διαφευγω • DIAFEUGW • diapheugō

Search: διαπεφευγασιν

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
διαπεφευγασινδιαφεύγωδια·πεφευγ·[κ]ασι(ν)perf act ind 3rd pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
διαπεφευγασινδιαφεύγωδια·πεφευγ·[κ]ασι(ν)perf act ind 3rd pl

δια·φεύγω (-, δια+φευξ-, 2nd δια+φυγ-, δια+πεφευγ·[κ]-, δια+πεφευγ-, -)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαφευξωδια·φευγ·σωδιαφευξομαιδια·φευγ·σομαι
2ndδιαφευξειςδια·φευγ·σειςδιαφευξῃ[LXX], διαφευξει, διαφευξεσαιδια·φευγ·σῃ, δια·φευγ·σει classical, δια·φευγ·σεσαι alt
3rdδιαφευξειδια·φευγ·σειδιαφευξεται[LXX]δια·φευγ·σεται
Pl1stδιαφευξομενδια·φευγ·σομενδιαφευξομεθαδια·φευγ·σομεθα
2ndδιαφευξετεδια·φευγ·σετεδιαφευξεσθεδια·φευγ·σεσθε
3rdδιαφευξουσιν, διαφευξουσιδια·φευγ·σουσι(ν)διαφευξονταιδια·φευγ·σονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαφευξοιμιδια·φευγ·σοιμιδιαφευξοιμηνδια·φευγ·σοιμην
2ndδιαφευξοιςδια·φευγ·σοιςδιαφευξοιοδια·φευγ·σοιο
3rdδιαφευξοιδια·φευγ·σοιδιαφευξοιτοδια·φευγ·σοιτο
Pl1stδιαφευξοιμενδια·φευγ·σοιμενδιαφευξοιμεθαδια·φευγ·σοιμεθα
2ndδιαφευξοιτεδια·φευγ·σοιτεδιαφευξοισθεδια·φευγ·σοισθε
3rdδιαφευξοιενδια·φευγ·σοιενδιαφευξοιντοδια·φευγ·σοιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διαφευξειν​δια·φευγ·σειν​διαφευξεσθαι​δια·φευγ·σεσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαφευξουσαδιαφευξονδια·φευγ·σουσ·αδια·φευγ·σο[υ]ν[τ]
Nomδιαφευξωνδια·φευγ·σο[υ]ν[τ]·^
Accδιαφευξουσανδιαφευξονταδια·φευγ·σουσ·ανδια·φευγ·σο[υ]ντ·α
Datδιαφευξουσῃδιαφευξοντιδια·φευγ·σουσ·ῃδια·φευγ·σο[υ]ντ·ι
Genδιαφευξουσηςδιαφευξοντοςδια·φευγ·σουσ·ηςδια·φευγ·σο[υ]ντ·ος
PlVocδιαφευξουσαιδιαφευξοντεςδιαφευξονταδια·φευγ·σουσ·αιδια·φευγ·σο[υ]ντ·εςδια·φευγ·σο[υ]ντ·α
Nom
Accδιαφευξουσαςδιαφευξονταςδια·φευγ·σουσ·αςδια·φευγ·σο[υ]ντ·ας
Datδιαφευξουσαιςδιαφευξουσι, διαφευξουσινδια·φευγ·σουσ·αιςδια·φευγ·σου[ντ]·σι(ν)
Genδιαφευξουσωνδιαφευξοντωνδια·φευγ·σουσ·ωνδια·φευγ·σο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαφευξομενηδιαφευξομενεδια·φευγ·σομεν·ηδια·φευγ·σομεν·ε
Nomδιαφευξομενοςδια·φευγ·σομεν·ος
Accδιαφευξομενηνδιαφευξομενονδια·φευγ·σομεν·ηνδια·φευγ·σομεν·ον
Datδιαφευξομενῃδιαφευξομενῳδια·φευγ·σομεν·ῃδια·φευγ·σομεν·ῳ
Genδιαφευξομενηςδιαφευξομενουδια·φευγ·σομεν·ηςδια·φευγ·σομεν·ου
PlVocδιαφευξομεναιδιαφευξομενοιδιαφευξομεναδια·φευγ·σομεν·αιδια·φευγ·σομεν·οιδια·φευγ·σομεν·α
Nom
Accδιαφευξομεναςδιαφευξομενουςδια·φευγ·σομεν·αςδια·φευγ·σομεν·ους
Datδιαφευξομεναιςδιαφευξομενοιςδια·φευγ·σομεν·αιςδια·φευγ·σομεν·οις
Genδιαφευξομενωνδιαφευξομενωνδια·φευγ·σομεν·ωνδια·φευγ·σομεν·ων

3rd(b) Principal Part (2nd Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

2nd Aorist Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιεφυγονδια·ε·φυγ·ονδιεφυγομηνδια·ε·φυγ·ομην
2ndδιεφυγεςδια·ε·φυγ·εςδιεφυγουδια·ε·φυγ·ου
3rdδιεφυγεν[LXX], διεφυγεδια·ε·φυγ·ε(ν), δια·ε·φυγ·ε(ν)διεφυγετοδια·ε·φυγ·ετο
Pl1stδιεφυγομενδια·ε·φυγ·ομενδιεφυγομεθαδια·ε·φυγ·ομεθα
2ndδιεφυγετεδια·ε·φυγ·ετεδιεφυγεσθεδια·ε·φυγ·εσθε
3rdδιεφυγον, διεφυγοσανδια·ε·φυγ·ον, δια·ε·φυγ·οσαν altδιεφυγοντοδια·ε·φυγ·οντο

2nd Aorist Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαφυγωδια·φυγ·ωδιαφυγωμαιδια·φυγ·ωμαι
2ndδιαφυγῃς[LXX]δια·φυγ·ῃςδιαφυγῃ[GNT][LXX]δια·φυγ·ῃ
3rdδιαφυγῃ[GNT][LXX]δια·φυγ·ῃδιαφυγηταιδια·φυγ·ηται
Pl1stδιαφυγωμενδια·φυγ·ωμενδιαφυγωμεθαδια·φυγ·ωμεθα
2ndδιαφυγητεδια·φυγ·ητεδιαφυγησθεδια·φυγ·ησθε
3rdδιαφυγωσιν, διαφυγωσιδια·φυγ·ωσι(ν)διαφυγωνταιδια·φυγ·ωνται

2nd Aorist Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαφυγοιμιδια·φυγ·οιμιδιαφυγοιμηνδια·φυγ·οιμην
2ndδιαφυγοιςδια·φυγ·οιςδιαφυγοιοδια·φυγ·οιο
3rdδιαφυγοιδια·φυγ·οιδιαφυγοιτοδια·φυγ·οιτο
Pl1stδιαφυγοιμενδια·φυγ·οιμενδιαφυγοιμεθαδια·φυγ·οιμεθα
2ndδιαφυγοιτεδια·φυγ·οιτεδιαφυγοισθεδια·φυγ·οισθε
3rdδιαφυγοιεν, διαφυγοισανδια·φυγ·οιεν, δια·φυγ·οισαν altδιαφυγοιντοδια·φυγ·οιντο

2nd Aorist Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Aorist Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndδιαφυγεδια·φυγ·εδιαφυγουδια·φυγ·ου
3rdδιαφυγετωδια·φυγ·ετωδιαφυγεσθωδια·φυγ·εσθω
Pl1st
2ndδιαφυγετεδια·φυγ·ετεδιαφυγεσθεδια·φυγ·εσθε
3rdδιαφυγετωσαν, διαφυγοντωνδια·φυγ·ετωσαν, δια·φυγ·οντων classicalδιαφυγεσθωσαν, διαφυγεσθωνδια·φυγ·εσθωσαν, δια·φυγ·εσθων classical

2nd Aorist Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Aorist Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διαφυγειν[LXX]​δια·φυγ·εινδιαφυγεσθαι​δια·φυγ·εσθαι​

2nd Aorist Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

2nd Aorist Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαφυγουσαδιαφυγονδια·φυγ·ουσ·αδια·φυγ·ο[υ]ν[τ]
Nomδιαφυγωνδια·φυγ·ο[υ]ν[τ]·^
Accδιαφυγουσανδιαφυγονταδια·φυγ·ουσ·ανδια·φυγ·ο[υ]ντ·α
Datδιαφυγουσῃδιαφυγοντιδια·φυγ·ουσ·ῃδια·φυγ·ο[υ]ντ·ι
Genδιαφυγουσηςδιαφυγοντοςδια·φυγ·ουσ·ηςδια·φυγ·ο[υ]ντ·ος
PlVocδιαφυγουσαιδιαφυγοντες[LXX]διαφυγονταδια·φυγ·ουσ·αιδια·φυγ·ο[υ]ντ·εςδια·φυγ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accδιαφυγουσαςδιαφυγονταςδια·φυγ·ουσ·αςδια·φυγ·ο[υ]ντ·ας
Datδιαφυγουσαιςδιαφυγουσι, διαφυγουσινδια·φυγ·ουσ·αιςδια·φυγ·ου[ντ]·σι(ν)
Genδιαφυγουσωνδιαφυγοντωνδια·φυγ·ουσ·ωνδια·φυγ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαφυγομενηδιαφυγομενεδια·φυγ·ομεν·ηδια·φυγ·ομεν·ε
Nomδιαφυγομενοςδια·φυγ·ομεν·ος
Accδιαφυγομενηνδιαφυγομενονδια·φυγ·ομεν·ηνδια·φυγ·ομεν·ον
Datδιαφυγομενῃδιαφυγομενῳδια·φυγ·ομεν·ῃδια·φυγ·ομεν·ῳ
Genδιαφυγομενηςδιαφυγομενουδια·φυγ·ομεν·ηςδια·φυγ·ομεν·ου
PlVocδιαφυγομεναιδιαφυγομενοιδιαφυγομεναδια·φυγ·ομεν·αιδια·φυγ·ομεν·οιδια·φυγ·ομεν·α
Nom
Accδιαφυγομεναςδιαφυγομενουςδια·φυγ·ομεν·αςδια·φυγ·ομεν·ους
Datδιαφυγομεναιςδιαφυγομενοιςδια·φυγ·ομεν·αιςδια·φυγ·ομεν·οις
Genδιαφυγομενωνδιαφυγομενωνδια·φυγ·ομεν·ωνδια·φυγ·ομεν·ων

2nd Aorist Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

4th and 5th Principal Parts (Perfect and Pluperfect) [hide]

Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαπεφευγαδια·πεφευγ·[κ]αδιαπεφευγμαιδια·πεφευγ·μαι
2ndδιαπεφευγας, διαπεφευγεςδια·πεφευγ·[κ]ας, δια·πεφευγ·[κ]ες altδιαπεφευξαιδια·πεφευγ·σαι
3rdδιαπεφευγεν, διαπεφευγεδια·πεφευγ·[κ]ε(ν)διαπεφευκταιδια·πεφευγ·ται
Pl1stδιαπεφευγαμενδια·πεφευγ·[κ]αμενδιαπεφευγμεθαδια·πεφευγ·μεθα
2ndδιαπεφευγατεδια·πεφευγ·[κ]ατεδιαπεφευχθεδια·πεφευγ·σθε
3rdδιαπεφευγασιν[LXX], διαπεφευγασι, διαπεφευγανδια·πεφευγ·[κ]ασι(ν), δια·πεφευγ·[κ]ασι(ν), δια·πεφευγ·[κ]αν altδιαπεφευχαταιδια·πεφευγ·νται

Future Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαπεφευξομαιδια·πεφευγ·σομαι
2ndδιαπεφευξῃ, διαπεφευξειδια·πεφευγ·σῃ, δια·πεφευγ·σει classical
3rdδιαπεφευξεταιδια·πεφευγ·σεται
Pl1stδιαπεφευξομεθαδια·πεφευγ·σομεθα
2ndδιαπεφευξεσθεδια·πεφευγ·σεσθε
3rdδιαπεφευξονταιδια·πεφευγ·σονται

Perfect Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαπεφευγωδια·πεφευγ·[κ]ω
2ndδιαπεφευγῃςδια·πεφευγ·[κ]ῃς
3rdδιαπεφευγῃδια·πεφευγ·[κ]ῃ
Pl1stδιαπεφευγωμενδια·πεφευγ·[κ]ωμεν
2ndδιαπεφευγητεδια·πεφευγ·[κ]ητε
3rdδιαπεφευγωσιν, διαπεφευγωσιδια·πεφευγ·[κ]ωσι(ν)

Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαπεφευγοιμι, διαπεφευγοιηνδια·πεφευγ·[κ]οιμι, δια·πεφευγ·[κ]οιην classical
2ndδιαπεφευγοις, διαπεφευγοιηςδια·πεφευγ·[κ]οις, δια·πεφευγ·[κ]οιης classical
3rdδιαπεφευγοι, διαπεφευγοιηδια·πεφευγ·[κ]οι, δια·πεφευγ·[κ]οιη classical
Pl1stδιαπεφευγοιμενδια·πεφευγ·[κ]οιμεν
2ndδιαπεφευγοιτεδια·πεφευγ·[κ]οιτε
3rdδιαπεφευγοιενδια·πεφευγ·[κ]οιεν

Future Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαπεφευξοιμηνδια·πεφευγ·σοιμην
2ndδιαπεφευξοιοδια·πεφευγ·σοιο
3rdδιαπεφευξοιτοδια·πεφευγ·σοιτο
Pl1stδιαπεφευξοιμεθαδια·πεφευγ·σοιμεθα
2ndδιαπεφευξοισθεδια·πεφευγ·σοισθε
3rdδιαπεφευξοιντοδια·πεφευγ·σοιντο

Perfect Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndδιαπεφευγεδια·πεφευγ·[κ]εδιαπεφευξοδια·πεφευγ·σο
3rdδιαπεφευγετωδια·πεφευγ·[κ]ετωδιαπεφευχθωδια·πεφευγ·σθω
Pl1st
2ndδιαπεφευγετεδια·πεφευγ·[κ]ετεδιαπεφευχθεδια·πεφευγ·σθε
3rdδιαπεφευγετωσανδια·πεφευγ·[κ]ετωσανδιαπεφευχθωσαν, διαπεφευχθωνδια·πεφευγ·σθωσαν, δια·πεφευγ·σθων classical

Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διαπεφευγεναι​δια·πεφευγ·[κ]εναι​διαπεφευχθαι​δια·πεφευγ·σθαι​

Future Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διαπεφευξεσθαι​δια·πεφευγ·σεσθαι​

Perfect Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαπεφευγυιαδιαπεφευγοςδια·πεφευγ·[κ]υι·αδια·πεφευγ·[κ]ο[τ]·ς
Nomδιαπεφευγως[LXX]δια·πεφευγ·[κ]ο[τ]·^ς
Accδιαπεφευγυιανδιαπεφευγοτα[LXX]δια·πεφευγ·[κ]υι·ανδια·πεφευγ·[κ]οτ·α
Datδιαπεφευγυιᾳδιαπεφευγοτιδια·πεφευγ·[κ]υι·ᾳδια·πεφευγ·[κ]οτ·ι
Genδιαπεφευγυιαςδιαπεφευγοτοςδια·πεφευγ·[κ]υι·αςδια·πεφευγ·[κ]οτ·ος
PlVocδιαπεφευγυιαιδιαπεφευγοτεςδιαπεφευγοτα[LXX]δια·πεφευγ·[κ]υι·αιδια·πεφευγ·[κ]οτ·εςδια·πεφευγ·[κ]οτ·α
Nom
Accδιαπεφευγυιαςδιαπεφευγοταςδια·πεφευγ·[κ]υι·αςδια·πεφευγ·[κ]οτ·ας
Datδιαπεφευγυιαιςδιαπεφευγοσι, διαπεφευγοσινδια·πεφευγ·[κ]υι·αιςδια·πεφευγ·[κ]ο[τ]·σι(ν)
Genδιαπεφευγυιωνδιαπεφευγοτωνδια·πεφευγ·[κ]υι·ωνδια·πεφευγ·[κ]οτ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαπεφευγμενηδιαπεφευγμενεδια·πεφευγ·μεν·ηδια·πεφευγ·μεν·ε
Nomδιαπεφευγμενοςδια·πεφευγ·μεν·ος
Accδιαπεφευγμενηνδιαπεφευγμενονδια·πεφευγ·μεν·ηνδια·πεφευγ·μεν·ον
Datδιαπεφευγμενῃδιαπεφευγμενῳδια·πεφευγ·μεν·ῃδια·πεφευγ·μεν·ῳ
Genδιαπεφευγμενηςδιαπεφευγμενουδια·πεφευγ·μεν·ηςδια·πεφευγ·μεν·ου
PlVocδιαπεφευγμεναιδιαπεφευγμενοιδιαπεφευγμεναδια·πεφευγ·μεν·αιδια·πεφευγ·μεν·οιδια·πεφευγ·μεν·α
Nom
Accδιαπεφευγμεναςδιαπεφευγμενουςδια·πεφευγ·μεν·αςδια·πεφευγ·μεν·ους
Datδιαπεφευγμεναιςδιαπεφευγμενοιςδια·πεφευγ·μεν·αιςδια·πεφευγ·μεν·οις
Genδιαπεφευγμενωνδιαπεφευγμενωνδια·πεφευγ·μεν·ωνδια·πεφευγ·μεν·ων

Pluperfect Indicative Augmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιεπεφευγειν, διεπεφευγηδια·ε·πεφευγ·[κ]ειν, δια·ε·πεφευγ·[κ]η classicalδιεπεφευγμηνδια·ε·πεφευγ·μην
2ndδιεπεφευγεις, διεπεφευγηςδια·ε·πεφευγ·[κ]εις, δια·ε·πεφευγ·[κ]ης classicalδιεπεφευξοδια·ε·πεφευγ·σο
3rdδιεπεφευγειδια·ε·πεφευγ·[κ]ειδιεπεφευκτοδια·ε·πεφευγ·το
Pl1stδιεπεφευγειμεν, διεπεφευγεμενδια·ε·πεφευγ·[κ]ειμεν, δια·ε·πεφευγ·[κ]εμεν classicalδιεπεφευγμεθαδια·ε·πεφευγ·μεθα
2ndδιεπεφευγειτε, διεπεφευγετεδια·ε·πεφευγ·[κ]ειτε, δια·ε·πεφευγ·[κ]ετε classicalδιεπεφευχθεδια·ε·πεφευγ·σθε
3rdδιεπεφευγεισαν, διεπεφευγεσανδια·ε·πεφευγ·[κ]εισαν, δια·ε·πεφευγ·[κ]εσαν classicalδιεπεφευχατοδια·ε·πεφευγ·ντο

Pluperfect Indicative Unaugmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαπεφευγειν, διαπεφευγηδια·[ε]·πεφευγ·[κ]ειν, δια·[ε]·πεφευγ·[κ]η classicalδιαπεφευγμηνδια·[ε]·πεφευγ·μην
2ndδιαπεφευγεις, διαπεφευγηςδια·[ε]·πεφευγ·[κ]εις, δια·[ε]·πεφευγ·[κ]ης classicalδιαπεφευξοδια·[ε]·πεφευγ·σο
3rdδιαπεφευγειδια·[ε]·πεφευγ·[κ]ειδιαπεφευκτοδια·[ε]·πεφευγ·το
Pl1stδιαπεφευγειμεν, διαπεφευγεμενδια·[ε]·πεφευγ·[κ]ειμεν, δια·[ε]·πεφευγ·[κ]εμεν classicalδιαπεφευγμεθαδια·[ε]·πεφευγ·μεθα
2ndδιαπεφευγειτε, διαπεφευγετεδια·[ε]·πεφευγ·[κ]ειτε, δια·[ε]·πεφευγ·[κ]ετε classicalδιαπεφευχθεδια·[ε]·πεφευγ·σθε
3rdδιαπεφευγεισαν, διαπεφευγεσανδια·[ε]·πεφευγ·[κ]εισαν, δια·[ε]·πεφευγ·[κ]εσαν classicalδιαπεφευχατοδια·[ε]·πεφευγ·ντο

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 14-Nov-2019 01:58:11 EST