σχολαζω • SCOLAZW SXOLAZW • scholazō

Search: σχολαζοντα

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
σχολαζοντα; σχολαζοντασχολάζωσχολαζ·ο[υ]ντ·α; σχολαζ·ο[υ]ντ·αpres act ptcp mas acc sg; pres act ptcp neu nom|acc|voc pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
σχολαζοντασχολάζωσχολαζ·ο[υ]ντ·αpres act ptcp mas acc sg
σχολαζοντασχολάζωσχολαζ·ο[υ]ντ·αpres act ptcp neu nom|acc|voc pl

σχολάζω (σχολαζ-, -, σχολα·σ-, -, -, -)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stσχολαζωσχολαζ·ωσχολαζομαισχολαζ·ομαι
2ndσχολαζειςσχολαζ·ειςσχολαζῃ, σχολαζει, σχολαζεσαισχολαζ·ῃ, σχολαζ·ει classical, σχολαζ·εσαι alt
3rdσχολαζεισχολαζ·εισχολαζεταισχολαζ·εται
Pl1stσχολαζομενσχολαζ·ομενσχολαζομεθασχολαζ·ομεθα
2ndσχολαζετε[LXX]σχολαζ·ετεσχολαζεσθεσχολαζ·εσθε
3rdσχολαζουσιν[LXX], σχολαζουσισχολαζ·ουσι(ν), σχολαζ·ουσι(ν)σχολαζονταισχολαζ·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stσχολαζωσχολαζ·ωσχολαζωμαισχολαζ·ωμαι
2ndσχολαζῃςσχολαζ·ῃςσχολαζῃσχολαζ·ῃ
3rdσχολαζῃσχολαζ·ῃσχολαζηταισχολαζ·ηται
Pl1stσχολαζωμενσχολαζ·ωμενσχολαζωμεθασχολαζ·ωμεθα
2ndσχολαζητε[GNT]σχολαζ·ητεσχολαζησθεσχολαζ·ησθε
3rdσχολαζωσιν, σχολαζωσισχολαζ·ωσι(ν)σχολαζωνταισχολαζ·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stσχολαζοιμισχολαζ·οιμισχολαζοιμηνσχολαζ·οιμην
2ndσχολαζοιςσχολαζ·οιςσχολαζοιοσχολαζ·οιο
3rdσχολαζοισχολαζ·οισχολαζοιτοσχολαζ·οιτο
Pl1stσχολαζοιμενσχολαζ·οιμενσχολαζοιμεθασχολαζ·οιμεθα
2ndσχολαζοιτεσχολαζ·οιτεσχολαζοισθεσχολαζ·οισθε
3rdσχολαζοιεν, σχολαζοισανσχολαζ·οιεν, σχολαζ·οισαν altσχολαζοιντοσχολαζ·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndσχολαζεσχολαζ·εσχολαζουσχολαζ·ου
3rdσχολαζετωσχολαζ·ετωσχολαζεσθωσχολαζ·εσθω
Pl1st
2ndσχολαζετε[LXX]σχολαζ·ετεσχολαζεσθεσχολαζ·εσθε
3rdσχολαζετωσαν, σχολαζοντωνσχολαζ·ετωσαν, σχολαζ·οντων classicalσχολαζεσθωσαν, σχολαζεσθωνσχολαζ·εσθωσαν, σχολαζ·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
σχολαζειν​σχολαζ·ειν​σχολαζεσθαι​σχολαζ·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocσχολαζουσασχολαζονσχολαζ·ουσ·ασχολαζ·ο[υ]ν[τ]
Nomσχολαζωνσχολαζ·ο[υ]ν[τ]·^
Accσχολαζουσανσχολαζοντα[GNT]σχολαζ·ουσ·ανσχολαζ·ο[υ]ντ·α
Datσχολαζουσῃσχολαζοντισχολαζ·ουσ·ῃσχολαζ·ο[υ]ντ·ι
Genσχολαζουσηςσχολαζοντοςσχολαζ·ουσ·ηςσχολαζ·ο[υ]ντ·ος
PlVocσχολαζουσαισχολαζοντεςσχολαζοντα[GNT]σχολαζ·ουσ·αισχολαζ·ο[υ]ντ·εςσχολαζ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accσχολαζουσαςσχολαζονταςσχολαζ·ουσ·αςσχολαζ·ο[υ]ντ·ας
Datσχολαζουσαιςσχολαζουσι, σχολαζουσιν[LXX]σχολαζ·ουσ·αιςσχολαζ·ου[ντ]·σι(ν), σχολαζ·ου[ντ]·σι(ν)
Genσχολαζουσωνσχολαζοντωνσχολαζ·ουσ·ωνσχολαζ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocσχολαζομενησχολαζομενεσχολαζ·ομεν·ησχολαζ·ομεν·ε
Nomσχολαζομενοςσχολαζ·ομεν·ος
Accσχολαζομενηνσχολαζομενονσχολαζ·ομεν·ηνσχολαζ·ομεν·ον
Datσχολαζομενῃσχολαζομενῳσχολαζ·ομεν·ῃσχολαζ·ομεν·ῳ
Genσχολαζομενηςσχολαζομενουσχολαζ·ομεν·ηςσχολαζ·ομεν·ου
PlVocσχολαζομεναισχολαζομενοισχολαζομενασχολαζ·ομεν·αισχολαζ·ομεν·οισχολαζ·ομεν·α
Nom
Accσχολαζομεναςσχολαζομενουςσχολαζ·ομεν·αςσχολαζ·ομεν·ους
Datσχολαζομεναιςσχολαζομενοιςσχολαζ·ομεν·αιςσχολαζ·ομεν·οις
Genσχολαζομενωνσχολαζομενωνσχολαζ·ομεν·ωνσχολαζ·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεσχολαζονε·σχολαζ·ονεσχολαζομηνε·σχολαζ·ομην
2ndεσχολαζεςε·σχολαζ·εςεσχολαζουε·σχολαζ·ου
3rdεσχολαζεν, εσχολαζεε·σχολαζ·ε(ν)εσχολαζετοε·σχολαζ·ετο
Pl1stεσχολαζομενε·σχολαζ·ομενεσχολαζομεθαε·σχολαζ·ομεθα
2ndεσχολαζετεε·σχολαζ·ετεεσχολαζεσθεε·σχολαζ·εσθε
3rdεσχολαζον, εσχολαζοσανε·σχολαζ·ον, ε·σχολαζ·οσαν altεσχολαζοντοε·σχολαζ·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεσχολασαε·σχολα·σαεσχολασαμηνε·σχολα·σαμην
2ndεσχολασαςε·σχολα·σαςεσχολασωε·σχολα·σω
3rdεσχολασεν, εσχολασεε·σχολα·σε(ν)εσχολασατοε·σχολα·σατο
Pl1stεσχολασαμενε·σχολα·σαμενεσχολασαμεθαε·σχολα·σαμεθα
2ndεσχολασατεε·σχολα·σατεεσχολασασθεε·σχολα·σασθε
3rdεσχολασανε·σχολα·σανεσχολασαντοε·σχολα·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stσχολασωσχολα·σωσχολασωμαισχολα·σωμαι
2ndσχολασῃςσχολα·σῃςσχολασῃσχολα·σῃ
3rdσχολασῃσχολα·σῃσχολασηταισχολα·σηται
Pl1stσχολασωμενσχολα·σωμενσχολασωμεθασχολα·σωμεθα
2ndσχολασητε[GNT]σχολα·σητεσχολασησθεσχολα·σησθε
3rdσχολασωσιν, σχολασωσισχολα·σωσι(ν)σχολασωνταισχολα·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stσχολασαιμισχολα·σαιμισχολασαιμηνσχολα·σαιμην
2ndσχολασαις, σχολασειαςσχολα·σαις, σχολα·σειας classicalσχολασαιοσχολα·σαιο
3rdσχολασαι, σχολασειεσχολα·σαι, σχολα·σειε classicalσχολασαιτοσχολα·σαιτο
Pl1stσχολασαιμενσχολα·σαιμενσχολασαιμεθασχολα·σαιμεθα
2ndσχολασαιτεσχολα·σαιτεσχολασαισθεσχολα·σαισθε
3rdσχολασαιεν, σχολασαισαν, σχολασειαν, σχολασειενσχολα·σαιεν, σχολα·σαισαν alt, σχολα·σειαν classical, σχολα·σειεν classicalσχολασαιντοσχολα·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndσχολασονσχολα·σονσχολασαισχολα·σαι
3rdσχολασατωσχολα·σατωσχολασασθωσχολα·σασθω
Pl1st
2ndσχολασατε[LXX]σχολα·σατεσχολασασθεσχολα·σασθε
3rdσχολασατωσαν, σχολασαντωνσχολα·σατωσαν, σχολα·σαντων classicalσχολασασθωσαν, σχολασασθωνσχολα·σασθωσαν, σχολα·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
σχολασαι​σχολα·σαι​σχολασασθαι​σχολα·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocσχολασασασχολασαςσχολασανσχολα·σασ·ασχολα·σα[ντ]·ςσχολα·σαν[τ]
Nom
Accσχολασασανσχολασαντασχολα·σασ·ανσχολα·σαντ·α
Datσχολασασῃσχολασαντισχολα·σασ·ῃσχολα·σαντ·ι
Genσχολασασηςσχολασαντοςσχολα·σασ·ηςσχολα·σαντ·ος
PlVocσχολασασαισχολασαντεςσχολασαντασχολα·σασ·αισχολα·σαντ·εςσχολα·σαντ·α
Nom
Accσχολασασαςσχολασανταςσχολα·σασ·αςσχολα·σαντ·ας
Datσχολασασαιςσχολασασι, σχολασασινσχολα·σασ·αιςσχολα·σα[ντ]·σι(ν)
Genσχολασασωνσχολασαντωνσχολα·σασ·ωνσχολα·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocσχολασαμενησχολασαμενεσχολα·σαμεν·ησχολα·σαμεν·ε
Nomσχολασαμενοςσχολα·σαμεν·ος
Accσχολασαμενηνσχολασαμενονσχολα·σαμεν·ηνσχολα·σαμεν·ον
Datσχολασαμενῃσχολασαμενῳσχολα·σαμεν·ῃσχολα·σαμεν·ῳ
Genσχολασαμενηςσχολασαμενουσχολα·σαμεν·ηςσχολα·σαμεν·ου
PlVocσχολασαμεναισχολασαμενοισχολασαμενασχολα·σαμεν·αισχολα·σαμεν·οισχολα·σαμεν·α
Nom
Accσχολασαμεναςσχολασαμενουςσχολα·σαμεν·αςσχολα·σαμεν·ους
Datσχολασαμεναιςσχολασαμενοιςσχολα·σαμεν·αιςσχολα·σαμεν·οις
Genσχολασαμενωνσχολασαμενωνσχολα·σαμεν·ωνσχολα·σαμεν·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Saturday, 07-Dec-2019 13:42:41 EST