διωστηρ • DIWSTHR • diōstēr

Search: διωστηρσιν

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
διωστηρσινδιωστήρδιωστηρ·σι(ν)(mas) dat pl

διωστήρ, -ῆρος, ὁ [LXX]

Noun (Mas. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocδιωστηρδιωστηρ
Nom
Accδιωστηραδιωστηρ·α
Datδιωστηριδιωστηρ·ι
Genδιωστηροςδιωστηρ·ος
PlVocδιωστηρεςδιωστηρ·ες
Nom
Accδιωστηρας[LXX]διωστηρ·ας
Datδιωστηρσι, διωστηρσιν[LXX]διωστηρ·σι(ν), διωστηρ·σι(ν)
Genδιωστηρωνδιωστηρ·ων

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Monday, 18-Jan-2021 15:24:35 EST