μαστιγοω • MASTIGOW • mastigoō

Search: μαστιγοι

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
μαστιγοι; μαστιγοι; μαστιγοι; μαστιγοι; μαστιγοι; μαστιγοιμαστιγόωμαστιγ(ο)·οι; μαστιγ(ο)·ει; μαστιγ(ο)·ῃ; μαστιγ(ο)·ῃ; μαστιγ(ο)·ει; μαστιγ(ο)·ῃpres act opt 3rd sg; pres act ind 3rd sg; pres act sub 3rd sg; pres mp ind 2nd sg; pres mp ind 2nd sg classical; pres mp sub 2nd sg
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
μαστιγοιμαστιγόωμαστιγ(ο)·οιpres act opt 3rd sg
μαστιγοιμαστιγόωμαστιγ(ο)·ειpres act ind 3rd sg
μαστιγοιμαστιγόωμαστιγ(ο)·ῃpres act sub 3rd sg
μαστιγοιμαστιγόωμαστιγ(ο)·ῃpres mp ind 2nd sg
μαστιγοιμαστιγόωμαστιγ(ο)·ειpres mp ind 2nd sg classical
μαστιγοιμαστιγόωμαστιγ(ο)·ῃpres mp sub 2nd sg

μαστιγόω (μαστιγ(ο)-, μαστιγω·σ-, μαστιγω·σ-, -, μεμαστιγω-, μαστιγω·θ-)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμαστιγωμαστιγ(ο)·ωμαστιγουμαιμαστιγ(ο)·ομαι
2ndμαστιγοις[LXX]μαστιγ(ο)·ειςμαστιγοι[GNT][LXX], μαστιγουσαιμαστιγ(ο)·ῃ, μαστιγ(ο)·ει classical, μαστιγ(ο)·εσαι alt
3rdμαστιγοι[GNT][LXX]μαστιγ(ο)·ειμαστιγουταιμαστιγ(ο)·εται
Pl1stμαστιγουμενμαστιγ(ο)·ομενμαστιγουμεθαμαστιγ(ο)·ομεθα
2ndμαστιγουτεμαστιγ(ο)·ετεμαστιγουσθεμαστιγ(ο)·εσθε
3rdμαστιγουσιν, μαστιγουσιμαστιγ(ο)·ουσι(ν)μαστιγουνταιμαστιγ(ο)·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμαστιγωμαστιγ(ο)·ωμαστιγωμαιμαστιγ(ο)·ωμαι
2ndμαστιγοις[LXX]μαστιγ(ο)·ῃςμαστιγοι[GNT][LXX]μαστιγ(ο)·ῃ
3rdμαστιγοι[GNT][LXX]μαστιγ(ο)·ῃμαστιγωταιμαστιγ(ο)·ηται
Pl1stμαστιγωμενμαστιγ(ο)·ωμενμαστιγωμεθαμαστιγ(ο)·ωμεθα
2ndμαστιγωτεμαστιγ(ο)·ητεμαστιγωσθεμαστιγ(ο)·ησθε
3rdμαστιγωσιν, μαστιγωσιμαστιγ(ο)·ωσι(ν)μαστιγωνταιμαστιγ(ο)·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμαστιγοιμιμαστιγ(ο)·οιμιμαστιγοιμηνμαστιγ(ο)·οιμην
2ndμαστιγοις[LXX]μαστιγ(ο)·οιςμαστιγοιομαστιγ(ο)·οιο
3rdμαστιγοι[GNT][LXX]μαστιγ(ο)·οιμαστιγοιτομαστιγ(ο)·οιτο
Pl1stμαστιγοιμενμαστιγ(ο)·οιμενμαστιγοιμεθαμαστιγ(ο)·οιμεθα
2ndμαστιγοιτεμαστιγ(ο)·οιτεμαστιγοισθεμαστιγ(ο)·οισθε
3rdμαστιγοιεν, μαστιγοισανμαστιγ(ο)·οιεν, μαστιγ(ο)·οισαν altμαστιγοιντομαστιγ(ο)·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndμαστιγουμαστιγ(ο)·εμαστιγουμαστιγ(ο)·ου
3rdμαστιγουτωμαστιγ(ο)·ετωμαστιγουσθωμαστιγ(ο)·εσθω
Pl1st
2ndμαστιγουτεμαστιγ(ο)·ετεμαστιγουσθεμαστιγ(ο)·εσθε
3rdμαστιγουτωσαν, μαστιγουντωνμαστιγ(ο)·ετωσαν, μαστιγ(ο)·οντων classicalμαστιγουσθωσαν, μαστιγουσθωνμαστιγ(ο)·εσθωσαν, μαστιγ(ο)·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
μαστιγουν​μαστιγ(ο)·ειν​μαστιγουσθαι​μαστιγ(ο)·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμαστιγουσαμαστιγουνμαστιγ(ο)·ουσ·αμαστιγ(ο)·ο[υ]ν[τ]
Nomμαστιγων[GNT][LXX]μαστιγ(ο)·ο[υ]ν[τ]·^
Accμαστιγουσανμαστιγουνταμαστιγ(ο)·ουσ·ανμαστιγ(ο)·ο[υ]ντ·α
Datμαστιγουσῃμαστιγουντιμαστιγ(ο)·ουσ·ῃμαστιγ(ο)·ο[υ]ντ·ι
Genμαστιγουσηςμαστιγουντοςμαστιγ(ο)·ουσ·ηςμαστιγ(ο)·ο[υ]ντ·ος
PlVocμαστιγουσαιμαστιγουντεςμαστιγουνταμαστιγ(ο)·ουσ·αιμαστιγ(ο)·ο[υ]ντ·εςμαστιγ(ο)·ο[υ]ντ·α
Nom
Accμαστιγουσαςμαστιγουνταςμαστιγ(ο)·ουσ·αςμαστιγ(ο)·ο[υ]ντ·ας
Datμαστιγουσαιςμαστιγουσι, μαστιγουσινμαστιγ(ο)·ουσ·αιςμαστιγ(ο)·ου[ντ]·σι(ν)
Genμαστιγουσωνμαστιγουντωνμαστιγ(ο)·ουσ·ωνμαστιγ(ο)·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμαστιγουμενημαστιγουμενεμαστιγ(ο)·ομεν·ημαστιγ(ο)·ομεν·ε
Nomμαστιγουμενος[LXX]μαστιγ(ο)·ομεν·ος
Accμαστιγουμενηνμαστιγουμενονμαστιγ(ο)·ομεν·ηνμαστιγ(ο)·ομεν·ον
Datμαστιγουμενῃμαστιγουμενῳμαστιγ(ο)·ομεν·ῃμαστιγ(ο)·ομεν·ῳ
Genμαστιγουμενηςμαστιγουμενου[LXX]μαστιγ(ο)·ομεν·ηςμαστιγ(ο)·ομεν·ου
PlVocμαστιγουμεναιμαστιγουμενοιμαστιγουμεναμαστιγ(ο)·ομεν·αιμαστιγ(ο)·ομεν·οιμαστιγ(ο)·ομεν·α
Nom
Accμαστιγουμεναςμαστιγουμενουςμαστιγ(ο)·ομεν·αςμαστιγ(ο)·ομεν·ους
Datμαστιγουμεναιςμαστιγουμενοιςμαστιγ(ο)·ομεν·αιςμαστιγ(ο)·ομεν·οις
Genμαστιγουμενωνμαστιγουμενωνμαστιγ(ο)·ομεν·ωνμαστιγ(ο)·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεμαστιγουν[LXX]ε·μαστιγ(ο)·ονεμαστιγουμηνε·μαστιγ(ο)·ομην
2ndεμαστιγουςε·μαστιγ(ο)·εςεμαστιγου[LXX]ε·μαστιγ(ο)·ου
3rdεμαστιγου[LXX]ε·μαστιγ(ο)·εεμαστιγουτοε·μαστιγ(ο)·ετο
Pl1stεμαστιγουμενε·μαστιγ(ο)·ομενεμαστιγουμεθαε·μαστιγ(ο)·ομεθα
2ndεμαστιγουτεε·μαστιγ(ο)·ετεεμαστιγουσθεε·μαστιγ(ο)·εσθε
3rdεμαστιγουν[LXX], εμαστιγουσανε·μαστιγ(ο)·ον, ε·μαστιγ(ο)·οσαν altεμαστιγουντοε·μαστιγ(ο)·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμαστιγωσωμαστιγω·σωμαστιγωσομαιμαστιγω·σομαι
2ndμαστιγωσειςμαστιγω·σειςμαστιγωσῃ, μαστιγωσει[LXX], μαστιγωσεσαιμαστιγω·σῃ, μαστιγω·σει classical, μαστιγω·σεσαι alt
3rdμαστιγωσει[LXX]μαστιγω·σειμαστιγωσεταιμαστιγω·σεται
Pl1stμαστιγωσομενμαστιγω·σομενμαστιγωσομεθαμαστιγω·σομεθα
2ndμαστιγωσετε[GNT]μαστιγω·σετεμαστιγωσεσθεμαστιγω·σεσθε
3rdμαστιγωσουσιν[GNT][LXX], μαστιγωσουσι[LXX]μαστιγω·σουσι(ν)μαστιγωσονταιμαστιγω·σονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμαστιγωσοιμιμαστιγω·σοιμιμαστιγωσοιμηνμαστιγω·σοιμην
2ndμαστιγωσοιςμαστιγω·σοιςμαστιγωσοιομαστιγω·σοιο
3rdμαστιγωσοιμαστιγω·σοιμαστιγωσοιτομαστιγω·σοιτο
Pl1stμαστιγωσοιμενμαστιγω·σοιμενμαστιγωσοιμεθαμαστιγω·σοιμεθα
2ndμαστιγωσοιτεμαστιγω·σοιτεμαστιγωσοισθεμαστιγω·σοισθε
3rdμαστιγωσοιενμαστιγω·σοιενμαστιγωσοιντομαστιγω·σοιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
μαστιγωσειν​μαστιγω·σειν​μαστιγωσεσθαι​μαστιγω·σεσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμαστιγωσουσαμαστιγωσονμαστιγω·σουσ·αμαστιγω·σο[υ]ν[τ]
Nomμαστιγωσωνμαστιγω·σο[υ]ν[τ]·^
Accμαστιγωσουσανμαστιγωσονταμαστιγω·σουσ·ανμαστιγω·σο[υ]ντ·α
Datμαστιγωσουσῃμαστιγωσοντιμαστιγω·σουσ·ῃμαστιγω·σο[υ]ντ·ι
Genμαστιγωσουσηςμαστιγωσοντοςμαστιγω·σουσ·ηςμαστιγω·σο[υ]ντ·ος
PlVocμαστιγωσουσαιμαστιγωσοντεςμαστιγωσονταμαστιγω·σουσ·αιμαστιγω·σο[υ]ντ·εςμαστιγω·σο[υ]ντ·α
Nom
Accμαστιγωσουσαςμαστιγωσονταςμαστιγω·σουσ·αςμαστιγω·σο[υ]ντ·ας
Datμαστιγωσουσαιςμαστιγωσουσι[LXX], μαστιγωσουσιν[GNT][LXX]μαστιγω·σουσ·αιςμαστιγω·σου[ντ]·σι(ν)
Genμαστιγωσουσωνμαστιγωσοντωνμαστιγω·σουσ·ωνμαστιγω·σο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμαστιγωσομενημαστιγωσομενεμαστιγω·σομεν·ημαστιγω·σομεν·ε
Nomμαστιγωσομενοςμαστιγω·σομεν·ος
Accμαστιγωσομενηνμαστιγωσομενονμαστιγω·σομεν·ηνμαστιγω·σομεν·ον
Datμαστιγωσομενῃμαστιγωσομενῳμαστιγω·σομεν·ῃμαστιγω·σομεν·ῳ
Genμαστιγωσομενηςμαστιγωσομενουμαστιγω·σομεν·ηςμαστιγω·σομεν·ου
PlVocμαστιγωσομεναιμαστιγωσομενοιμαστιγωσομεναμαστιγω·σομεν·αιμαστιγω·σομεν·οιμαστιγω·σομεν·α
Nom
Accμαστιγωσομεναςμαστιγωσομενουςμαστιγω·σομεν·αςμαστιγω·σομεν·ους
Datμαστιγωσομεναιςμαστιγωσομενοιςμαστιγω·σομεν·αιςμαστιγω·σομεν·οις
Genμαστιγωσομενωνμαστιγωσομενωνμαστιγω·σομεν·ωνμαστιγω·σομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεμαστιγωσαε·μαστιγω·σαεμαστιγωσαμηνε·μαστιγω·σαμην
2ndεμαστιγωσας[LXX]ε·μαστιγω·σαςεμαστιγωσωε·μαστιγω·σω
3rdεμαστιγωσεν[GNT][LXX], εμαστιγωσεε·μαστιγω·σε(ν), ε·μαστιγω·σε(ν)εμαστιγωσατοε·μαστιγω·σατο
Pl1stεμαστιγωσαμενε·μαστιγω·σαμενεμαστιγωσαμεθαε·μαστιγω·σαμεθα
2ndεμαστιγωσατεε·μαστιγω·σατεεμαστιγωσασθεε·μαστιγω·σασθε
3rdεμαστιγωσανε·μαστιγω·σανεμαστιγωσαντοε·μαστιγω·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμαστιγωσωμαστιγω·σωμαστιγωσωμαιμαστιγω·σωμαι
2ndμαστιγωσῃςμαστιγω·σῃςμαστιγωσῃμαστιγω·σῃ
3rdμαστιγωσῃμαστιγω·σῃμαστιγωσηταιμαστιγω·σηται
Pl1stμαστιγωσωμενμαστιγω·σωμενμαστιγωσωμεθαμαστιγω·σωμεθα
2ndμαστιγωσητεμαστιγω·σητεμαστιγωσησθεμαστιγω·σησθε
3rdμαστιγωσωσιν, μαστιγωσωσιμαστιγω·σωσι(ν)μαστιγωσωνταιμαστιγω·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμαστιγωσαιμιμαστιγω·σαιμιμαστιγωσαιμηνμαστιγω·σαιμην
2ndμαστιγωσαις, μαστιγωσειαςμαστιγω·σαις, μαστιγω·σειας classicalμαστιγωσαιομαστιγω·σαιο
3rdμαστιγωσαι[GNT][LXX], μαστιγωσειεμαστιγω·σαι, μαστιγω·σειε classicalμαστιγωσαιτομαστιγω·σαιτο
Pl1stμαστιγωσαιμενμαστιγω·σαιμενμαστιγωσαιμεθαμαστιγω·σαιμεθα
2ndμαστιγωσαιτεμαστιγω·σαιτεμαστιγωσαισθεμαστιγω·σαισθε
3rdμαστιγωσαιεν, μαστιγωσαισαν, μαστιγωσειαν, μαστιγωσειενμαστιγω·σαιεν, μαστιγω·σαισαν alt, μαστιγω·σειαν classical, μαστιγω·σειεν classicalμαστιγωσαιντομαστιγω·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndμαστιγωσονμαστιγω·σονμαστιγωσαι[GNT][LXX]μαστιγω·σαι
3rdμαστιγωσατωμαστιγω·σατωμαστιγωσασθωμαστιγω·σασθω
Pl1st
2ndμαστιγωσατεμαστιγω·σατεμαστιγωσασθεμαστιγω·σασθε
3rdμαστιγωσατωσαν, μαστιγωσαντωνμαστιγω·σατωσαν, μαστιγω·σαντων classicalμαστιγωσασθωσαν, μαστιγωσασθωνμαστιγω·σασθωσαν, μαστιγω·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
μαστιγωσαι[GNT][LXX]​μαστιγω·σαιμαστιγωσασθαι​μαστιγω·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμαστιγωσασαμαστιγωσαςμαστιγωσανμαστιγω·σασ·αμαστιγω·σα[ντ]·ςμαστιγω·σαν[τ]
Nom
Accμαστιγωσασανμαστιγωσανταμαστιγω·σασ·ανμαστιγω·σαντ·α
Datμαστιγωσασῃμαστιγωσαντιμαστιγω·σασ·ῃμαστιγω·σαντ·ι
Genμαστιγωσασηςμαστιγωσαντοςμαστιγω·σασ·ηςμαστιγω·σαντ·ος
PlVocμαστιγωσασαιμαστιγωσαντες[GNT]μαστιγωσανταμαστιγω·σασ·αιμαστιγω·σαντ·εςμαστιγω·σαντ·α
Nom
Accμαστιγωσασαςμαστιγωσανταςμαστιγω·σασ·αςμαστιγω·σαντ·ας
Datμαστιγωσασαιςμαστιγωσασι, μαστιγωσασινμαστιγω·σασ·αιςμαστιγω·σα[ντ]·σι(ν)
Genμαστιγωσασωνμαστιγωσαντωνμαστιγω·σασ·ωνμαστιγω·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμαστιγωσαμενημαστιγωσαμενεμαστιγω·σαμεν·ημαστιγω·σαμεν·ε
Nomμαστιγωσαμενοςμαστιγω·σαμεν·ος
Accμαστιγωσαμενηνμαστιγωσαμενονμαστιγω·σαμεν·ηνμαστιγω·σαμεν·ον
Datμαστιγωσαμενῃμαστιγωσαμενῳμαστιγω·σαμεν·ῃμαστιγω·σαμεν·ῳ
Genμαστιγωσαμενηςμαστιγωσαμενουμαστιγω·σαμεν·ηςμαστιγω·σαμεν·ου
PlVocμαστιγωσαμεναιμαστιγωσαμενοιμαστιγωσαμεναμαστιγω·σαμεν·αιμαστιγω·σαμεν·οιμαστιγω·σαμεν·α
Nom
Accμαστιγωσαμεναςμαστιγωσαμενουςμαστιγω·σαμεν·αςμαστιγω·σαμεν·ους
Datμαστιγωσαμεναιςμαστιγωσαμενοιςμαστιγω·σαμεν·αιςμαστιγω·σαμεν·οις
Genμαστιγωσαμενωνμαστιγωσαμενωνμαστιγω·σαμεν·ωνμαστιγω·σαμεν·ων

4th and 5th Principal Parts (Perfect and Pluperfect) [hide]

Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμεμαστιγωμαιμεμαστιγω·μαι
2ndμεμαστιγωσαι[LXX]μεμαστιγω·σαι
3rdμεμαστιγωταιμεμαστιγω·ται
Pl1stμεμαστιγωμεθαμεμαστιγω·μεθα
2ndμεμαστιγωσθεμεμαστιγω·σθε
3rdμεμαστιγωνται[LXX]μεμαστιγω·νται

Future Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμεμαστιγωσομαιμεμαστιγω·σομαι
2ndμεμαστιγωσῃ, μεμαστιγωσειμεμαστιγω·σῃ, μεμαστιγω·σει classical
3rdμεμαστιγωσεταιμεμαστιγω·σεται
Pl1stμεμαστιγωσομεθαμεμαστιγω·σομεθα
2ndμεμαστιγωσεσθεμεμαστιγω·σεσθε
3rdμεμαστιγωσονταιμεμαστιγω·σονται

Perfect Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Future Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμεμαστιγωσοιμηνμεμαστιγω·σοιμην
2ndμεμαστιγωσοιομεμαστιγω·σοιο
3rdμεμαστιγωσοιτομεμαστιγω·σοιτο
Pl1stμεμαστιγωσοιμεθαμεμαστιγω·σοιμεθα
2ndμεμαστιγωσοισθεμεμαστιγω·σοισθε
3rdμεμαστιγωσοιντομεμαστιγω·σοιντο

Perfect Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndμεμαστιγωσομεμαστιγω·σο
3rdμεμαστιγωσθωμεμαστιγω·σθω
Pl1st
2ndμεμαστιγωσθεμεμαστιγω·σθε
3rdμεμαστιγωσθωσαν, μεμαστιγωσθωνμεμαστιγω·σθωσαν, μεμαστιγω·σθων classical

Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
μεμαστιγωσθαι​μεμαστιγω·σθαι​

Future Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
μεμαστιγωσεσθαι​μεμαστιγω·σεσθαι​

Perfect Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμεμαστιγωμενημεμαστιγωμενεμεμαστιγω·μεν·ημεμαστιγω·μεν·ε
Nomμεμαστιγωμενος[LXX]μεμαστιγω·μεν·ος
Accμεμαστιγωμενηνμεμαστιγωμενον[LXX]μεμαστιγω·μεν·ηνμεμαστιγω·μεν·ον
Datμεμαστιγωμενῃμεμαστιγωμενῳμεμαστιγω·μεν·ῃμεμαστιγω·μεν·ῳ
Genμεμαστιγωμενηςμεμαστιγωμενουμεμαστιγω·μεν·ηςμεμαστιγω·μεν·ου
PlVocμεμαστιγωμεναιμεμαστιγωμενοιμεμαστιγωμεναμεμαστιγω·μεν·αιμεμαστιγω·μεν·οιμεμαστιγω·μεν·α
Nom
Accμεμαστιγωμεναςμεμαστιγωμενουςμεμαστιγω·μεν·αςμεμαστιγω·μεν·ους
Datμεμαστιγωμεναιςμεμαστιγωμενοιςμεμαστιγω·μεν·αιςμεμαστιγω·μεν·οις
Genμεμαστιγωμενωνμεμαστιγωμενωνμεμαστιγω·μεν·ωνμεμαστιγω·μεν·ων

Pluperfect Indicative Augmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεμεμαστιγωμηνε·μεμαστιγω·μην
2ndεμεμαστιγωσοε·μεμαστιγω·σο
3rdεμεμαστιγωτοε·μεμαστιγω·το
Pl1stεμεμαστιγωμεθαε·μεμαστιγω·μεθα
2ndεμεμαστιγωσθεε·μεμαστιγω·σθε
3rdεμεμαστιγωντοε·μεμαστιγω·ντο

Pluperfect Indicative Unaugmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stμεμαστιγωμην[ε]·μεμαστιγω·μην
2ndμεμαστιγωσο[ε]·μεμαστιγω·σο
3rdμεμαστιγωτο[ε]·μεμαστιγω·το
Pl1stμεμαστιγωμεθα[ε]·μεμαστιγω·μεθα
2ndμεμαστιγωσθε[ε]·μεμαστιγω·σθε
3rdμεμαστιγωντο[ε]·μεμαστιγω·ντο

6th Principal Part (θη-Aorist and θη-Future) [hide]

θη-Aorist Indicative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stεμαστιγωθηνε·μαστιγω·θην
2ndεμαστιγωθηςε·μαστιγω·θης
3rdεμαστιγωθηε·μαστιγω·θη
Pl1stεμαστιγωθημενε·μαστιγω·θημεν
2ndεμαστιγωθητεε·μαστιγω·θητε
3rdεμαστιγωθησαν[LXX]ε·μαστιγω·θησαν

θη-Future Indicative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stμαστιγωθησομαιμαστιγω·θησομαι
2ndμαστιγωθησῃ, μαστιγωθησειμαστιγω·θησῃ, μαστιγω·θησει classical
3rdμαστιγωθησεταιμαστιγω·θησεται
Pl1stμαστιγωθησομεθαμαστιγω·θησομεθα
2ndμαστιγωθησεσθεμαστιγω·θησεσθε
3rdμαστιγωθησονται[LXX]μαστιγω·θησονται

θη-Aorist Subjunctive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stμαστιγωθωμαστιγω·θω
2ndμαστιγωθῃς[LXX]μαστιγω·θῃς
3rdμαστιγωθῃμαστιγω·θῃ
Pl1stμαστιγωθωμενμαστιγω·θωμεν
2ndμαστιγωθητεμαστιγω·θητε
3rdμαστιγωθωσιν, μαστιγωθωσιμαστιγω·θωσι(ν)

θη-Aorist Optative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stμαστιγωθειηνμαστιγω·θειην
2ndμαστιγωθειηςμαστιγω·θειης
3rdμαστιγωθειημαστιγω·θειη
Pl1stμαστιγωθειημεν, μαστιγωθειμενμαστιγω·θειημεν, μαστιγω·θειμεν classical
2ndμαστιγωθειητε, μαστιγωθειτεμαστιγω·θειητε, μαστιγω·θειτε classical
3rdμαστιγωθειησαν, μαστιγωθειενμαστιγω·θειησαν, μαστιγω·θειεν classical

θη-Future Optative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stμαστιγωθησοιμηνμαστιγω·θησοιμην
2ndμαστιγωθησοιομαστιγω·θησοιο
3rdμαστιγωθησοιτομαστιγω·θησοιτο
Pl1stμαστιγωθησοιμεθαμαστιγω·θησοιμεθα
2ndμαστιγωθησοισθεμαστιγω·θησοισθε
3rdμαστιγωθησοιντομαστιγω·θησοιντο

θη-Aorist Imperative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1st
2ndμαστιγωθητιμαστιγω·θητι
3rdμαστιγωθητωμαστιγω·θητω
Pl1st
2ndμαστιγωθητεμαστιγω·θητε
3rdμαστιγωθητωσαν, μαστιγωθεντωνμαστιγω·θητωσαν, μαστιγω·θεντων classical

θη-Aorist Infinitive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
μαστιγωθηναι​μαστιγω·θηναι​

θη-Future Infinitive [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
μαστιγωθησεσθαι​μαστιγω·θησεσθαι​

θη-Aorist Participle [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμαστιγωθεισαμαστιγωθεις[LXX]μαστιγωθενμαστιγω·θεισ·αμαστιγω·θει[ντ]·ςμαστιγω·θε[ι]ν[τ]
Nom
Accμαστιγωθεισανμαστιγωθενταμαστιγω·θεισ·ανμαστιγω·θε[ι]ντ·α
Datμαστιγωθεισῃμαστιγωθεντιμαστιγω·θεισ·ῃμαστιγω·θε[ι]ντ·ι
Genμαστιγωθεισηςμαστιγωθεντοςμαστιγω·θεισ·ηςμαστιγω·θε[ι]ντ·ος
PlVocμαστιγωθεισαιμαστιγωθεντεςμαστιγωθενταμαστιγω·θεισ·αιμαστιγω·θε[ι]ντ·εςμαστιγω·θε[ι]ντ·α
Nom
Accμαστιγωθεισαςμαστιγωθενταςμαστιγω·θεισ·αςμαστιγω·θε[ι]ντ·ας
Datμαστιγωθεισαιςμαστιγωθεισι, μαστιγωθεισινμαστιγω·θεισ·αιςμαστιγω·θει[ντ]·σι(ν)
Genμαστιγωθεισωνμαστιγωθεντωνμαστιγω·θεισ·ωνμαστιγω·θε[ι]ντ·ος

θη-Future Participle [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμαστιγωθησομενημαστιγωθησομενεμαστιγω·θησομεν·ημαστιγω·θησομεν·ε
Nomμαστιγωθησομενοςμαστιγω·θησομεν·ος
Accμαστιγωθησομενηνμαστιγωθησομενονμαστιγω·θησομεν·ηνμαστιγω·θησομεν·ον
Datμαστιγωθησομενῃμαστιγωθησομενῳμαστιγω·θησομεν·ῃμαστιγω·θησομεν·ῳ
Genμαστιγωθησομενηςμαστιγωθησομενουμαστιγω·θησομεν·ηςμαστιγω·θησομεν·ου
PlVocμαστιγωθησομεναιμαστιγωθησομενοιμαστιγωθησομεναμαστιγω·θησομεν·αιμαστιγω·θησομεν·οιμαστιγω·θησομεν·α
Nom
Accμαστιγωθησομεναςμαστιγωθησομενουςμαστιγω·θησομεν·αςμαστιγω·θησομεν·ους
Datμαστιγωθησομεναιςμαστιγωθησομενοιςμαστιγω·θησομεν·αιςμαστιγω·θησομεν·οις
Genμαστιγωθησομενωνμαστιγωθησομενωνμαστιγω·θησομεν·ωνμαστιγω·θησομεν·ου

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 13-Nov-2019 18:15:27 EST