ξενιζω • XENIZW CENIZW • xenizō

Search: ξενισαντες

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ξενισαντεςξενίζωξενι·σαντ·ες1aor act ptcp mas nom|voc pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
ξενισαντεςξενίζωξενι·σαντ·ες1aor act ptcp mas nom|voc pl

ξενίζω (ξενιζ-, ξενι(ε)·[σ]-, ξενι·σ-, -, -, ξενισ·θ-)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stξενιζωξενιζ·ωξενιζομαιξενιζ·ομαι
2ndξενιζειςξενιζ·ειςξενιζῃ, ξενιζει, ξενιζεσαιξενιζ·ῃ, ξενιζ·ει classical, ξενιζ·εσαι alt
3rdξενιζειξενιζ·ειξενιζεται[GNT]ξενιζ·εται
Pl1stξενιζομενξενιζ·ομενξενιζομεθαξενιζ·ομεθα
2ndξενιζετεξενιζ·ετεξενιζεσθε[GNT]ξενιζ·εσθε
3rdξενιζουσιν, ξενιζουσιξενιζ·ουσι(ν)ξενιζονται[GNT]ξενιζ·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stξενιζωξενιζ·ωξενιζωμαιξενιζ·ωμαι
2ndξενιζῃςξενιζ·ῃςξενιζῃξενιζ·ῃ
3rdξενιζῃξενιζ·ῃξενιζηταιξενιζ·ηται
Pl1stξενιζωμενξενιζ·ωμενξενιζωμεθαξενιζ·ωμεθα
2ndξενιζητεξενιζ·ητεξενιζησθεξενιζ·ησθε
3rdξενιζωσιν, ξενιζωσιξενιζ·ωσι(ν)ξενιζωνταιξενιζ·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stξενιζοιμιξενιζ·οιμιξενιζοιμηνξενιζ·οιμην
2ndξενιζοιςξενιζ·οιςξενιζοιοξενιζ·οιο
3rdξενιζοιξενιζ·οιξενιζοιτοξενιζ·οιτο
Pl1stξενιζοιμενξενιζ·οιμενξενιζοιμεθαξενιζ·οιμεθα
2ndξενιζοιτεξενιζ·οιτεξενιζοισθεξενιζ·οισθε
3rdξενιζοιεν, ξενιζοισανξενιζ·οιεν, ξενιζ·οισαν altξενιζοιντοξενιζ·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndξενιζεξενιζ·εξενιζουξενιζ·ου
3rdξενιζετωξενιζ·ετωξενιζεσθωξενιζ·εσθω
Pl1st
2ndξενιζετεξενιζ·ετεξενιζεσθε[GNT]ξενιζ·εσθε
3rdξενιζετωσαν, ξενιζοντωνξενιζ·ετωσαν, ξενιζ·οντων classicalξενιζεσθωσαν, ξενιζεσθωνξενιζ·εσθωσαν, ξενιζ·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ξενιζειν​ξενιζ·ειν​ξενιζεσθαι​ξενιζ·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocξενιζουσαξενιζονξενιζ·ουσ·αξενιζ·ο[υ]ν[τ]
Nomξενιζωνξενιζ·ο[υ]ν[τ]·^
Accξενιζουσαν[LXX]ξενιζοντα[GNT]ξενιζ·ουσ·ανξενιζ·ο[υ]ντ·α
Datξενιζουσῃξενιζοντιξενιζ·ουσ·ῃξενιζ·ο[υ]ντ·ι
Genξενιζουσηςξενιζοντοςξενιζ·ουσ·ηςξενιζ·ο[υ]ντ·ος
PlVocξενιζουσαιξενιζοντεςξενιζοντα[GNT]ξενιζ·ουσ·αιξενιζ·ο[υ]ντ·εςξενιζ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accξενιζουσαςξενιζονταςξενιζ·ουσ·αςξενιζ·ο[υ]ντ·ας
Datξενιζουσαις[LXX]ξενιζουσι, ξενιζουσινξενιζ·ουσ·αιςξενιζ·ου[ντ]·σι(ν)
Genξενιζουσωνξενιζοντωνξενιζ·ουσ·ωνξενιζ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocξενιζομενηξενιζομενεξενιζ·ομεν·ηξενιζ·ομεν·ε
Nomξενιζομενοςξενιζ·ομεν·ος
Accξενιζομενηνξενιζομενονξενιζ·ομεν·ηνξενιζ·ομεν·ον
Datξενιζομενῃξενιζομενῳξενιζ·ομεν·ῃξενιζ·ομεν·ῳ
Genξενιζομενηςξενιζομενουξενιζ·ομεν·ηςξενιζ·ομεν·ου
PlVocξενιζομεναιξενιζομενοιξενιζομεναξενιζ·ομεν·αιξενιζ·ομεν·οιξενιζ·ομεν·α
Nom
Accξενιζομεναςξενιζομενουςξενιζ·ομεν·αςξενιζ·ομεν·ους
Datξενιζομεναιςξενιζομενοιςξενιζ·ομεν·αιςξενιζ·ομεν·οις
Genξενιζομενωνξενιζομενωνξενιζ·ομεν·ωνξενιζ·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεξενιζονε·ξενιζ·ονεξενιζομηνε·ξενιζ·ομην
2ndεξενιζεςε·ξενιζ·εςεξενιζουε·ξενιζ·ου
3rdεξενιζεν, εξενιζεε·ξενιζ·ε(ν)εξενιζετοε·ξενιζ·ετο
Pl1stεξενιζομενε·ξενιζ·ομενεξενιζομεθαε·ξενιζ·ομεθα
2ndεξενιζετεε·ξενιζ·ετεεξενιζεσθεε·ξενιζ·εσθε
3rdεξενιζον, εξενιζοσανε·ξενιζ·ον, ε·ξενιζ·οσαν altεξενιζοντοε·ξενιζ·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stξενιωξενι(ε)·[σ]ωξενιουμαιξενι(ε)·[σ]ομαι
2ndξενιεις[LXX]ξενι(ε)·[σ]ειςξενιῃ, ξενιει, ξενιεισαιξενι(ε)·[σ]ῃ, ξενι(ε)·[σ]ει classical, ξενι(ε)·[σ]εσαι alt
3rdξενιειξενι(ε)·[σ]ειξενιειταιξενι(ε)·[σ]εται
Pl1stξενιουμενξενι(ε)·[σ]ομενξενιουμεθαξενι(ε)·[σ]ομεθα
2ndξενιειτεξενι(ε)·[σ]ετεξενιεισθεξενι(ε)·[σ]εσθε
3rdξενιουσιν, ξενιουσιξενι(ε)·[σ]ουσι(ν)ξενιουνταιξενι(ε)·[σ]ονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stξενιοιμιξενι(ε)·[σ]οιμιξενιοιμηνξενι(ε)·[σ]οιμην
2ndξενιοις[LXX]ξενι(ε)·[σ]οιςξενιοιοξενι(ε)·[σ]οιο
3rdξενιοιξενι(ε)·[σ]οιξενιοιτοξενι(ε)·[σ]οιτο
Pl1stξενιοιμενξενι(ε)·[σ]οιμενξενιοιμεθαξενι(ε)·[σ]οιμεθα
2ndξενιοιτεξενι(ε)·[σ]οιτεξενιοισθεξενι(ε)·[σ]οισθε
3rdξενιοιενξενι(ε)·[σ]οιενξενιοιντοξενι(ε)·[σ]οιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ξενιειν​ξενι(ε)·[σ]ειν​ξενιεισθαι​ξενι(ε)·[σ]εσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocξενιουσαξενιουνξενι(ε)·[σ]ουσ·αξενι(ε)·[σ]ο[υ]ν[τ]
Nomξενιωνξενι(ε)·[σ]ο[υ]ν[τ]·^
Accξενιουσανξενιουνταξενι(ε)·[σ]ουσ·ανξενι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·α
Datξενιουσῃξενιουντιξενι(ε)·[σ]ουσ·ῃξενι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·ι
Genξενιουσηςξενιουντοςξενι(ε)·[σ]ουσ·ηςξενι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·ος
PlVocξενιουσαιξενιουντεςξενιουνταξενι(ε)·[σ]ουσ·αιξενι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·εςξενι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·α
Nom
Accξενιουσαςξενιουνταςξενι(ε)·[σ]ουσ·αςξενι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·ας
Datξενιουσαιςξενιουσι, ξενιουσινξενι(ε)·[σ]ουσ·αιςξενι(ε)·[σ]ου[ντ]·σι(ν)
Genξενιουσωνξενιουντωνξενι(ε)·[σ]ουσ·ωνξενι(ε)·[σ]ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocξενιουμενηξενιουμενεξενι(ε)·[σ]ομεν·ηξενι(ε)·[σ]ομεν·ε
Nomξενιουμενοςξενι(ε)·[σ]ομεν·ος
Accξενιουμενηνξενιουμενονξενι(ε)·[σ]ομεν·ηνξενι(ε)·[σ]ομεν·ον
Datξενιουμενῃξενιουμενῳξενι(ε)·[σ]ομεν·ῃξενι(ε)·[σ]ομεν·ῳ
Genξενιουμενηςξενιουμενουξενι(ε)·[σ]ομεν·ηςξενι(ε)·[σ]ομεν·ου
PlVocξενιουμεναιξενιουμενοιξενιουμεναξενι(ε)·[σ]ομεν·αιξενι(ε)·[σ]ομεν·οιξενι(ε)·[σ]ομεν·α
Nom
Accξενιουμεναςξενιουμενουςξενι(ε)·[σ]ομεν·αςξενι(ε)·[σ]ομεν·ους
Datξενιουμεναιςξενιουμενοιςξενι(ε)·[σ]ομεν·αιςξενι(ε)·[σ]ομεν·οις
Genξενιουμενωνξενιουμενωνξενι(ε)·[σ]ομεν·ωνξενι(ε)·[σ]ομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεξενισαε·ξενι·σαεξενισαμηνε·ξενι·σαμην
2ndεξενισαςε·ξενι·σαςεξενισωε·ξενι·σω
3rdεξενισεν[GNT], εξενισεε·ξενι·σε(ν), ε·ξενι·σε(ν)εξενισατοε·ξενι·σατο
Pl1stεξενισαμενε·ξενι·σαμενεξενισαμεθαε·ξενι·σαμεθα
2ndεξενισατεε·ξενι·σατεεξενισασθεε·ξενι·σασθε
3rdεξενισανε·ξενι·σανεξενισαντοε·ξενι·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stξενισωξενι·σωξενισωμαιξενι·σωμαι
2ndξενισῃςξενι·σῃςξενισῃξενι·σῃ
3rdξενισῃξενι·σῃξενισηταιξενι·σηται
Pl1stξενισωμενξενι·σωμενξενισωμεθαξενι·σωμεθα
2ndξενισητεξενι·σητεξενισησθεξενι·σησθε
3rdξενισωσιν, ξενισωσιξενι·σωσι(ν)ξενισωνταιξενι·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stξενισαιμιξενι·σαιμιξενισαιμηνξενι·σαιμην
2ndξενισαις, ξενισειαςξενι·σαις, ξενι·σειας classicalξενισαιοξενι·σαιο
3rdξενισαι, ξενισειεξενι·σαι, ξενι·σειε classicalξενισαιτοξενι·σαιτο
Pl1stξενισαιμενξενι·σαιμενξενισαιμεθαξενι·σαιμεθα
2ndξενισαιτεξενι·σαιτεξενισαισθεξενι·σαισθε
3rdξενισαιεν, ξενισαισαν, ξενισειαν, ξενισειενξενι·σαιεν, ξενι·σαισαν alt, ξενι·σειαν classical, ξενι·σειεν classicalξενισαιντοξενι·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndξενισονξενι·σονξενισαιξενι·σαι
3rdξενισατωξενι·σατωξενισασθωξενι·σασθω
Pl1st
2ndξενισατεξενι·σατεξενισασθεξενι·σασθε
3rdξενισατωσαν, ξενισαντωνξενι·σατωσαν, ξενι·σαντων classicalξενισασθωσαν, ξενισασθωνξενι·σασθωσαν, ξενι·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
ξενισαι​ξενι·σαι​ξενισασθαι​ξενι·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocξενισασαξενισαςξενισανξενι·σασ·αξενι·σα[ντ]·ςξενι·σαν[τ]
Nom
Accξενισασανξενισανταξενι·σασ·ανξενι·σαντ·α
Datξενισασῃξενισαντιξενι·σασ·ῃξενι·σαντ·ι
Genξενισασηςξενισαντοςξενι·σασ·ηςξενι·σαντ·ος
PlVocξενισασαιξενισαντες[GNT]ξενισανταξενι·σασ·αιξενι·σαντ·εςξενι·σαντ·α
Nom
Accξενισασαςξενισανταςξενι·σασ·αςξενι·σαντ·ας
Datξενισασαιςξενισασι, ξενισασινξενι·σασ·αιςξενι·σα[ντ]·σι(ν)
Genξενισασωνξενισαντωνξενι·σασ·ωνξενι·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocξενισαμενηξενισαμενεξενι·σαμεν·ηξενι·σαμεν·ε
Nomξενισαμενοςξενι·σαμεν·ος
Accξενισαμενηνξενισαμενονξενι·σαμεν·ηνξενι·σαμεν·ον
Datξενισαμενῃξενισαμενῳξενι·σαμεν·ῃξενι·σαμεν·ῳ
Genξενισαμενηςξενισαμενουξενι·σαμεν·ηςξενι·σαμεν·ου
PlVocξενισαμεναιξενισαμενοιξενισαμεναξενι·σαμεν·αιξενι·σαμεν·οιξενι·σαμεν·α
Nom
Accξενισαμεναςξενισαμενουςξενι·σαμεν·αςξενι·σαμεν·ους
Datξενισαμεναιςξενισαμενοιςξενι·σαμεν·αιςξενι·σαμεν·οις
Genξενισαμενωνξενισαμενωνξενι·σαμεν·ωνξενι·σαμεν·ων

6th Principal Part (θη-Aorist and θη-Future) [hide]

θη-Aorist Indicative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stεξενισθηνε·ξενισ·θην
2ndεξενισθηςε·ξενισ·θης
3rdεξενισθηε·ξενισ·θη
Pl1stεξενισθημενε·ξενισ·θημεν
2ndεξενισθητεε·ξενισ·θητε
3rdεξενισθησανε·ξενισ·θησαν

θη-Future Indicative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stξενισθησομαιξενισ·θησομαι
2ndξενισθησῃ, ξενισθησειξενισ·θησῃ, ξενισ·θησει classical
3rdξενισθησεταιξενισ·θησεται
Pl1stξενισθησομεθαξενισ·θησομεθα
2ndξενισθησεσθεξενισ·θησεσθε
3rdξενισθησονταιξενισ·θησονται

θη-Aorist Subjunctive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stξενισθωξενισ·θω
2ndξενισθῃςξενισ·θῃς
3rdξενισθῃξενισ·θῃ
Pl1stξενισθωμεν[GNT]ξενισ·θωμεν
2ndξενισθητεξενισ·θητε
3rdξενισθωσιν, ξενισθωσιξενισ·θωσι(ν)

θη-Aorist Optative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stξενισθειηνξενισ·θειην
2ndξενισθειηςξενισ·θειης
3rdξενισθειηξενισ·θειη
Pl1stξενισθειημεν, ξενισθειμενξενισ·θειημεν, ξενισ·θειμεν classical
2ndξενισθειητε, ξενισθειτεξενισ·θειητε, ξενισ·θειτε classical
3rdξενισθειησαν, ξενισθειενξενισ·θειησαν, ξενισ·θειεν classical

θη-Future Optative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stξενισθησοιμηνξενισ·θησοιμην
2ndξενισθησοιοξενισ·θησοιο
3rdξενισθησοιτοξενισ·θησοιτο
Pl1stξενισθησοιμεθαξενισ·θησοιμεθα
2ndξενισθησοισθεξενισ·θησοισθε
3rdξενισθησοιντοξενισ·θησοιντο

θη-Aorist Imperative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1st
2ndξενισθητιξενισ·θητι
3rdξενισθητωξενισ·θητω
Pl1st
2ndξενισθητεξενισ·θητε
3rdξενισθητωσαν, ξενισθεντωνξενισ·θητωσαν, ξενισ·θεντων classical

θη-Aorist Infinitive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
ξενισθηναι​ξενισ·θηναι​

θη-Future Infinitive [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
ξενισθησεσθαι​ξενισ·θησεσθαι​

θη-Aorist Participle [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocξενισθεισαξενισθειςξενισθενξενισ·θεισ·αξενισ·θει[ντ]·ςξενισ·θε[ι]ν[τ]
Nom
Accξενισθεισανξενισθενταξενισ·θεισ·ανξενισ·θε[ι]ντ·α
Datξενισθεισῃξενισθεντιξενισ·θεισ·ῃξενισ·θε[ι]ντ·ι
Genξενισθεισηςξενισθεντοςξενισ·θεισ·ηςξενισ·θε[ι]ντ·ος
PlVocξενισθεισαιξενισθεντεςξενισθενταξενισ·θεισ·αιξενισ·θε[ι]ντ·εςξενισ·θε[ι]ντ·α
Nom
Accξενισθεισαςξενισθενταςξενισ·θεισ·αςξενισ·θε[ι]ντ·ας
Datξενισθεισαιςξενισθεισι, ξενισθεισινξενισ·θεισ·αιςξενισ·θει[ντ]·σι(ν)
Genξενισθεισωνξενισθεντωνξενισ·θεισ·ωνξενισ·θε[ι]ντ·ος

θη-Future Participle [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocξενισθησομενηξενισθησομενεξενισ·θησομεν·ηξενισ·θησομεν·ε
Nomξενισθησομενοςξενισ·θησομεν·ος
Accξενισθησομενηνξενισθησομενονξενισ·θησομεν·ηνξενισ·θησομεν·ον
Datξενισθησομενῃξενισθησομενῳξενισ·θησομεν·ῃξενισ·θησομεν·ῳ
Genξενισθησομενηςξενισθησομενουξενισ·θησομεν·ηςξενισ·θησομεν·ου
PlVocξενισθησομεναιξενισθησομενοιξενισθησομεναξενισ·θησομεν·αιξενισ·θησομεν·οιξενισ·θησομεν·α
Nom
Accξενισθησομεναςξενισθησομενουςξενισ·θησομεν·αςξενισ·θησομεν·ους
Datξενισθησομεναιςξενισθησομενοιςξενισ·θησομεν·αιςξενισ·θησομεν·οις
Genξενισθησομενωνξενισθησομενωνξενισ·θησομεν·ωνξενισ·θησομεν·ου

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 21-Nov-2019 04:34:17 EST