διαφερω • DIAFERW • diapherō

Search: διαφεροντα

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
διαφεροντα; διαφερονταδιαφέρωδια·φερ·ο[υ]ντ·α; δια·φερ·ο[υ]ντ·αpres act ptcp mas acc sg; pres act ptcp neu nom|acc|voc pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
διαφερονταδιαφέρωδια·φερ·ο[υ]ντ·αpres act ptcp mas acc sg
διαφερονταδιαφέρωδια·φερ·ο[υ]ντ·αpres act ptcp neu nom|acc|voc pl

δια·φέρω (δια+φερ-, δι+οι·σ-, δι+ενεγκ·[σ]-, -, δια+ενηνεγκ-, δια+ενεχ·θ-)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαφερωδια·φερ·ωδιαφερομαιδια·φερ·ομαι
2ndδιαφερειςδια·φερ·ειςδιαφερῃ, διαφερει[GNT][LXX], διαφερεσαιδια·φερ·ῃ, δια·φερ·ει classical, δια·φερ·εσαι alt
3rdδιαφερει[GNT][LXX]δια·φερ·ειδιαφερεταιδια·φερ·εται
Pl1stδιαφερομενδια·φερ·ομενδιαφερομεθαδια·φερ·ομεθα
2ndδιαφερετε[GNT]δια·φερ·ετεδιαφερεσθεδια·φερ·εσθε
3rdδιαφερουσιν, διαφερουσιδια·φερ·ουσι(ν)διαφερονταιδια·φερ·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαφερωδια·φερ·ωδιαφερωμαιδια·φερ·ωμαι
2ndδιαφερῃςδια·φερ·ῃςδιαφερῃδια·φερ·ῃ
3rdδιαφερῃδια·φερ·ῃδιαφερηταιδια·φερ·ηται
Pl1stδιαφερωμενδια·φερ·ωμενδιαφερωμεθαδια·φερ·ωμεθα
2ndδιαφερητεδια·φερ·ητεδιαφερησθεδια·φερ·ησθε
3rdδιαφερωσιν, διαφερωσιδια·φερ·ωσι(ν)διαφερωνταιδια·φερ·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαφεροιμιδια·φερ·οιμιδιαφεροιμηνδια·φερ·οιμην
2ndδιαφεροιςδια·φερ·οιςδιαφεροιοδια·φερ·οιο
3rdδιαφεροιδια·φερ·οιδιαφεροιτοδια·φερ·οιτο
Pl1stδιαφεροιμενδια·φερ·οιμενδιαφεροιμεθαδια·φερ·οιμεθα
2ndδιαφεροιτεδια·φερ·οιτεδιαφεροισθεδια·φερ·οισθε
3rdδιαφεροιεν, διαφεροισανδια·φερ·οιεν, δια·φερ·οισαν altδιαφεροιντοδια·φερ·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndδιαφερεδια·φερ·εδιαφερουδια·φερ·ου
3rdδιαφερετωδια·φερ·ετωδιαφερεσθωδια·φερ·εσθω
Pl1st
2ndδιαφερετε[GNT]δια·φερ·ετεδιαφερεσθεδια·φερ·εσθε
3rdδιαφερετωσαν, διαφεροντωνδια·φερ·ετωσαν, δια·φερ·οντων classicalδιαφερεσθωσαν, διαφερεσθωνδια·φερ·εσθωσαν, δια·φερ·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διαφερειν[LXX]​δια·φερ·εινδιαφερεσθαι​δια·φερ·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαφερουσαδιαφερονδια·φερ·ουσ·αδια·φερ·ο[υ]ν[τ]
Nomδιαφερωνδια·φερ·ο[υ]ν[τ]·^
Accδιαφερουσανδιαφεροντα[GNT][LXX]δια·φερ·ουσ·ανδια·φερ·ο[υ]ντ·α
Datδιαφερουσῃδιαφεροντιδια·φερ·ουσ·ῃδια·φερ·ο[υ]ντ·ι
Genδιαφερουσηςδιαφεροντοςδια·φερ·ουσ·ηςδια·φερ·ο[υ]ντ·ος
PlVocδιαφερουσαιδιαφεροντεςδιαφεροντα[GNT][LXX]δια·φερ·ουσ·αιδια·φερ·ο[υ]ντ·εςδια·φερ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accδιαφερουσαςδιαφεροντας[LXX]δια·φερ·ουσ·αςδια·φερ·ο[υ]ντ·ας
Datδιαφερουσαιςδιαφερουσι, διαφερουσινδια·φερ·ουσ·αιςδια·φερ·ου[ντ]·σι(ν)
Genδιαφερουσωνδιαφεροντωνδια·φερ·ουσ·ωνδια·φερ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαφερομενηδιαφερομενεδια·φερ·ομεν·ηδια·φερ·ομεν·ε
Nomδιαφερομενοςδια·φερ·ομεν·ος
Accδιαφερομενηνδιαφερομενον[LXX]δια·φερ·ομεν·ηνδια·φερ·ομεν·ον
Datδιαφερομενῃδιαφερομενῳδια·φερ·ομεν·ῃδια·φερ·ομεν·ῳ
Genδιαφερομενηςδιαφερομενουδια·φερ·ομεν·ηςδια·φερ·ομεν·ου
PlVocδιαφερομεναιδιαφερομενοιδιαφερομεναδια·φερ·ομεν·αιδια·φερ·ομεν·οιδια·φερ·ομεν·α
Nom
Accδιαφερομεναςδιαφερομενουςδια·φερ·ομεν·αςδια·φερ·ομεν·ους
Datδιαφερομεναιςδιαφερομενοιςδια·φερ·ομεν·αιςδια·φερ·ομεν·οις
Genδιαφερομενων[GNT]διαφερομενων[GNT]δια·φερ·ομεν·ωνδια·φερ·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιεφερονδια·ε·φερ·ονδιεφερομηνδια·ε·φερ·ομην
2ndδιεφερεςδια·ε·φερ·εςδιεφερουδια·ε·φερ·ου
3rdδιεφερεν, διεφερεδια·ε·φερ·ε(ν)διεφερετο[GNT][LXX]δια·ε·φερ·ετο
Pl1stδιεφερομενδια·ε·φερ·ομενδιεφερομεθαδια·ε·φερ·ομεθα
2ndδιεφερετεδια·ε·φερ·ετεδιεφερεσθεδια·ε·φερ·εσθε
3rdδιεφερον, διεφεροσανδια·ε·φερ·ον, δια·ε·φερ·οσαν altδιεφεροντοδια·ε·φερ·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιοισωδι·οι·σωδιοισομαιδι·οι·σομαι
2ndδιοισειςδι·οι·σειςδιοισῃ, διοισει[LXX], διοισεσαιδι·οι·σῃ, δι·οι·σει classical, δι·οι·σεσαι alt
3rdδιοισει[LXX]δι·οι·σειδιοισεταιδι·οι·σεται
Pl1stδιοισομενδι·οι·σομενδιοισομεθαδι·οι·σομεθα
2ndδιοισετεδι·οι·σετεδιοισεσθεδι·οι·σεσθε
3rdδιοισουσιν, διοισουσιδι·οι·σουσι(ν)διοισονταιδι·οι·σονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιοισοιμιδι·οι·σοιμιδιοισοιμηνδι·οι·σοιμην
2ndδιοισοιςδι·οι·σοιςδιοισοιοδι·οι·σοιο
3rdδιοισοιδι·οι·σοιδιοισοιτοδι·οι·σοιτο
Pl1stδιοισοιμενδι·οι·σοιμενδιοισοιμεθαδι·οι·σοιμεθα
2ndδιοισοιτεδι·οι·σοιτεδιοισοισθεδι·οι·σοισθε
3rdδιοισοιενδι·οι·σοιενδιοισοιντοδι·οι·σοιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διοισειν​δι·οι·σειν​διοισεσθαι​δι·οι·σεσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιοισουσαδιοισονδι·οι·σουσ·αδι·οι·σο[υ]ν[τ]
Nomδιοισωνδι·οι·σο[υ]ν[τ]·^
Accδιοισουσανδιοισονταδι·οι·σουσ·ανδι·οι·σο[υ]ντ·α
Datδιοισουσῃδιοισοντιδι·οι·σουσ·ῃδι·οι·σο[υ]ντ·ι
Genδιοισουσηςδιοισοντοςδι·οι·σουσ·ηςδι·οι·σο[υ]ντ·ος
PlVocδιοισουσαιδιοισοντεςδιοισονταδι·οι·σουσ·αιδι·οι·σο[υ]ντ·εςδι·οι·σο[υ]ντ·α
Nom
Accδιοισουσαςδιοισονταςδι·οι·σουσ·αςδι·οι·σο[υ]ντ·ας
Datδιοισουσαιςδιοισουσι, διοισουσινδι·οι·σουσ·αιςδι·οι·σου[ντ]·σι(ν)
Genδιοισουσωνδιοισοντωνδι·οι·σουσ·ωνδι·οι·σο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιοισομενηδιοισομενεδι·οι·σομεν·ηδι·οι·σομεν·ε
Nomδιοισομενοςδι·οι·σομεν·ος
Accδιοισομενηνδιοισομενονδι·οι·σομεν·ηνδι·οι·σομεν·ον
Datδιοισομενῃδιοισομενῳδι·οι·σομεν·ῃδι·οι·σομεν·ῳ
Genδιοισομενηςδιοισομενουδι·οι·σομεν·ηςδι·οι·σομεν·ου
PlVocδιοισομεναιδιοισομενοιδιοισομεναδι·οι·σομεν·αιδι·οι·σομεν·οιδι·οι·σομεν·α
Nom
Accδιοισομεναςδιοισομενουςδι·οι·σομεν·αςδι·οι·σομεν·ους
Datδιοισομεναιςδιοισομενοιςδι·οι·σομεν·αιςδι·οι·σομεν·οις
Genδιοισομενωνδιοισομενωνδι·οι·σομεν·ωνδι·οι·σομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιηνεγκαδι·ε·ενεγκ·[σ]αδιηνεγκαμηνδι·ε·ενεγκ·[σ]αμην
2ndδιηνεγκαςδι·ε·ενεγκ·[σ]αςδιηνεγκωδι·ε·ενεγκ·[σ]ω
3rdδιηνεγκεν[LXX], διηνεγκεδι·ε·ενεγκ·[σ]ε(ν), δι·ε·ενεγκ·[σ]ε(ν)διηνεγκατοδι·ε·ενεγκ·[σ]ατο
Pl1stδιηνεγκαμενδι·ε·ενεγκ·[σ]αμενδιηνεγκαμεθαδι·ε·ενεγκ·[σ]αμεθα
2ndδιηνεγκατεδι·ε·ενεγκ·[σ]ατεδιηνεγκασθεδι·ε·ενεγκ·[σ]ασθε
3rdδιηνεγκανδι·ε·ενεγκ·[σ]ανδιηνεγκαντοδι·ε·ενεγκ·[σ]αντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιενεγκωδι·ενεγκ·[σ]ωδιενεγκωμαιδι·ενεγκ·[σ]ωμαι
2ndδιενεγκῃςδι·ενεγκ·[σ]ῃςδιενεγκῃ[GNT]δι·ενεγκ·[σ]ῃ
3rdδιενεγκῃ[GNT]δι·ενεγκ·[σ]ῃδιενεγκηταιδι·ενεγκ·[σ]ηται
Pl1stδιενεγκωμενδι·ενεγκ·[σ]ωμενδιενεγκωμεθαδι·ενεγκ·[σ]ωμεθα
2ndδιενεγκητεδι·ενεγκ·[σ]ητεδιενεγκησθεδι·ενεγκ·[σ]ησθε
3rdδιενεγκωσιν, διενεγκωσιδι·ενεγκ·[σ]ωσι(ν)διενεγκωνταιδι·ενεγκ·[σ]ωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιενεγκαιμιδι·ενεγκ·[σ]αιμιδιενεγκαιμηνδι·ενεγκ·[σ]αιμην
2ndδιενεγκαις, διενεγκειαςδι·ενεγκ·[σ]αις, δι·ενεγκ·[σ]ειας classicalδιενεγκαιοδι·ενεγκ·[σ]αιο
3rdδιενεγκαι, διενεγκειεδι·ενεγκ·[σ]αι, δι·ενεγκ·[σ]ειε classicalδιενεγκαιτοδι·ενεγκ·[σ]αιτο
Pl1stδιενεγκαιμενδι·ενεγκ·[σ]αιμενδιενεγκαιμεθαδι·ενεγκ·[σ]αιμεθα
2ndδιενεγκαιτεδι·ενεγκ·[σ]αιτεδιενεγκαισθεδι·ενεγκ·[σ]αισθε
3rdδιενεγκαιεν, διενεγκαισαν, διενεγκειαν, διενεγκειενδι·ενεγκ·[σ]αιεν, δι·ενεγκ·[σ]αισαν alt, δι·ενεγκ·[σ]ειαν classical, δι·ενεγκ·[σ]ειεν classicalδιενεγκαιντοδι·ενεγκ·[σ]αιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndδιενεγκονδι·ενεγκ·[σ]ονδιενεγκαιδι·ενεγκ·[σ]αι
3rdδιενεγκατωδι·ενεγκ·[σ]ατωδιενεγκασθωδι·ενεγκ·[σ]ασθω
Pl1st
2ndδιενεγκατεδι·ενεγκ·[σ]ατεδιενεγκασθεδι·ενεγκ·[σ]ασθε
3rdδιενεγκατωσαν, διενεγκαντωνδι·ενεγκ·[σ]ατωσαν, δι·ενεγκ·[σ]αντων classicalδιενεγκασθωσαν, διενεγκασθωνδι·ενεγκ·[σ]ασθωσαν, δι·ενεγκ·[σ]ασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διενεγκαι​δι·ενεγκ·[σ]αι​διενεγκασθαι​δι·ενεγκ·[σ]ασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιενεγκασαδιενεγκας[LXX]διενεγκανδι·ενεγκ·[σ]ασ·αδι·ενεγκ·[σ]α[ντ]·ςδι·ενεγκ·[σ]αν[τ]
Nom
Accδιενεγκασανδιενεγκανταδι·ενεγκ·[σ]ασ·ανδι·ενεγκ·[σ]αντ·α
Datδιενεγκασῃδιενεγκαντιδι·ενεγκ·[σ]ασ·ῃδι·ενεγκ·[σ]αντ·ι
Genδιενεγκασηςδιενεγκαντοςδι·ενεγκ·[σ]ασ·ηςδι·ενεγκ·[σ]αντ·ος
PlVocδιενεγκασαιδιενεγκαντεςδιενεγκανταδι·ενεγκ·[σ]ασ·αιδι·ενεγκ·[σ]αντ·εςδι·ενεγκ·[σ]αντ·α
Nom
Accδιενεγκασαςδιενεγκανταςδι·ενεγκ·[σ]ασ·αςδι·ενεγκ·[σ]αντ·ας
Datδιενεγκασαιςδιενεγκασι, διενεγκασινδι·ενεγκ·[σ]ασ·αιςδι·ενεγκ·[σ]α[ντ]·σι(ν)
Genδιενεγκασωνδιενεγκαντωνδι·ενεγκ·[σ]ασ·ωνδι·ενεγκ·[σ]αντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιενεγκαμενηδιενεγκαμενεδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ηδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ε
Nomδιενεγκαμενοςδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ος
Accδιενεγκαμενηνδιενεγκαμενονδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ηνδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ον
Datδιενεγκαμενῃδιενεγκαμενῳδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ῃδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ῳ
Genδιενεγκαμενηςδιενεγκαμενουδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ηςδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ου
PlVocδιενεγκαμεναιδιενεγκαμενοιδιενεγκαμεναδι·ενεγκ·[σ]αμεν·αιδι·ενεγκ·[σ]αμεν·οιδι·ενεγκ·[σ]αμεν·α
Nom
Accδιενεγκαμεναςδιενεγκαμενουςδι·ενεγκ·[σ]αμεν·αςδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ους
Datδιενεγκαμεναιςδιενεγκαμενοιςδι·ενεγκ·[σ]αμεν·αιςδι·ενεγκ·[σ]αμεν·οις
Genδιενεγκαμενωνδιενεγκαμενωνδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ωνδι·ενεγκ·[σ]αμεν·ων

4th and 5th Principal Parts (Perfect and Pluperfect) [hide]

Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιενηνεγμαιδια·ενηνεγκ·μαι
2ndδιενηνεξαιδια·ενηνεγκ·σαι
3rdδιενηνεκταιδια·ενηνεγκ·ται
Pl1stδιενηνεγμεθαδια·ενηνεγκ·μεθα
2ndδιενηνεχθεδια·ενηνεγκ·σθε
3rdδιενηνεχαταιδια·ενηνεγκ·νται

Future Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιενηνεξομαιδια·ενηνεγκ·σομαι
2ndδιενηνεξῃ, διενηνεξειδια·ενηνεγκ·σῃ, δια·ενηνεγκ·σει classical
3rdδιενηνεξεταιδια·ενηνεγκ·σεται
Pl1stδιενηνεξομεθαδια·ενηνεγκ·σομεθα
2ndδιενηνεξεσθεδια·ενηνεγκ·σεσθε
3rdδιενηνεξονταιδια·ενηνεγκ·σονται

Perfect Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Future Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιενηνεξοιμηνδια·ενηνεγκ·σοιμην
2ndδιενηνεξοιοδια·ενηνεγκ·σοιο
3rdδιενηνεξοιτοδια·ενηνεγκ·σοιτο
Pl1stδιενηνεξοιμεθαδια·ενηνεγκ·σοιμεθα
2ndδιενηνεξοισθεδια·ενηνεγκ·σοισθε
3rdδιενηνεξοιντοδια·ενηνεγκ·σοιντο

Perfect Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndδιενηνεξοδια·ενηνεγκ·σο
3rdδιενηνεχθωδια·ενηνεγκ·σθω
Pl1st
2ndδιενηνεχθεδια·ενηνεγκ·σθε
3rdδιενηνεχθωσαν, διενηνεχθωνδια·ενηνεγκ·σθωσαν, δια·ενηνεγκ·σθων classical

Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διενηνεχθαι​δια·ενηνεγκ·σθαι​

Future Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διενηνεξεσθαι​δια·ενηνεγκ·σεσθαι​

Perfect Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιενηνεγμενηδιενηνεγμενεδια·ενηνεγκ·μεν·ηδια·ενηνεγκ·μεν·ε
Nomδιενηνεγμενοςδια·ενηνεγκ·μεν·ος
Accδιενηνεγμενηνδιενηνεγμενονδια·ενηνεγκ·μεν·ηνδια·ενηνεγκ·μεν·ον
Datδιενηνεγμενῃδιενηνεγμενῳδια·ενηνεγκ·μεν·ῃδια·ενηνεγκ·μεν·ῳ
Genδιενηνεγμενηςδιενηνεγμενουδια·ενηνεγκ·μεν·ηςδια·ενηνεγκ·μεν·ου
PlVocδιενηνεγμεναιδιενηνεγμενοιδιενηνεγμεναδια·ενηνεγκ·μεν·αιδια·ενηνεγκ·μεν·οιδια·ενηνεγκ·μεν·α
Nom
Accδιενηνεγμεναςδιενηνεγμενουςδια·ενηνεγκ·μεν·αςδια·ενηνεγκ·μεν·ους
Datδιενηνεγμεναιςδιενηνεγμενοιςδια·ενηνεγκ·μεν·αιςδια·ενηνεγκ·μεν·οις
Genδιενηνεγμενων[LXX]διενηνεγμενων[LXX]δια·ενηνεγκ·μεν·ωνδια·ενηνεγκ·μεν·ων

Pluperfect Indicative Augmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιηνηνεγμηνδια·ε·ενηνεγκ·μην
2ndδιηνηνεξοδια·ε·ενηνεγκ·σο
3rdδιηνηνεκτοδια·ε·ενηνεγκ·το
Pl1stδιηνηνεγμεθαδια·ε·ενηνεγκ·μεθα
2ndδιηνηνεχθεδια·ε·ενηνεγκ·σθε
3rdδιηνηνεχατοδια·ε·ενηνεγκ·ντο

Pluperfect Indicative Unaugmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιενηνεγμηνδια·[ε]·ενηνεγκ·μην
2ndδιενηνεξοδια·[ε]·ενηνεγκ·σο
3rdδιενηνεκτοδια·[ε]·ενηνεγκ·το
Pl1stδιενηνεγμεθαδια·[ε]·ενηνεγκ·μεθα
2ndδιενηνεχθεδια·[ε]·ενηνεγκ·σθε
3rdδιενηνεχατοδια·[ε]·ενηνεγκ·ντο

6th Principal Part (θη-Aorist and θη-Future) [hide]

θη-Aorist Indicative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stδιηνεχθηνδια·ε·ενεγκ·θην
2ndδιηνεχθηςδια·ε·ενεγκ·θης
3rdδιηνεχθη[LXX]δια·ε·ενεγκ·θη
Pl1stδιηνεχθημενδια·ε·ενεγκ·θημεν
2ndδιηνεχθητεδια·ε·ενεγκ·θητε
3rdδιηνεχθησανδια·ε·ενεγκ·θησαν

θη-Future Indicative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stδιενεχθησομαιδια·ενεγκ·θησομαι
2ndδιενεχθησῃ, διενεχθησειδια·ενεγκ·θησῃ, δια·ενεγκ·θησει classical
3rdδιενεχθησεταιδια·ενεγκ·θησεται
Pl1stδιενεχθησομεθαδια·ενεγκ·θησομεθα
2ndδιενεχθησεσθεδια·ενεγκ·θησεσθε
3rdδιενεχθησονταιδια·ενεγκ·θησονται

θη-Aorist Subjunctive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stδιενεχθωδια·ενεγκ·θω
2ndδιενεχθῃςδια·ενεγκ·θῃς
3rdδιενεχθῃδια·ενεγκ·θῃ
Pl1stδιενεχθωμενδια·ενεγκ·θωμεν
2ndδιενεχθητεδια·ενεγκ·θητε
3rdδιενεχθωσιν, διενεχθωσιδια·ενεγκ·θωσι(ν)

θη-Aorist Optative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stδιενεχθειηνδια·ενεγκ·θειην
2ndδιενεχθειηςδια·ενεγκ·θειης
3rdδιενεχθειηδια·ενεγκ·θειη
Pl1stδιενεχθειημεν, διενεχθειμενδια·ενεγκ·θειημεν, δια·ενεγκ·θειμεν classical
2ndδιενεχθειητε, διενεχθειτεδια·ενεγκ·θειητε, δια·ενεγκ·θειτε classical
3rdδιενεχθειησαν, διενεχθειενδια·ενεγκ·θειησαν, δια·ενεγκ·θειεν classical

θη-Future Optative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stδιενεχθησοιμηνδια·ενεγκ·θησοιμην
2ndδιενεχθησοιοδια·ενεγκ·θησοιο
3rdδιενεχθησοιτοδια·ενεγκ·θησοιτο
Pl1stδιενεχθησοιμεθαδια·ενεγκ·θησοιμεθα
2ndδιενεχθησοισθεδια·ενεγκ·θησοισθε
3rdδιενεχθησοιντοδια·ενεγκ·θησοιντο

θη-Aorist Imperative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1st
2ndδιενεχθητιδια·ενεγκ·θητι
3rdδιενεχθητωδια·ενεγκ·θητω
Pl1st
2ndδιενεχθητεδια·ενεγκ·θητε
3rdδιενεχθητωσαν, διενεχθεντωνδια·ενεγκ·θητωσαν, δια·ενεγκ·θεντων classical

θη-Aorist Infinitive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
διενεχθηναι[LXX]​δια·ενεγκ·θηναι

θη-Future Infinitive [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
διενεχθησεσθαι​δια·ενεγκ·θησεσθαι​

θη-Aorist Participle [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιενεχθεισαδιενεχθειςδιενεχθενδια·ενεγκ·θεισ·αδια·ενεγκ·θει[ντ]·ςδια·ενεγκ·θε[ι]ν[τ]
Nom
Accδιενεχθεισανδιενεχθενταδια·ενεγκ·θεισ·ανδια·ενεγκ·θε[ι]ντ·α
Datδιενεχθεισῃδιενεχθεντιδια·ενεγκ·θεισ·ῃδια·ενεγκ·θε[ι]ντ·ι
Genδιενεχθεισηςδιενεχθεντοςδια·ενεγκ·θεισ·ηςδια·ενεγκ·θε[ι]ντ·ος
PlVocδιενεχθεισαιδιενεχθεντεςδιενεχθενταδια·ενεγκ·θεισ·αιδια·ενεγκ·θε[ι]ντ·εςδια·ενεγκ·θε[ι]ντ·α
Nom
Accδιενεχθεισαςδιενεχθενταςδια·ενεγκ·θεισ·αςδια·ενεγκ·θε[ι]ντ·ας
Datδιενεχθεισαιςδιενεχθεισι, διενεχθεισινδια·ενεγκ·θεισ·αιςδια·ενεγκ·θει[ντ]·σι(ν)
Genδιενεχθεισωνδιενεχθεντωνδια·ενεγκ·θεισ·ωνδια·ενεγκ·θε[ι]ντ·ος

θη-Future Participle [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιενεχθησομενηδιενεχθησομενεδια·ενεγκ·θησομεν·ηδια·ενεγκ·θησομεν·ε
Nomδιενεχθησομενοςδια·ενεγκ·θησομεν·ος
Accδιενεχθησομενηνδιενεχθησομενονδια·ενεγκ·θησομεν·ηνδια·ενεγκ·θησομεν·ον
Datδιενεχθησομενῃδιενεχθησομενῳδια·ενεγκ·θησομεν·ῃδια·ενεγκ·θησομεν·ῳ
Genδιενεχθησομενηςδιενεχθησομενουδια·ενεγκ·θησομεν·ηςδια·ενεγκ·θησομεν·ου
PlVocδιενεχθησομεναιδιενεχθησομενοιδιενεχθησομεναδια·ενεγκ·θησομεν·αιδια·ενεγκ·θησομεν·οιδια·ενεγκ·θησομεν·α
Nom
Accδιενεχθησομεναςδιενεχθησομενουςδια·ενεγκ·θησομεν·αςδια·ενεγκ·θησομεν·ους
Datδιενεχθησομεναιςδιενεχθησομενοιςδια·ενεγκ·θησομεν·αιςδια·ενεγκ·θησομεν·οις
Genδιενεχθησομενωνδιενεχθησομενωνδια·ενεγκ·θησομεν·ωνδια·ενεγκ·θησομεν·ου

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 15-Nov-2019 06:06:47 EST