προσδοκαω • PROSDOKAW • prosdokaō

Search: προσδοκωμεν

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
προσδοκωμεν; προσδοκῳμεν; προσδοκωμενπροσδοκάωπροσ·δοκ(α)·ομεν; προσ·δοκ(α)·οιμεν; προσ·δοκ(α)·ωμενpres act ind 1st pl; pres act opt 1st pl; pres act sub 1st pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
προσδοκωμενπροσδοκάωπροσ·δοκ(α)·ομενpres act ind 1st pl
προσδοκωμενπροσδοκάωπροσ·δοκ(α)·ωμενpres act sub 1st pl
προσδοκῳμενπροσδοκάωπροσ·δοκ(α)·οιμενpres act opt 1st pl

προσ·δοκάω (προσ+δοκ(α)-, -, προσ+δοκη·σ-, -, -, -)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπροσδοκωπροσ·δοκ(α)·ωπροσδοκωμαιπροσ·δοκ(α)·ομαι
2ndπροσδοκᾳςπροσ·δοκ(α)·ειςπροσδοκᾳ[GNT], προσδοκασαιπροσ·δοκ(α)·ῃ, προσ·δοκ(α)·ει classical, προσ·δοκ(α)·εσαι alt
3rdπροσδοκᾳ[GNT]προσ·δοκ(α)·ειπροσδοκαταιπροσ·δοκ(α)·εται
Pl1stπροσδοκωμεν[GNT][LXX]προσ·δοκ(α)·ομενπροσδοκωμεθαπροσ·δοκ(α)·ομεθα
2ndπροσδοκατεπροσ·δοκ(α)·ετεπροσδοκασθεπροσ·δοκ(α)·εσθε
3rdπροσδοκωσιν[LXX], προσδοκωσιπροσ·δοκ(α)·ουσι(ν), προσ·δοκ(α)·ουσι(ν)προσδοκωνταιπροσ·δοκ(α)·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπροσδοκωπροσ·δοκ(α)·ωπροσδοκωμαιπροσ·δοκ(α)·ωμαι
2ndπροσδοκᾳςπροσ·δοκ(α)·ῃςπροσδοκᾳ[GNT]προσ·δοκ(α)·ῃ
3rdπροσδοκᾳ[GNT]προσ·δοκ(α)·ῃπροσδοκαταιπροσ·δοκ(α)·ηται
Pl1stπροσδοκωμεν[GNT][LXX]προσ·δοκ(α)·ωμενπροσδοκωμεθαπροσ·δοκ(α)·ωμεθα
2ndπροσδοκατεπροσ·δοκ(α)·ητεπροσδοκασθεπροσ·δοκ(α)·ησθε
3rdπροσδοκωσιν[LXX], προσδοκωσιπροσ·δοκ(α)·ωσι(ν), προσ·δοκ(α)·ωσι(ν)προσδοκωνταιπροσ·δοκ(α)·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπροσδοκῳμιπροσ·δοκ(α)·οιμιπροσδοκῳμηνπροσ·δοκ(α)·οιμην
2ndπροσδοκῳςπροσ·δοκ(α)·οιςπροσδοκῳοπροσ·δοκ(α)·οιο
3rdπροσδοκῳπροσ·δοκ(α)·οιπροσδοκῳτοπροσ·δοκ(α)·οιτο
Pl1stπροσδοκῳμενπροσ·δοκ(α)·οιμενπροσδοκῳμεθαπροσ·δοκ(α)·οιμεθα
2ndπροσδοκῳτεπροσ·δοκ(α)·οιτεπροσδοκῳσθεπροσ·δοκ(α)·οισθε
3rdπροσδοκῳεν, προσδοκῳσανπροσ·δοκ(α)·οιεν, προσ·δοκ(α)·οισαν altπροσδοκῳντοπροσ·δοκ(α)·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndπροσδοκαπροσ·δοκ(α)·επροσδοκωπροσ·δοκ(α)·ου
3rdπροσδοκατωπροσ·δοκ(α)·ετωπροσδοκασθω[LXX]προσ·δοκ(α)·εσθω
Pl1st
2ndπροσδοκατεπροσ·δοκ(α)·ετεπροσδοκασθεπροσ·δοκ(α)·εσθε
3rdπροσδοκατωσαν, προσδοκωντων[GNT][LXX]προσ·δοκ(α)·ετωσαν, προσ·δοκ(α)·οντων classicalπροσδοκασθωσαν, προσδοκασθωνπροσ·δοκ(α)·εσθωσαν, προσ·δοκ(α)·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
προσδοκᾳν, προσδοκαν[LXX]​προσ·δοκ(α)·ειν, προσ·δοκ(α)·ειν > προσδοκανπροσδοκασθαι​προσ·δοκ(α)·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπροσδοκωσαπροσδοκων[GNT]προσ·δοκ(α)·ουσ·απροσ·δοκ(α)·ο[υ]ν[τ]
Nomπροσδοκων[GNT]προσ·δοκ(α)·ο[υ]ν[τ]·^
Accπροσδοκωσανπροσδοκωντα[LXX]προσ·δοκ(α)·ουσ·ανπροσ·δοκ(α)·ο[υ]ντ·α
Datπροσδοκωσῃπροσδοκωντιπροσ·δοκ(α)·ουσ·ῃπροσ·δοκ(α)·ο[υ]ντ·ι
Genπροσδοκωσηςπροσδοκωντος[GNT]προσ·δοκ(α)·ουσ·ηςπροσ·δοκ(α)·ο[υ]ντ·ος
PlVocπροσδοκωσαιπροσδοκωντες[GNT]προσδοκωντα[LXX]προσ·δοκ(α)·ουσ·αιπροσ·δοκ(α)·ο[υ]ντ·εςπροσ·δοκ(α)·ο[υ]ντ·α
Nom
Accπροσδοκωσαςπροσδοκωντας[GNT][LXX]προσ·δοκ(α)·ουσ·αςπροσ·δοκ(α)·ο[υ]ντ·ας
Datπροσδοκωσαιςπροσδοκωσι, προσδοκωσιν[LXX]προσ·δοκ(α)·ουσ·αιςπροσ·δοκ(α)·ου[ντ]·σι(ν), προσ·δοκ(α)·ου[ντ]·σι(ν)
Genπροσδοκωσωνπροσδοκωντων[GNT][LXX]προσ·δοκ(α)·ουσ·ωνπροσ·δοκ(α)·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπροσδοκωμενηπροσδοκωμενεπροσ·δοκ(α)·ομεν·ηπροσ·δοκ(α)·ομεν·ε
Nomπροσδοκωμενοςπροσ·δοκ(α)·ομεν·ος
Accπροσδοκωμενηνπροσδοκωμενονπροσ·δοκ(α)·ομεν·ηνπροσ·δοκ(α)·ομεν·ον
Datπροσδοκωμενῃπροσδοκωμενῳπροσ·δοκ(α)·ομεν·ῃπροσ·δοκ(α)·ομεν·ῳ
Genπροσδοκωμενηςπροσδοκωμενουπροσ·δοκ(α)·ομεν·ηςπροσ·δοκ(α)·ομεν·ου
PlVocπροσδοκωμεναιπροσδοκωμενοιπροσδοκωμεναπροσ·δοκ(α)·ομεν·αιπροσ·δοκ(α)·ομεν·οιπροσ·δοκ(α)·ομεν·α
Nom
Accπροσδοκωμεναςπροσδοκωμενουςπροσ·δοκ(α)·ομεν·αςπροσ·δοκ(α)·ομεν·ους
Datπροσδοκωμεναιςπροσδοκωμενοιςπροσ·δοκ(α)·ομεν·αιςπροσ·δοκ(α)·ομεν·οις
Genπροσδοκωμενωνπροσδοκωμενωνπροσ·δοκ(α)·ομεν·ωνπροσ·δοκ(α)·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπροσεδοκων[GNT][LXX]προσ·ε·δοκ(α)·ονπροσεδοκωμηνπροσ·ε·δοκ(α)·ομην
2ndπροσεδοκαςπροσ·ε·δοκ(α)·εςπροσεδοκωπροσ·ε·δοκ(α)·ου
3rdπροσεδοκα[LXX]προσ·ε·δοκ(α)·επροσεδοκατοπροσ·ε·δοκ(α)·ετο
Pl1stπροσεδοκωμεν[LXX]προσ·ε·δοκ(α)·ομενπροσεδοκωμεθαπροσ·ε·δοκ(α)·ομεθα
2ndπροσεδοκατεπροσ·ε·δοκ(α)·ετεπροσεδοκασθεπροσ·ε·δοκ(α)·εσθε
3rdπροσεδοκων[GNT][LXX], προσεδοκωσανπροσ·ε·δοκ(α)·ον, προσ·ε·δοκ(α)·οσαν altπροσεδοκωντοπροσ·ε·δοκ(α)·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπροσεδοκησαπροσ·ε·δοκη·σαπροσεδοκησαμηνπροσ·ε·δοκη·σαμην
2ndπροσεδοκησαςπροσ·ε·δοκη·σαςπροσεδοκησωπροσ·ε·δοκη·σω
3rdπροσεδοκησεν[LXX], προσεδοκησεπροσ·ε·δοκη·σε(ν), προσ·ε·δοκη·σε(ν)προσεδοκησατοπροσ·ε·δοκη·σατο
Pl1stπροσεδοκησαμενπροσ·ε·δοκη·σαμενπροσεδοκησαμεθαπροσ·ε·δοκη·σαμεθα
2ndπροσεδοκησατεπροσ·ε·δοκη·σατεπροσεδοκησασθεπροσ·ε·δοκη·σασθε
3rdπροσεδοκησανπροσ·ε·δοκη·σανπροσεδοκησαντοπροσ·ε·δοκη·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπροσδοκησωπροσ·δοκη·σωπροσδοκησωμαιπροσ·δοκη·σωμαι
2ndπροσδοκησῃςπροσ·δοκη·σῃςπροσδοκησῃπροσ·δοκη·σῃ
3rdπροσδοκησῃπροσ·δοκη·σῃπροσδοκησηταιπροσ·δοκη·σηται
Pl1stπροσδοκησωμενπροσ·δοκη·σωμενπροσδοκησωμεθαπροσ·δοκη·σωμεθα
2ndπροσδοκησητεπροσ·δοκη·σητεπροσδοκησησθεπροσ·δοκη·σησθε
3rdπροσδοκησωσιν, προσδοκησωσιπροσ·δοκη·σωσι(ν)προσδοκησωνταιπροσ·δοκη·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπροσδοκησαιμιπροσ·δοκη·σαιμιπροσδοκησαιμηνπροσ·δοκη·σαιμην
2ndπροσδοκησαις, προσδοκησειαςπροσ·δοκη·σαις, προσ·δοκη·σειας classicalπροσδοκησαιοπροσ·δοκη·σαιο
3rdπροσδοκησαι, προσδοκησειεπροσ·δοκη·σαι, προσ·δοκη·σειε classicalπροσδοκησαιτοπροσ·δοκη·σαιτο
Pl1stπροσδοκησαιμενπροσ·δοκη·σαιμενπροσδοκησαιμεθαπροσ·δοκη·σαιμεθα
2ndπροσδοκησαιτεπροσ·δοκη·σαιτεπροσδοκησαισθεπροσ·δοκη·σαισθε
3rdπροσδοκησαιεν, προσδοκησαισαν, προσδοκησειαν, προσδοκησειενπροσ·δοκη·σαιεν, προσ·δοκη·σαισαν alt, προσ·δοκη·σειαν classical, προσ·δοκη·σειεν classicalπροσδοκησαιντοπροσ·δοκη·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndπροσδοκησονπροσ·δοκη·σονπροσδοκησαιπροσ·δοκη·σαι
3rdπροσδοκησατωπροσ·δοκη·σατωπροσδοκησασθωπροσ·δοκη·σασθω
Pl1st
2ndπροσδοκησατεπροσ·δοκη·σατεπροσδοκησασθεπροσ·δοκη·σασθε
3rdπροσδοκησατωσαν, προσδοκησαντωνπροσ·δοκη·σατωσαν, προσ·δοκη·σαντων classicalπροσδοκησασθωσαν, προσδοκησασθωνπροσ·δοκη·σασθωσαν, προσ·δοκη·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
προσδοκησαι​προσ·δοκη·σαι​προσδοκησασθαι​προσ·δοκη·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπροσδοκησασαπροσδοκησαςπροσδοκησανπροσ·δοκη·σασ·απροσ·δοκη·σα[ντ]·ςπροσ·δοκη·σαν[τ]
Nom
Accπροσδοκησασανπροσδοκησανταπροσ·δοκη·σασ·ανπροσ·δοκη·σαντ·α
Datπροσδοκησασῃπροσδοκησαντιπροσ·δοκη·σασ·ῃπροσ·δοκη·σαντ·ι
Genπροσδοκησασηςπροσδοκησαντοςπροσ·δοκη·σασ·ηςπροσ·δοκη·σαντ·ος
PlVocπροσδοκησασαιπροσδοκησαντεςπροσδοκησανταπροσ·δοκη·σασ·αιπροσ·δοκη·σαντ·εςπροσ·δοκη·σαντ·α
Nom
Accπροσδοκησασαςπροσδοκησανταςπροσ·δοκη·σασ·αςπροσ·δοκη·σαντ·ας
Datπροσδοκησασαιςπροσδοκησασι, προσδοκησασινπροσ·δοκη·σασ·αιςπροσ·δοκη·σα[ντ]·σι(ν)
Genπροσδοκησασωνπροσδοκησαντωνπροσ·δοκη·σασ·ωνπροσ·δοκη·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπροσδοκησαμενηπροσδοκησαμενεπροσ·δοκη·σαμεν·ηπροσ·δοκη·σαμεν·ε
Nomπροσδοκησαμενοςπροσ·δοκη·σαμεν·ος
Accπροσδοκησαμενηνπροσδοκησαμενονπροσ·δοκη·σαμεν·ηνπροσ·δοκη·σαμεν·ον
Datπροσδοκησαμενῃπροσδοκησαμενῳπροσ·δοκη·σαμεν·ῃπροσ·δοκη·σαμεν·ῳ
Genπροσδοκησαμενηςπροσδοκησαμενουπροσ·δοκη·σαμεν·ηςπροσ·δοκη·σαμεν·ου
PlVocπροσδοκησαμεναιπροσδοκησαμενοιπροσδοκησαμεναπροσ·δοκη·σαμεν·αιπροσ·δοκη·σαμεν·οιπροσ·δοκη·σαμεν·α
Nom
Accπροσδοκησαμεναςπροσδοκησαμενουςπροσ·δοκη·σαμεν·αςπροσ·δοκη·σαμεν·ους
Datπροσδοκησαμεναιςπροσδοκησαμενοιςπροσ·δοκη·σαμεν·αιςπροσ·δοκη·σαμεν·οις
Genπροσδοκησαμενωνπροσδοκησαμενωνπροσ·δοκη·σαμεν·ωνπροσ·δοκη·σαμεν·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 13-Dec-2019 19:19:03 EST