παροξυνω • PAROXUNW PAROCUNW • paroxunō

Search: παρωξυνθη

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
παρωξυνθηπαροξύνωπαρ·ε·οξυν·θηaor θη ind 3rd sg
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
παρωξυνθηπαροξύνωπαρ·ε·οξυν·θηaor θη ind 3rd sg

παρ·οξύνω (παρ+οξυν-, -, παρ+οξυν·[σ]-, -, -, παρ+οξυν·θ-)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπαροξυνω[LXX]παρ·οξυν·ωπαροξυνομαιπαρ·οξυν·ομαι
2ndπαροξυνειςπαρ·οξυν·ειςπαροξυνῃ[LXX], παροξυνει[LXX], παροξυνεσαιπαρ·οξυν·ῃ, παρ·οξυν·ει classical, παρ·οξυν·εσαι alt
3rdπαροξυνει[LXX]παρ·οξυν·ειπαροξυνεται[GNT]παρ·οξυν·εται
Pl1stπαροξυνομενπαρ·οξυν·ομενπαροξυνομεθαπαρ·οξυν·ομεθα
2ndπαροξυνετεπαρ·οξυν·ετεπαροξυνεσθεπαρ·οξυν·εσθε
3rdπαροξυνουσιν[LXX], παροξυνουσιπαρ·οξυν·ουσι(ν), παρ·οξυν·ουσι(ν)παροξυνονταιπαρ·οξυν·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπαροξυνω[LXX]παρ·οξυν·ωπαροξυνωμαιπαρ·οξυν·ωμαι
2ndπαροξυνῃςπαρ·οξυν·ῃςπαροξυνῃ[LXX]παρ·οξυν·ῃ
3rdπαροξυνῃ[LXX]παρ·οξυν·ῃπαροξυνηταιπαρ·οξυν·ηται
Pl1stπαροξυνωμενπαρ·οξυν·ωμενπαροξυνωμεθαπαρ·οξυν·ωμεθα
2ndπαροξυνητεπαρ·οξυν·ητεπαροξυνησθεπαρ·οξυν·ησθε
3rdπαροξυνωσιν, παροξυνωσιπαρ·οξυν·ωσι(ν)παροξυνωνταιπαρ·οξυν·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπαροξυνοιμιπαρ·οξυν·οιμιπαροξυνοιμηνπαρ·οξυν·οιμην
2ndπαροξυνοιςπαρ·οξυν·οιςπαροξυνοιοπαρ·οξυν·οιο
3rdπαροξυνοιπαρ·οξυν·οιπαροξυνοιτοπαρ·οξυν·οιτο
Pl1stπαροξυνοιμενπαρ·οξυν·οιμενπαροξυνοιμεθαπαρ·οξυν·οιμεθα
2ndπαροξυνοιτεπαρ·οξυν·οιτεπαροξυνοισθεπαρ·οξυν·οισθε
3rdπαροξυνοιεν, παροξυνοισανπαρ·οξυν·οιεν, παρ·οξυν·οισαν altπαροξυνοιντοπαρ·οξυν·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndπαροξυνε[LXX]παρ·οξυν·επαροξυνουπαρ·οξυν·ου
3rdπαροξυνετωπαρ·οξυν·ετωπαροξυνεσθωπαρ·οξυν·εσθω
Pl1st
2ndπαροξυνετεπαρ·οξυν·ετεπαροξυνεσθεπαρ·οξυν·εσθε
3rdπαροξυνετωσαν, παροξυνοντωνπαρ·οξυν·ετωσαν, παρ·οξυν·οντων classicalπαροξυνεσθωσαν, παροξυνεσθωνπαρ·οξυν·εσθωσαν, παρ·οξυν·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
παροξυνειν​παρ·οξυν·ειν​παροξυνεσθαι​παρ·οξυν·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπαροξυνουσα[LXX]παροξυνονπαρ·οξυν·ουσ·απαρ·οξυν·ο[υ]ν[τ]
Nomπαροξυνων[LXX]παρ·οξυν·ο[υ]ν[τ]·^
Accπαροξυνουσανπαροξυνονταπαρ·οξυν·ουσ·ανπαρ·οξυν·ο[υ]ντ·α
Datπαροξυνουσῃπαροξυνοντιπαρ·οξυν·ουσ·ῃπαρ·οξυν·ο[υ]ντ·ι
Genπαροξυνουσηςπαροξυνοντοςπαρ·οξυν·ουσ·ηςπαρ·οξυν·ο[υ]ντ·ος
PlVocπαροξυνουσαιπαροξυνοντες[LXX]παροξυνονταπαρ·οξυν·ουσ·αιπαρ·οξυν·ο[υ]ντ·εςπαρ·οξυν·ο[υ]ντ·α
Nom
Accπαροξυνουσαςπαροξυνονταςπαρ·οξυν·ουσ·αςπαρ·οξυν·ο[υ]ντ·ας
Datπαροξυνουσαιςπαροξυνουσι, παροξυνουσιν[LXX]παρ·οξυν·ουσ·αιςπαρ·οξυν·ου[ντ]·σι(ν), παρ·οξυν·ου[ντ]·σι(ν)
Genπαροξυνουσωνπαροξυνοντωνπαρ·οξυν·ουσ·ωνπαρ·οξυν·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπαροξυνομενηπαροξυνομενεπαρ·οξυν·ομεν·ηπαρ·οξυν·ομεν·ε
Nomπαροξυνομενοςπαρ·οξυν·ομεν·ος
Accπαροξυνομενηνπαροξυνομενονπαρ·οξυν·ομεν·ηνπαρ·οξυν·ομεν·ον
Datπαροξυνομενῃπαροξυνομενῳπαρ·οξυν·ομεν·ῃπαρ·οξυν·ομεν·ῳ
Genπαροξυνομενηςπαροξυνομενουπαρ·οξυν·ομεν·ηςπαρ·οξυν·ομεν·ου
PlVocπαροξυνομεναιπαροξυνομενοιπαροξυνομεναπαρ·οξυν·ομεν·αιπαρ·οξυν·ομεν·οιπαρ·οξυν·ομεν·α
Nom
Accπαροξυνομεναςπαροξυνομενουςπαρ·οξυν·ομεν·αςπαρ·οξυν·ομεν·ους
Datπαροξυνομεναιςπαροξυνομενοιςπαρ·οξυν·ομεν·αιςπαρ·οξυν·ομεν·οις
Genπαροξυνομενωνπαροξυνομενωνπαρ·οξυν·ομεν·ωνπαρ·οξυν·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπαρωξυνονπαρ·ε·οξυν·ονπαρωξυνομηνπαρ·ε·οξυν·ομην
2ndπαρωξυνεςπαρ·ε·οξυν·εςπαρωξυνουπαρ·ε·οξυν·ου
3rdπαρωξυνεν[LXX], παρωξυνεπαρ·ε·οξυν·ε(ν), παρ·ε·οξυν·ε(ν)παρωξυνετο[GNT]παρ·ε·οξυν·ετο
Pl1stπαρωξυνομενπαρ·ε·οξυν·ομενπαρωξυνομεθαπαρ·ε·οξυν·ομεθα
2ndπαρωξυνετεπαρ·ε·οξυν·ετεπαρωξυνεσθεπαρ·ε·οξυν·εσθε
3rdπαρωξυνον, παρωξυνοσανπαρ·ε·οξυν·ον, παρ·ε·οξυν·οσαν altπαρωξυνοντοπαρ·ε·οξυν·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπαρωξυναπαρ·ε·οξυν·[σ]απαρωξυναμηνπαρ·ε·οξυν·[σ]αμην
2ndπαρωξυνας[LXX]παρ·ε·οξυν·[σ]αςπαρωξυνωπαρ·ε·οξυν·[σ]ω
3rdπαρωξυνεν[LXX], παρωξυνεπαρ·ε·οξυν·[σ]ε(ν), παρ·ε·οξυν·[σ]ε(ν)παρωξυνατοπαρ·ε·οξυν·[σ]ατο
Pl1stπαρωξυναμεν[LXX]παρ·ε·οξυν·[σ]αμενπαρωξυναμεθαπαρ·ε·οξυν·[σ]αμεθα
2ndπαρωξυνατε[LXX]παρ·ε·οξυν·[σ]ατεπαρωξυνασθεπαρ·ε·οξυν·[σ]ασθε
3rdπαρωξυναν[LXX]παρ·ε·οξυν·[σ]ανπαρωξυναντοπαρ·ε·οξυν·[σ]αντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπαροξυνω[LXX]παρ·οξυν·[σ]ωπαροξυνωμαιπαρ·οξυν·[σ]ωμαι
2ndπαροξυνῃςπαρ·οξυν·[σ]ῃςπαροξυνῃ[LXX]παρ·οξυν·[σ]ῃ
3rdπαροξυνῃ[LXX]παρ·οξυν·[σ]ῃπαροξυνηταιπαρ·οξυν·[σ]ηται
Pl1stπαροξυνωμενπαρ·οξυν·[σ]ωμενπαροξυνωμεθαπαρ·οξυν·[σ]ωμεθα
2ndπαροξυνητεπαρ·οξυν·[σ]ητεπαροξυνησθεπαρ·οξυν·[σ]ησθε
3rdπαροξυνωσιν, παροξυνωσιπαρ·οξυν·[σ]ωσι(ν)παροξυνωνταιπαρ·οξυν·[σ]ωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stπαροξυναιμιπαρ·οξυν·[σ]αιμιπαροξυναιμηνπαρ·οξυν·[σ]αιμην
2ndπαροξυναις, παροξυνειαςπαρ·οξυν·[σ]αις, παρ·οξυν·[σ]ειας classicalπαροξυναιοπαρ·οξυν·[σ]αιο
3rdπαροξυναι[LXX], παροξυνειεπαρ·οξυν·[σ]αι, παρ·οξυν·[σ]ειε classicalπαροξυναιτοπαρ·οξυν·[σ]αιτο
Pl1stπαροξυναιμενπαρ·οξυν·[σ]αιμενπαροξυναιμεθαπαρ·οξυν·[σ]αιμεθα
2ndπαροξυναιτεπαρ·οξυν·[σ]αιτεπαροξυναισθεπαρ·οξυν·[σ]αισθε
3rdπαροξυναιεν, παροξυναισαν, παροξυνειαν, παροξυνειενπαρ·οξυν·[σ]αιεν, παρ·οξυν·[σ]αισαν alt, παρ·οξυν·[σ]ειαν classical, παρ·οξυν·[σ]ειεν classicalπαροξυναιντοπαρ·οξυν·[σ]αιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndπαροξυνονπαρ·οξυν·[σ]ονπαροξυναι[LXX]παρ·οξυν·[σ]αι
3rdπαροξυνατωπαρ·οξυν·[σ]ατωπαροξυνασθωπαρ·οξυν·[σ]ασθω
Pl1st
2ndπαροξυνατεπαρ·οξυν·[σ]ατεπαροξυνασθεπαρ·οξυν·[σ]ασθε
3rdπαροξυνατωσαν, παροξυναντων[LXX]παρ·οξυν·[σ]ατωσαν, παρ·οξυν·[σ]αντων classicalπαροξυνασθωσαν, παροξυνασθωνπαρ·οξυν·[σ]ασθωσαν, παρ·οξυν·[σ]ασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
παροξυναι[LXX]​παρ·οξυν·[σ]αιπαροξυνασθαι​παρ·οξυν·[σ]ασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπαροξυνασαπαροξυναςπαροξυνανπαρ·οξυν·[σ]ασ·απαρ·οξυν·[σ]α[ντ]·ςπαρ·οξυν·[σ]αν[τ]
Nom
Accπαροξυνασανπαροξυνανταπαρ·οξυν·[σ]ασ·ανπαρ·οξυν·[σ]αντ·α
Datπαροξυνασῃπαροξυναντιπαρ·οξυν·[σ]ασ·ῃπαρ·οξυν·[σ]αντ·ι
Genπαροξυνασηςπαροξυναντοςπαρ·οξυν·[σ]ασ·ηςπαρ·οξυν·[σ]αντ·ος
PlVocπαροξυνασαιπαροξυναντες[LXX]παροξυνανταπαρ·οξυν·[σ]ασ·αιπαρ·οξυν·[σ]αντ·εςπαρ·οξυν·[σ]αντ·α
Nom
Accπαροξυνασαςπαροξυνανταςπαρ·οξυν·[σ]ασ·αςπαρ·οξυν·[σ]αντ·ας
Datπαροξυνασαιςπαροξυνασι, παροξυνασινπαρ·οξυν·[σ]ασ·αιςπαρ·οξυν·[σ]α[ντ]·σι(ν)
Genπαροξυνασωνπαροξυναντων[LXX]παρ·οξυν·[σ]ασ·ωνπαρ·οξυν·[σ]αντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπαροξυναμενηπαροξυναμενεπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ηπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ε
Nomπαροξυναμενοςπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ος
Accπαροξυναμενηνπαροξυναμενονπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ηνπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ον
Datπαροξυναμενῃπαροξυναμενῳπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ῃπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ῳ
Genπαροξυναμενηςπαροξυναμενουπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ηςπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ου
PlVocπαροξυναμεναιπαροξυναμενοιπαροξυναμεναπαρ·οξυν·[σ]αμεν·αιπαρ·οξυν·[σ]αμεν·οιπαρ·οξυν·[σ]αμεν·α
Nom
Accπαροξυναμεναςπαροξυναμενουςπαρ·οξυν·[σ]αμεν·αςπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ους
Datπαροξυναμεναιςπαροξυναμενοιςπαρ·οξυν·[σ]αμεν·αιςπαρ·οξυν·[σ]αμεν·οις
Genπαροξυναμενωνπαροξυναμενωνπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ωνπαρ·οξυν·[σ]αμεν·ων

6th Principal Part (θη-Aorist and θη-Future) [hide]

θη-Aorist Indicative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stπαρωξυνθην[LXX]παρ·ε·οξυν·θην
2ndπαρωξυνθηςπαρ·ε·οξυν·θης
3rdπαρωξυνθη[LXX]παρ·ε·οξυν·θη
Pl1stπαρωξυνθημενπαρ·ε·οξυν·θημεν
2ndπαρωξυνθητεπαρ·ε·οξυν·θητε
3rdπαρωξυνθησανπαρ·ε·οξυν·θησαν

θη-Future Indicative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stπαροξυνθησομαιπαρ·οξυν·θησομαι
2ndπαροξυνθησῃ, παροξυνθησειπαρ·οξυν·θησῃ, παρ·οξυν·θησει classical
3rdπαροξυνθησεται[LXX]παρ·οξυν·θησεται
Pl1stπαροξυνθησομεθαπαρ·οξυν·θησομεθα
2ndπαροξυνθησεσθεπαρ·οξυν·θησεσθε
3rdπαροξυνθησονταιπαρ·οξυν·θησονται

θη-Aorist Subjunctive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stπαροξυνθωπαρ·οξυν·θω
2ndπαροξυνθῃς[LXX]παρ·οξυν·θῃς
3rdπαροξυνθῃπαρ·οξυν·θῃ
Pl1stπαροξυνθωμενπαρ·οξυν·θωμεν
2ndπαροξυνθητεπαρ·οξυν·θητε
3rdπαροξυνθωσιν, παροξυνθωσιπαρ·οξυν·θωσι(ν)

θη-Aorist Optative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stπαροξυνθειηνπαρ·οξυν·θειην
2ndπαροξυνθειηςπαρ·οξυν·θειης
3rdπαροξυνθειηπαρ·οξυν·θειη
Pl1stπαροξυνθειημεν, παροξυνθειμενπαρ·οξυν·θειημεν, παρ·οξυν·θειμεν classical
2ndπαροξυνθειητε, παροξυνθειτεπαρ·οξυν·θειητε, παρ·οξυν·θειτε classical
3rdπαροξυνθειησαν, παροξυνθειενπαρ·οξυν·θειησαν, παρ·οξυν·θειεν classical

θη-Future Optative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stπαροξυνθησοιμηνπαρ·οξυν·θησοιμην
2ndπαροξυνθησοιοπαρ·οξυν·θησοιο
3rdπαροξυνθησοιτοπαρ·οξυν·θησοιτο
Pl1stπαροξυνθησοιμεθαπαρ·οξυν·θησοιμεθα
2ndπαροξυνθησοισθεπαρ·οξυν·θησοισθε
3rdπαροξυνθησοιντοπαρ·οξυν·θησοιντο

θη-Aorist Imperative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1st
2ndπαροξυνθητιπαρ·οξυν·θητι
3rdπαροξυνθητωπαρ·οξυν·θητω
Pl1st
2ndπαροξυνθητεπαρ·οξυν·θητε
3rdπαροξυνθητωσαν, παροξυνθεντωνπαρ·οξυν·θητωσαν, παρ·οξυν·θεντων classical

θη-Aorist Infinitive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
παροξυνθηναι​παρ·οξυν·θηναι​

θη-Future Infinitive [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
παροξυνθησεσθαι​παρ·οξυν·θησεσθαι​

θη-Aorist Participle [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπαροξυνθεισαπαροξυνθεις[LXX]παροξυνθενπαρ·οξυν·θεισ·απαρ·οξυν·θει[ντ]·ςπαρ·οξυν·θε[ι]ν[τ]
Nom
Accπαροξυνθεισανπαροξυνθενταπαρ·οξυν·θεισ·ανπαρ·οξυν·θε[ι]ντ·α
Datπαροξυνθεισῃπαροξυνθεντιπαρ·οξυν·θεισ·ῃπαρ·οξυν·θε[ι]ντ·ι
Genπαροξυνθεισηςπαροξυνθεντοςπαρ·οξυν·θεισ·ηςπαρ·οξυν·θε[ι]ντ·ος
PlVocπαροξυνθεισαιπαροξυνθεντεςπαροξυνθενταπαρ·οξυν·θεισ·αιπαρ·οξυν·θε[ι]ντ·εςπαρ·οξυν·θε[ι]ντ·α
Nom
Accπαροξυνθεισαςπαροξυνθενταςπαρ·οξυν·θεισ·αςπαρ·οξυν·θε[ι]ντ·ας
Datπαροξυνθεισαιςπαροξυνθεισι, παροξυνθεισινπαρ·οξυν·θεισ·αιςπαρ·οξυν·θει[ντ]·σι(ν)
Genπαροξυνθεισωνπαροξυνθεντωνπαρ·οξυν·θεισ·ωνπαρ·οξυν·θε[ι]ντ·ος

θη-Future Participle [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπαροξυνθησομενηπαροξυνθησομενεπαρ·οξυν·θησομεν·ηπαρ·οξυν·θησομεν·ε
Nomπαροξυνθησομενοςπαρ·οξυν·θησομεν·ος
Accπαροξυνθησομενηνπαροξυνθησομενονπαρ·οξυν·θησομεν·ηνπαρ·οξυν·θησομεν·ον
Datπαροξυνθησομενῃπαροξυνθησομενῳπαρ·οξυν·θησομεν·ῃπαρ·οξυν·θησομεν·ῳ
Genπαροξυνθησομενηςπαροξυνθησομενουπαρ·οξυν·θησομεν·ηςπαρ·οξυν·θησομεν·ου
PlVocπαροξυνθησομεναιπαροξυνθησομενοιπαροξυνθησομεναπαρ·οξυν·θησομεν·αιπαρ·οξυν·θησομεν·οιπαρ·οξυν·θησομεν·α
Nom
Accπαροξυνθησομεναςπαροξυνθησομενουςπαρ·οξυν·θησομεν·αςπαρ·οξυν·θησομεν·ους
Datπαροξυνθησομεναιςπαροξυνθησομενοιςπαρ·οξυν·θησομεν·αιςπαρ·οξυν·θησομεν·οις
Genπαροξυνθησομενωνπαροξυνθησομενωνπαρ·οξυν·θησομεν·ωνπαρ·οξυν·θησομεν·ου

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 19-Nov-2019 03:51:12 EST