δεσμευω δεσμεω • DESMEUW DESMEW • desmeuō desmeō

Search: δεσμευοντες

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
δεσμευοντεςδεσμεύωδεσμευ·ο[υ]ντ·εςpres act ptcp mas nom|voc pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
δεσμευοντεςδεσμεύωδεσμευ·ο[υ]ντ·εςpres act ptcp mas nom|voc pl

δεσμεύω v.l. -μέω (δεσμευ-/δεσμ(ε)-, -, -, -, -, -)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδεσμευω, δεσμωδεσμευ·ω, δεσμ(ε)·ωδεσμευομαι, δεσμουμαιδεσμευ·ομαι, δεσμ(ε)·ομαι
2ndδεσμευεις[LXX], δεσμειςδεσμευ·εις, δεσμ(ε)·ειςδεσμευῃ, δεσμευει, δεσμευεσαι, δεσμῃ, δεσμει, δεσμεισαιδεσμευ·ῃ, δεσμευ·ει classical, δεσμευ·εσαι alt, δεσμ(ε)·ῃ, δεσμ(ε)·ει classical, δεσμ(ε)·εσαι alt
3rdδεσμευει, δεσμειδεσμευ·ει, δεσμ(ε)·ειδεσμευεται, δεσμειταιδεσμευ·εται, δεσμ(ε)·εται
Pl1stδεσμευομεν, δεσμουμενδεσμευ·ομεν, δεσμ(ε)·ομενδεσμευομεθα, δεσμουμεθαδεσμευ·ομεθα, δεσμ(ε)·ομεθα
2ndδεσμευετε, δεσμειτεδεσμευ·ετε, δεσμ(ε)·ετεδεσμευεσθε, δεσμεισθεδεσμευ·εσθε, δεσμ(ε)·εσθε
3rdδεσμευουσιν[GNT], δεσμευουσι, δεσμουσιν, δεσμουσιδεσμευ·ουσι(ν), δεσμευ·ουσι(ν), δεσμ(ε)·ουσι(ν)δεσμευονται, δεσμουνταιδεσμευ·ονται, δεσμ(ε)·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδεσμευω, δεσμωδεσμευ·ω, δεσμ(ε)·ωδεσμευωμαι, δεσμωμαιδεσμευ·ωμαι, δεσμ(ε)·ωμαι
2ndδεσμευῃς, δεσμῃςδεσμευ·ῃς, δεσμ(ε)·ῃςδεσμευῃ, δεσμῃδεσμευ·ῃ, δεσμ(ε)·ῃ
3rdδεσμευῃ, δεσμῃδεσμευ·ῃ, δεσμ(ε)·ῃδεσμευηται, δεσμηταιδεσμευ·ηται, δεσμ(ε)·ηται
Pl1stδεσμευωμεν, δεσμωμενδεσμευ·ωμεν, δεσμ(ε)·ωμενδεσμευωμεθα, δεσμωμεθαδεσμευ·ωμεθα, δεσμ(ε)·ωμεθα
2ndδεσμευητε, δεσμητεδεσμευ·ητε, δεσμ(ε)·ητεδεσμευησθε, δεσμησθεδεσμευ·ησθε, δεσμ(ε)·ησθε
3rdδεσμευωσιν, δεσμευωσι, δεσμωσιν, δεσμωσιδεσμευ·ωσι(ν), δεσμ(ε)·ωσι(ν)δεσμευωνται, δεσμωνταιδεσμευ·ωνται, δεσμ(ε)·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδεσμευοιμι, δεσμοιμιδεσμευ·οιμι, δεσμ(ε)·οιμιδεσμευοιμην, δεσμοιμηνδεσμευ·οιμην, δεσμ(ε)·οιμην
2ndδεσμευοις, δεσμοις[GNT][LXX]δεσμευ·οις, δεσμ(ε)·οιςδεσμευοιο, δεσμοιοδεσμευ·οιο, δεσμ(ε)·οιο
3rdδεσμευοι, δεσμοι[LXX]δεσμευ·οι, δεσμ(ε)·οιδεσμευοιτο, δεσμοιτοδεσμευ·οιτο, δεσμ(ε)·οιτο
Pl1stδεσμευοιμεν, δεσμοιμενδεσμευ·οιμεν, δεσμ(ε)·οιμενδεσμευοιμεθα, δεσμοιμεθαδεσμευ·οιμεθα, δεσμ(ε)·οιμεθα
2ndδεσμευοιτε, δεσμοιτεδεσμευ·οιτε, δεσμ(ε)·οιτεδεσμευοισθε, δεσμοισθεδεσμευ·οισθε, δεσμ(ε)·οισθε
3rdδεσμευοιεν, δεσμευοισαν, δεσμοιεν, δεσμοισανδεσμευ·οιεν, δεσμευ·οισαν alt, δεσμ(ε)·οιεν, δεσμ(ε)·οισαν altδεσμευοιντο, δεσμοιντοδεσμευ·οιντο, δεσμ(ε)·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndδεσμευε, δεσμειδεσμευ·ε, δεσμ(ε)·εδεσμευου, δεσμου[GNT][LXX]δεσμευ·ου, δεσμ(ε)·ου
3rdδεσμευετω, δεσμειτωδεσμευ·ετω, δεσμ(ε)·ετωδεσμευεσθω, δεσμεισθωδεσμευ·εσθω, δεσμ(ε)·εσθω
Pl1st
2ndδεσμευετε, δεσμειτεδεσμευ·ετε, δεσμ(ε)·ετεδεσμευεσθε, δεσμεισθεδεσμευ·εσθε, δεσμ(ε)·εσθε
3rdδεσμευετωσαν, δεσμευοντων, δεσμειτωσαν, δεσμουντωνδεσμευ·ετωσαν, δεσμευ·οντων classical, δεσμ(ε)·ετωσαν, δεσμ(ε)·οντων classicalδεσμευεσθωσαν, δεσμευεσθων, δεσμεισθωσαν, δεσμεισθωνδεσμευ·εσθωσαν, δεσμευ·εσθων classical, δεσμ(ε)·εσθωσαν, δεσμ(ε)·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
δεσμευειν[LXX], δεσμειν​δεσμευ·ειν, δεσμ(ε)·ειν​δεσμευεσθαι, δεσμεισθαι​δεσμευ·εσθαι, δεσμ(ε)·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδεσμευουσα, δεσμουσαδεσμευον, δεσμουνδεσμευ·ουσ·α, δεσμ(ε)·ουσ·αδεσμευ·ο[υ]ν[τ], δεσμ(ε)·ο[υ]ν[τ]
Nomδεσμευων[GNT][LXX], δεσμων[GNT][LXX]δεσμευ·ο[υ]ν[τ]·^, δεσμ(ε)·ο[υ]ν[τ]·^
Accδεσμευουσαν, δεσμουσανδεσμευοντα, δεσμουνταδεσμευ·ουσ·αν, δεσμ(ε)·ουσ·ανδεσμευ·ο[υ]ντ·α, δεσμ(ε)·ο[υ]ντ·α
Datδεσμευουσῃ, δεσμουσῃδεσμευοντι, δεσμουντιδεσμευ·ουσ·ῃ, δεσμ(ε)·ουσ·ῃδεσμευ·ο[υ]ντ·ι, δεσμ(ε)·ο[υ]ντ·ι
Genδεσμευουσης, δεσμουσηςδεσμευοντος, δεσμουντοςδεσμευ·ουσ·ης, δεσμ(ε)·ουσ·ηςδεσμευ·ο[υ]ντ·ος, δεσμ(ε)·ο[υ]ντ·ος
PlVocδεσμευουσαι, δεσμουσαιδεσμευοντες[LXX], δεσμουντεςδεσμευοντα, δεσμουνταδεσμευ·ουσ·αι, δεσμ(ε)·ουσ·αιδεσμευ·ο[υ]ντ·ες, δεσμ(ε)·ο[υ]ντ·εςδεσμευ·ο[υ]ντ·α, δεσμ(ε)·ο[υ]ντ·α
Nom
Accδεσμευουσας, δεσμουσαςδεσμευοντας[LXX], δεσμουνταςδεσμευ·ουσ·ας, δεσμ(ε)·ουσ·αςδεσμευ·ο[υ]ντ·ας, δεσμ(ε)·ο[υ]ντ·ας
Datδεσμευουσαις, δεσμουσαιςδεσμευουσι, δεσμευουσιν[GNT], δεσμουσι, δεσμουσινδεσμευ·ουσ·αις, δεσμ(ε)·ουσ·αιςδεσμευ·ου[ντ]·σι(ν), δεσμευ·ου[ντ]·σι(ν), δεσμ(ε)·ου[ντ]·σι(ν)
Genδεσμευουσων, δεσμουσωνδεσμευοντων, δεσμουντωνδεσμευ·ουσ·ων, δεσμ(ε)·ουσ·ωνδεσμευ·ο[υ]ντ·ων, δεσμ(ε)·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδεσμευομενη, δεσμουμενηδεσμευομενε, δεσμουμενεδεσμευ·ομεν·η, δεσμ(ε)·ομεν·ηδεσμευ·ομεν·ε, δεσμ(ε)·ομεν·ε
Nomδεσμευομενος, δεσμουμενοςδεσμευ·ομεν·ος, δεσμ(ε)·ομεν·ος
Accδεσμευομενην, δεσμουμενηνδεσμευομενον, δεσμουμενονδεσμευ·ομεν·ην, δεσμ(ε)·ομεν·ηνδεσμευ·ομεν·ον, δεσμ(ε)·ομεν·ον
Datδεσμευομενῃ, δεσμουμενῃδεσμευομενῳ, δεσμουμενῳδεσμευ·ομεν·ῃ, δεσμ(ε)·ομεν·ῃδεσμευ·ομεν·ῳ, δεσμ(ε)·ομεν·ῳ
Genδεσμευομενης, δεσμουμενηςδεσμευομενου, δεσμουμενουδεσμευ·ομεν·ης, δεσμ(ε)·ομεν·ηςδεσμευ·ομεν·ου, δεσμ(ε)·ομεν·ου
PlVocδεσμευομεναι, δεσμουμεναιδεσμευομενοι, δεσμουμενοιδεσμευομενα, δεσμουμεναδεσμευ·ομεν·αι, δεσμ(ε)·ομεν·αιδεσμευ·ομεν·οι, δεσμ(ε)·ομεν·οιδεσμευ·ομεν·α, δεσμ(ε)·ομεν·α
Nom
Accδεσμευομενας, δεσμουμεναςδεσμευομενους, δεσμουμενουςδεσμευ·ομεν·ας, δεσμ(ε)·ομεν·αςδεσμευ·ομεν·ους, δεσμ(ε)·ομεν·ους
Datδεσμευομεναις, δεσμουμεναιςδεσμευομενοις, δεσμουμενοιςδεσμευ·ομεν·αις, δεσμ(ε)·ομεν·αιςδεσμευ·ομεν·οις, δεσμ(ε)·ομεν·οις
Genδεσμευομενων, δεσμουμενωνδεσμευομενων, δεσμουμενωνδεσμευ·ομεν·ων, δεσμ(ε)·ομεν·ωνδεσμευ·ομεν·ων, δεσμ(ε)·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεδεσμευον[LXX], εδεσμουνε·δεσμευ·ον, ε·δεσμ(ε)·ονεδεσμευομην, εδεσμουμηνε·δεσμευ·ομην, ε·δεσμ(ε)·ομην
2ndεδεσμευες, εδεσμειςε·δεσμευ·ες, ε·δεσμ(ε)·εςεδεσμευου, εδεσμουε·δεσμευ·ου, ε·δεσμ(ε)·ου
3rdεδεσμευεν, εδεσμευε, εδεσμειε·δεσμευ·ε(ν), ε·δεσμ(ε)·εεδεσμευετο[GNT], εδεσμειτο[GNT]ε·δεσμευ·ετο, ε·δεσμ(ε)·ετο
Pl1stεδεσμευομεν, εδεσμουμενε·δεσμευ·ομεν, ε·δεσμ(ε)·ομενεδεσμευομεθα, εδεσμουμεθαε·δεσμευ·ομεθα, ε·δεσμ(ε)·ομεθα
2ndεδεσμευετε, εδεσμειτεε·δεσμευ·ετε, ε·δεσμ(ε)·ετεεδεσμευεσθε, εδεσμεισθεε·δεσμευ·εσθε, ε·δεσμ(ε)·εσθε
3rdεδεσμευον[LXX], εδεσμευοσαν, εδεσμουν, εδεσμουσανε·δεσμευ·ον, ε·δεσμευ·οσαν alt, ε·δεσμ(ε)·ον, ε·δεσμ(ε)·οσαν altεδεσμευοντο, εδεσμουντοε·δεσμευ·οντο, ε·δεσμ(ε)·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 26-Jun-2019 16:47:26 EDT