπωρηκαμεντεταλαιπωρη·καμεν
2ndτεταλαιπωρηκατετεταλαιπωρη·κατε
3rdτεταλαιπωρηκασιν, τεταλαιπωρηκασι, τεταλαιπωρηκαντεταλαιπωρη·κασι(ν), τεταλαιπωρη·καν alt

Future Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Perfect Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stτεταλαιπωρηκωτεταλαιπωρη·κω
2ndτεταλαιπωρηκῃςτεταλαιπωρη·κῃς
3rdτεταλαιπωρηκῃτεταλαιπωρη·κῃ
Pl1stτεταλαιπωρηκωμεντεταλαιπωρη·κωμεν
2ndτεταλαιπωρηκητετεταλαιπωρη·κητε
3rdτεταλαιπωρηκωσιν, τεταλαιπωρηκωσιτεταλαιπωρη·κωσι(ν)

Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stτεταλαιπωρηκοιμι, τεταλαιπωρηκοιηντεταλαιπωρη·κοιμι, τεταλαιπωρη·κοιην classical
2ndτεταλαιπωρηκοις, τεταλαιπωρηκοιηςτεταλαιπωρη·κοις, τεταλαιπωρη·κοιης classical
3rdτεταλαιπωρηκοι, τεταλαιπωρηκοιητεταλαιπωρη·κοι, τεταλαιπωρη·κοιη classical
Pl1stτεταλαιπωρηκοιμεντεταλαιπωρη·κοιμεν
2ndτεταλαιπωρηκοιτετεταλαιπωρη·κοιτε
3rdτεταλαιπωρηκοιεντεταλαιπωρη·κοιεν

Future Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Perfect Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndτεταλαιπωρηκετεταλαιπωρη·κε
3rdτεταλαιπωρηκετωτεταλαιπωρη·κετω
Pl1st
2ndτεταλαιπωρηκετετεταλαιπωρη·κετε
3rdτεταλαιπωρηκετωσαντεταλαιπωρη·κετωσαν

Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
τεταλαιπωρηκεναι​τεταλαιπωρη·κεναι​

Future Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Perfect Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocτεταλαιπωρηκυιατεταλαιπωρηκοςτεταλαιπωρη·κυι·ατεταλαιπωρη·κο[τ]·ς
Nomτεταλαιπωρηκωςτεταλαιπωρη·κο[τ]·^ς
Accτεταλαιπωρηκυιαντεταλαιπωρηκοτατεταλαιπωρη·κυι·αντεταλαιπωρη·κοτ·α
Datτεταλαιπωρηκυιᾳτεταλαιπωρηκοτιτεταλαιπωρη·κυι·ᾳτεταλαιπωρη·κοτ·ι
Genτεταλαιπωρηκυιαςτεταλαιπωρηκοτοςτεταλαιπωρη·κυι·αςτεταλαιπωρη·κοτ·ος
PlVocτεταλαιπωρηκυιαιτεταλαιπωρηκοτεςτεταλαιπωρηκοτατεταλαιπωρη·κυι·αιτεταλαιπωρη·κοτ·εςτεταλαιπωρη·κοτ·α
Nom
Accτεταλαιπωρηκυιαςτεταλαιπωρηκοταςτεταλαιπωρη·κυι·αςτεταλαιπωρη·κοτ·ας
Datτεταλαιπωρηκυιαιςτεταλαιπωρηκοσι, τεταλαιπωρηκοσιντεταλαιπωρη·κυι·αιςτεταλαιπωρη·κο[τ]·σι(ν)
Genτεταλαιπωρηκυιωντεταλαιπωρηκοτωντεταλαιπωρη·κυι·ωντεταλαιπωρη·κοτ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Pluperfect Indicative Augmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stετεταλαιπωρηκειν, ετεταλαιπωρηκηε·τεταλαιπωρη·κειν, ε·τεταλαιπωρη·κη classical
2ndετεταλαιπωρηκεις, ετεταλαιπωρηκηςε·τεταλαιπωρη·κεις, ε·τεταλαιπωρη·κης classical
3rdετεταλαιπωρηκειε·τεταλαιπωρη·κει
Pl1stετεταλαιπωρηκειμεν, ετεταλαιπωρηκεμενε·τεταλαιπωρη·κειμεν, ε·τεταλαιπωρη·κεμεν classical
2ndετεταλαιπωρηκειτε, ετεταλαιπωρηκετεε·τεταλαιπωρη·κειτε, ε·τεταλαιπωρη·κετε classical
3rdετεταλαιπωρηκεισαν, ετεταλαιπωρηκεσανε·τεταλαιπωρη·κεισαν, ε·τεταλαιπωρη·κεσαν classical

Pluperfect Indicative Unaugmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stτεταλαιπωρηκειν, τεταλαιπωρηκη[ε]·τεταλαιπωρη·κειν, [ε]·τεταλαιπωρη·κη classical
2ndτεταλαιπωρηκεις, τεταλαιπωρηκης[ε]·τεταλαιπωρη·κεις, [ε]·τεταλαιπωρη·κης classical
3rdτεταλαιπωρηκει[ε]·τεταλαιπωρη·κει
Pl1stτεταλαιπωρηκειμεν, τεταλαιπωρηκεμεν[ε]·τεταλαιπωρη·κειμεν, [ε]·τεταλαιπωρη·κεμεν classical
2ndτεταλαιπωρηκειτε, τεταλαιπωρηκετε[ε]·τεταλαιπωρη·κειτε, [ε]·τεταλαιπωρη·κετε classical
3rdτεταλαιπωρηκεισαν, τεταλαιπωρηκεσαν[ε]·τεταλαιπωρη·κεισαν, [ε]·τεταλαιπωρη·κεσαν classical

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 21-Nov-2019 22:04:10 EST