διαβλεπω • DIABLEPW • diablepō

Search: διαβλεψεις

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
διαβλεψειςδιαβλέπωδια·βλεπ·σειςfut act ind 2nd sg

δια·βλέπω (-, δια+βλεψ-, δια+βλεψ-, -, -, -)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαβλεψωδια·βλεπ·σωδιαβλεψομαιδια·βλεπ·σομαι
2ndδιαβλεψεις[GNT]δια·βλεπ·σειςδιαβλεψῃ, διαβλεψει, διαβλεψεσαιδια·βλεπ·σῃ, δια·βλεπ·σει classical, δια·βλεπ·σεσαι alt
3rdδιαβλεψειδια·βλεπ·σειδιαβλεψεταιδια·βλεπ·σεται
Pl1stδιαβλεψομενδια·βλεπ·σομενδιαβλεψομεθαδια·βλεπ·σομεθα
2ndδιαβλεψετεδια·βλεπ·σετεδιαβλεψεσθεδια·βλεπ·σεσθε
3rdδιαβλεψουσιν, διαβλεψουσιδια·βλεπ·σουσι(ν)διαβλεψονταιδια·βλεπ·σονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαβλεψοιμιδια·βλεπ·σοιμιδιαβλεψοιμηνδια·βλεπ·σοιμην
2ndδιαβλεψοιςδια·βλεπ·σοιςδιαβλεψοιοδια·βλεπ·σοιο
3rdδιαβλεψοιδια·βλεπ·σοιδιαβλεψοιτοδια·βλεπ·σοιτο
Pl1stδιαβλεψοιμενδια·βλεπ·σοιμενδιαβλεψοιμεθαδια·βλεπ·σοιμεθα
2ndδιαβλεψοιτεδια·βλεπ·σοιτεδιαβλεψοισθεδια·βλεπ·σοισθε
3rdδιαβλεψοιενδια·βλεπ·σοιενδιαβλεψοιντοδια·βλεπ·σοιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διαβλεψειν​δια·βλεπ·σειν​διαβλεψεσθαι​δια·βλεπ·σεσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαβλεψουσαδιαβλεψονδια·βλεπ·σουσ·αδια·βλεπ·σο[υ]ν[τ]
Nomδιαβλεψωνδια·βλεπ·σο[υ]ν[τ]·^
Accδιαβλεψουσανδιαβλεψονταδια·βλεπ·σουσ·ανδια·βλεπ·σο[υ]ντ·α
Datδιαβλεψουσῃδιαβλεψοντιδια·βλεπ·σουσ·ῃδια·βλεπ·σο[υ]ντ·ι
Genδιαβλεψουσηςδιαβλεψοντοςδια·βλεπ·σουσ·ηςδια·βλεπ·σο[υ]ντ·ος
PlVocδιαβλεψουσαιδιαβλεψοντεςδιαβλεψονταδια·βλεπ·σουσ·αιδια·βλεπ·σο[υ]ντ·εςδια·βλεπ·σο[υ]ντ·α
Nom
Accδιαβλεψουσαςδιαβλεψονταςδια·βλεπ·σουσ·αςδια·βλεπ·σο[υ]ντ·ας
Datδιαβλεψουσαιςδιαβλεψουσι, διαβλεψουσινδια·βλεπ·σουσ·αιςδια·βλεπ·σου[ντ]·σι(ν)
Genδιαβλεψουσωνδιαβλεψοντωνδια·βλεπ·σουσ·ωνδια·βλεπ·σο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαβλεψομενηδιαβλεψομενεδια·βλεπ·σομεν·ηδια·βλεπ·σομεν·ε
Nomδιαβλεψομενοςδια·βλεπ·σομεν·ος
Accδιαβλεψομενηνδιαβλεψομενονδια·βλεπ·σομεν·ηνδια·βλεπ·σομεν·ον
Datδιαβλεψομενῃδιαβλεψομενῳδια·βλεπ·σομεν·ῃδια·βλεπ·σομεν·ῳ
Genδιαβλεψομενηςδιαβλεψομενουδια·βλεπ·σομεν·ηςδια·βλεπ·σομεν·ου
PlVocδιαβλεψομεναιδιαβλεψομενοιδιαβλεψομεναδια·βλεπ·σομεν·αιδια·βλεπ·σομεν·οιδια·βλεπ·σομεν·α
Nom
Accδιαβλεψομεναςδιαβλεψομενουςδια·βλεπ·σομεν·αςδια·βλεπ·σομεν·ους
Datδιαβλεψομεναιςδιαβλεψομενοιςδια·βλεπ·σομεν·αιςδια·βλεπ·σομεν·οις
Genδιαβλεψομενωνδιαβλεψομενωνδια·βλεπ·σομεν·ωνδια·βλεπ·σομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιεβλεψαδια·ε·βλεπ·σαδιεβλεψαμηνδια·ε·βλεπ·σαμην
2ndδιεβλεψαςδια·ε·βλεπ·σαςδιεβλεψωδια·ε·βλεπ·σω
3rdδιεβλεψεν[GNT], διεβλεψεδια·ε·βλεπ·σε(ν), δια·ε·βλεπ·σε(ν)διεβλεψατοδια·ε·βλεπ·σατο
Pl1stδιεβλεψαμενδια·ε·βλεπ·σαμενδιεβλεψαμεθαδια·ε·βλεπ·σαμεθα
2ndδιεβλεψατεδια·ε·βλεπ·σατεδιεβλεψασθεδια·ε·βλεπ·σασθε
3rdδιεβλεψανδια·ε·βλεπ·σανδιεβλεψαντοδια·ε·βλεπ·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαβλεψωδια·βλεπ·σωδιαβλεψωμαιδια·βλεπ·σωμαι
2ndδιαβλεψῃςδια·βλεπ·σῃςδιαβλεψῃδια·βλεπ·σῃ
3rdδιαβλεψῃδια·βλεπ·σῃδιαβλεψηταιδια·βλεπ·σηται
Pl1stδιαβλεψωμενδια·βλεπ·σωμενδιαβλεψωμεθαδια·βλεπ·σωμεθα
2ndδιαβλεψητεδια·βλεπ·σητεδιαβλεψησθεδια·βλεπ·σησθε
3rdδιαβλεψωσιν, διαβλεψωσιδια·βλεπ·σωσι(ν)διαβλεψωνταιδια·βλεπ·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδιαβλεψαιμιδια·βλεπ·σαιμιδιαβλεψαιμηνδια·βλεπ·σαιμην
2ndδιαβλεψαις, διαβλεψειαςδια·βλεπ·σαις, δια·βλεπ·σειας classicalδιαβλεψαιοδια·βλεπ·σαιο
3rdδιαβλεψαι, διαβλεψειεδια·βλεπ·σαι, δια·βλεπ·σειε classicalδιαβλεψαιτοδια·βλεπ·σαιτο
Pl1stδιαβλεψαιμενδια·βλεπ·σαιμενδιαβλεψαιμεθαδια·βλεπ·σαιμεθα
2ndδιαβλεψαιτεδια·βλεπ·σαιτεδιαβλεψαισθεδια·βλεπ·σαισθε
3rdδιαβλεψαιεν, διαβλεψαισαν, διαβλεψειαν, διαβλεψειενδια·βλεπ·σαιεν, δια·βλεπ·σαισαν alt, δια·βλεπ·σειαν classical, δια·βλεπ·σειεν classicalδιαβλεψαιντοδια·βλεπ·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndδιαβλεψονδια·βλεπ·σονδιαβλεψαιδια·βλεπ·σαι
3rdδιαβλεψατωδια·βλεπ·σατωδιαβλεψασθωδια·βλεπ·σασθω
Pl1st
2ndδιαβλεψατεδια·βλεπ·σατεδιαβλεψασθεδια·βλεπ·σασθε
3rdδιαβλεψατωσαν, διαβλεψαντωνδια·βλεπ·σατωσαν, δια·βλεπ·σαντων classicalδιαβλεψασθωσαν, διαβλεψασθωνδια·βλεπ·σασθωσαν, δια·βλεπ·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
διαβλεψαι​δια·βλεπ·σαι​διαβλεψασθαι​δια·βλεπ·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαβλεψασαδιαβλεψαςδιαβλεψανδια·βλεπ·σασ·αδια·βλεπ·σα[ντ]·ςδια·βλεπ·σαν[τ]
Nom
Accδιαβλεψασανδιαβλεψανταδια·βλεπ·σασ·ανδια·βλεπ·σαντ·α
Datδιαβλεψασῃδιαβλεψαντιδια·βλεπ·σασ·ῃδια·βλεπ·σαντ·ι
Genδιαβλεψασηςδιαβλεψαντοςδια·βλεπ·σασ·ηςδια·βλεπ·σαντ·ος
PlVocδιαβλεψασαιδιαβλεψαντεςδιαβλεψανταδια·βλεπ·σασ·αιδια·βλεπ·σαντ·εςδια·βλεπ·σαντ·α
Nom
Accδιαβλεψασαςδιαβλεψανταςδια·βλεπ·σασ·αςδια·βλεπ·σαντ·ας
Datδιαβλεψασαιςδιαβλεψασι, διαβλεψασινδια·βλεπ·σασ·αιςδια·βλεπ·σα[ντ]·σι(ν)
Genδιαβλεψασωνδιαβλεψαντωνδια·βλεπ·σασ·ωνδια·βλεπ·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδιαβλεψαμενηδιαβλεψαμενεδια·βλεπ·σαμεν·ηδια·βλεπ·σαμεν·ε
Nomδιαβλεψαμενοςδια·βλεπ·σαμεν·ος
Accδιαβλεψαμενηνδιαβλεψαμενονδια·βλεπ·σαμεν·ηνδια·βλεπ·σαμεν·ον
Datδιαβλεψαμενῃδιαβλεψαμενῳδια·βλεπ·σαμεν·ῃδια·βλεπ·σαμεν·ῳ
Genδιαβλεψαμενηςδιαβλεψαμενουδια·βλεπ·σαμεν·ηςδια·βλεπ·σαμεν·ου
PlVocδιαβλεψαμεναιδιαβλεψαμενοιδιαβλεψαμεναδια·βλεπ·σαμεν·αιδια·βλεπ·σαμεν·οιδια·βλεπ·σαμεν·α
Nom
Accδιαβλεψαμεναςδιαβλεψαμενουςδια·βλεπ·σαμεν·αςδια·βλεπ·σαμεν·ους
Datδιαβλεψαμεναιςδιαβλεψαμενοιςδια·βλεπ·σαμεν·αιςδια·βλεπ·σαμεν·οις
Genδιαβλεψαμενωνδιαβλεψαμενωνδια·βλεπ·σαμεν·ωνδια·βλεπ·σαμεν·ων

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 23-Apr-2021 00:59:16 EDT