δοκιμαζω • DOKIMAZW • dokimazō

Search: δεδοκιμασμεθα

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
δεδοκιμασμεθα; δεδοκιμασμεθαδοκιμάζω[ε]·δεδοκιμασ·μεθα; δεδοκιμασ·μεθαplup mp ind 1st pl; perf mp ind 1st pl
Matching Inflections:

Strict Standards: Only variables should be passed by reference in /home/kata/private/lexicon/queries/query-inflections.php on line 39
InflectionLemmaUncontracted Form(s)Parsing
δεδοκιμασμεθαδοκιμάζω[ε]·δεδοκιμασ·μεθαplup mp ind 1st pl
δεδοκιμασμεθαδοκιμάζωδεδοκιμασ·μεθαperf mp ind 1st pl

δοκιμάζω (δοκιμαζ-, δοκιμ(α)·[σ]-/δοκιμα·σ-, δοκιμα·σ-, δεδοκιμα·κ-, δεδοκιμασ-, δοκιμασ·θ-)

Verb

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Principal Part (Present and Imperfect) [hide]

Present Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδοκιμαζωδοκιμαζ·ωδοκιμαζομαιδοκιμαζ·ομαι
2ndδοκιμαζεις[GNT]δοκιμαζ·ειςδοκιμαζῃ, δοκιμαζει[GNT][LXX], δοκιμαζεσαιδοκιμαζ·ῃ, δοκιμαζ·ει classical, δοκιμαζ·εσαι alt
3rdδοκιμαζει[GNT][LXX]δοκιμαζ·ειδοκιμαζεται[LXX]δοκιμαζ·εται
Pl1stδοκιμαζομενδοκιμαζ·ομενδοκιμαζομεθαδοκιμαζ·ομεθα
2ndδοκιμαζετε[GNT]δοκιμαζ·ετεδοκιμαζεσθεδοκιμαζ·εσθε
3rdδοκιμαζουσιν, δοκιμαζουσιδοκιμαζ·ουσι(ν)δοκιμαζονταιδοκιμαζ·ονται

Present Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδοκιμαζωδοκιμαζ·ωδοκιμαζωμαιδοκιμαζ·ωμαι
2ndδοκιμαζῃςδοκιμαζ·ῃςδοκιμαζῃδοκιμαζ·ῃ
3rdδοκιμαζῃδοκιμαζ·ῃδοκιμαζηταιδοκιμαζ·ηται
Pl1stδοκιμαζωμενδοκιμαζ·ωμενδοκιμαζωμεθαδοκιμαζ·ωμεθα
2ndδοκιμαζητεδοκιμαζ·ητεδοκιμαζησθεδοκιμαζ·ησθε
3rdδοκιμαζωσιν, δοκιμαζωσιδοκιμαζ·ωσι(ν)δοκιμαζωνταιδοκιμαζ·ωνται

Present Optative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδοκιμαζοιμιδοκιμαζ·οιμιδοκιμαζοιμηνδοκιμαζ·οιμην
2ndδοκιμαζοιςδοκιμαζ·οιςδοκιμαζοιοδοκιμαζ·οιο
3rdδοκιμαζοιδοκιμαζ·οιδοκιμαζοιτοδοκιμαζ·οιτο
Pl1stδοκιμαζοιμενδοκιμαζ·οιμενδοκιμαζοιμεθαδοκιμαζ·οιμεθα
2ndδοκιμαζοιτεδοκιμαζ·οιτεδοκιμαζοισθεδοκιμαζ·οισθε
3rdδοκιμαζοιεν, δοκιμαζοισανδοκιμαζ·οιεν, δοκιμαζ·οισαν altδοκιμαζοιντοδοκιμαζ·οιντο

Present Optative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Imperative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndδοκιμαζεδοκιμαζ·εδοκιμαζουδοκιμαζ·ου
3rdδοκιμαζετω[GNT]δοκιμαζ·ετωδοκιμαζεσθωδοκιμαζ·εσθω
Pl1st
2ndδοκιμαζετε[GNT]δοκιμαζ·ετεδοκιμαζεσθεδοκιμαζ·εσθε
3rdδοκιμαζετωσαν, δοκιμαζοντωνδοκιμαζ·ετωσαν, δοκιμαζ·οντων classicalδοκιμαζεσθωσαν[GNT], δοκιμαζεσθωνδοκιμαζ·εσθωσαν, δοκιμαζ·εσθων classical

Present Imperative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

Present Infinitive Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
δοκιμαζειν[GNT]​δοκιμαζ·εινδοκιμαζεσθαι​δοκιμαζ·εσθαι​

Present Infinitive Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted

Present Participle Thematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδοκιμαζουσα[LXX]δοκιμαζονδοκιμαζ·ουσ·αδοκιμαζ·ο[υ]ν[τ]
Nomδοκιμαζων[GNT][LXX]δοκιμαζ·ο[υ]ν[τ]·^
Accδοκιμαζουσανδοκιμαζονταδοκιμαζ·ουσ·ανδοκιμαζ·ο[υ]ντ·α
Datδοκιμαζουσῃδοκιμαζοντι[GNT]δοκιμαζ·ουσ·ῃδοκιμαζ·ο[υ]ντ·ι
Genδοκιμαζουσηςδοκιμαζοντοςδοκιμαζ·ουσ·ηςδοκιμαζ·ο[υ]ντ·ος
PlVocδοκιμαζουσαιδοκιμαζοντες[GNT]δοκιμαζονταδοκιμαζ·ουσ·αιδοκιμαζ·ο[υ]ντ·εςδοκιμαζ·ο[υ]ντ·α
Nom
Accδοκιμαζουσαςδοκιμαζονταςδοκιμαζ·ουσ·αςδοκιμαζ·ο[υ]ντ·ας
Datδοκιμαζουσαιςδοκιμαζουσι, δοκιμαζουσινδοκιμαζ·ουσ·αιςδοκιμαζ·ου[ντ]·σι(ν)
Genδοκιμαζουσωνδοκιμαζοντωνδοκιμαζ·ουσ·ωνδοκιμαζ·ο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδοκιμαζομενη[LXX]δοκιμαζομενεδοκιμαζ·ομεν·ηδοκιμαζ·ομεν·ε
Nomδοκιμαζομενοςδοκιμαζ·ομεν·ος
Accδοκιμαζομενηνδοκιμαζομενονδοκιμαζ·ομεν·ηνδοκιμαζ·ομεν·ον
Datδοκιμαζομενῃδοκιμαζομενῳδοκιμαζ·ομεν·ῃδοκιμαζ·ομεν·ῳ
Genδοκιμαζομενηςδοκιμαζομενου[GNT]δοκιμαζ·ομεν·ηςδοκιμαζ·ομεν·ου
PlVocδοκιμαζομεναιδοκιμαζομενοιδοκιμαζομεναδοκιμαζ·ομεν·αιδοκιμαζ·ομεν·οιδοκιμαζ·ομεν·α
Nom
Accδοκιμαζομεναςδοκιμαζομενουςδοκιμαζ·ομεν·αςδοκιμαζ·ομεν·ους
Datδοκιμαζομεναιςδοκιμαζομενοιςδοκιμαζ·ομεν·αιςδοκιμαζ·ομεν·οις
Genδοκιμαζομενωνδοκιμαζομενωνδοκιμαζ·ομεν·ωνδοκιμαζ·ομεν·ων

Present Participle Athematic

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVoc
Nom
Acc
Dat
Gen
PlVoc
Nom
Acc
Dat
Gen

Imperfect Indicative Thematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεδοκιμαζονε·δοκιμαζ·ονεδοκιμαζομηνε·δοκιμαζ·ομην
2ndεδοκιμαζεςε·δοκιμαζ·εςεδοκιμαζουε·δοκιμαζ·ου
3rdεδοκιμαζεν, εδοκιμαζεε·δοκιμαζ·ε(ν)εδοκιμαζετοε·δοκιμαζ·ετο
Pl1stεδοκιμαζομενε·δοκιμαζ·ομενεδοκιμαζομεθαε·δοκιμαζ·ομεθα
2ndεδοκιμαζετεε·δοκιμαζ·ετεεδοκιμαζεσθεε·δοκιμαζ·εσθε
3rdεδοκιμαζον, εδοκιμαζοσανε·δοκιμαζ·ον, ε·δοκιμαζ·οσαν altεδοκιμαζοντοε·δοκιμαζ·οντο

Imperfect Indicative Athematic

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2nd
3rd
Pl1st
2nd
3rd

2nd Principal Part (Future Active and Middle-Passive) [hide]

Future Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδοκιμω[LXX], δοκιμασωδοκιμ(α)·[σ]ω, δοκιμα·σωδοκιμωμαι, δοκιμασομαιδοκιμ(α)·[σ]ομαι, δοκιμα·σομαι
2ndδοκιμᾳς, δοκιμασειςδοκιμ(α)·[σ]εις, δοκιμα·σειςδοκιμᾳ, δοκιμασαι[GNT][LXX], δοκιμασῃ, δοκιμασει[GNT], δοκιμασεσαιδοκιμ(α)·[σ]ῃ, δοκιμ(α)·[σ]ει classical, δοκιμ(α)·[σ]εσαι alt, δοκιμα·σῃ, δοκιμα·σει classical, δοκιμα·σεσαι alt
3rdδοκιμᾳ, δοκιμασει[GNT]δοκιμ(α)·[σ]ει, δοκιμα·σειδοκιμαται, δοκιμασεταιδοκιμ(α)·[σ]εται, δοκιμα·σεται
Pl1stδοκιμωμεν, δοκιμασομενδοκιμ(α)·[σ]ομεν, δοκιμα·σομενδοκιμωμεθα, δοκιμασομεθαδοκιμ(α)·[σ]ομεθα, δοκιμα·σομεθα
2ndδοκιματε, δοκιμασετεδοκιμ(α)·[σ]ετε, δοκιμα·σετεδοκιμασθε, δοκιμασεσθεδοκιμ(α)·[σ]εσθε, δοκιμα·σεσθε
3rdδοκιμωσιν, δοκιμωσι, δοκιμασουσιν, δοκιμασουσιδοκιμ(α)·[σ]ουσι(ν), δοκιμα·σουσι(ν)δοκιμωνται, δοκιμασονταιδοκιμ(α)·[σ]ονται, δοκιμα·σονται

Future Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδοκιμῳμι, δοκιμασοιμιδοκιμ(α)·[σ]οιμι, δοκιμα·σοιμιδοκιμῳμην, δοκιμασοιμηνδοκιμ(α)·[σ]οιμην, δοκιμα·σοιμην
2ndδοκιμῳς, δοκιμασοιςδοκιμ(α)·[σ]οις, δοκιμα·σοιςδοκιμῳο, δοκιμασοιοδοκιμ(α)·[σ]οιο, δοκιμα·σοιο
3rdδοκιμῳ[LXX], δοκιμασοιδοκιμ(α)·[σ]οι, δοκιμα·σοιδοκιμῳτο, δοκιμασοιτοδοκιμ(α)·[σ]οιτο, δοκιμα·σοιτο
Pl1stδοκιμῳμεν, δοκιμασοιμενδοκιμ(α)·[σ]οιμεν, δοκιμα·σοιμενδοκιμῳμεθα, δοκιμασοιμεθαδοκιμ(α)·[σ]οιμεθα, δοκιμα·σοιμεθα
2ndδοκιμῳτε, δοκιμασοιτεδοκιμ(α)·[σ]οιτε, δοκιμα·σοιτεδοκιμῳσθε, δοκιμασοισθεδοκιμ(α)·[σ]οισθε, δοκιμα·σοισθε
3rdδοκιμῳεν, δοκιμασοιενδοκιμ(α)·[σ]οιεν, δοκιμα·σοιενδοκιμῳντο, δοκιμασοιντοδοκιμ(α)·[σ]οιντο, δοκιμα·σοιντο

Future Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
δοκιμᾳν, δοκιμασειν​δοκιμ(α)·[σ]ειν, δοκιμα·σειν​δοκιμασθαι, δοκιμασεσθαι​δοκιμ(α)·[σ]εσθαι, δοκιμα·σεσθαι​

Future Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδοκιμωσα, δοκιμασουσαδοκιμων, δοκιμασον[LXX]δοκιμ(α)·[σ]ουσ·α, δοκιμα·σουσ·αδοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ν[τ], δοκιμα·σο[υ]ν[τ]
Nomδοκιμων, δοκιμασωνδοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ν[τ]·^, δοκιμα·σο[υ]ν[τ]·^
Accδοκιμωσαν, δοκιμασουσανδοκιμωντα, δοκιμασονταδοκιμ(α)·[σ]ουσ·αν, δοκιμα·σουσ·ανδοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·α, δοκιμα·σο[υ]ντ·α
Datδοκιμωσῃ, δοκιμασουσῃδοκιμωντι, δοκιμασοντιδοκιμ(α)·[σ]ουσ·ῃ, δοκιμα·σουσ·ῃδοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·ι, δοκιμα·σο[υ]ντ·ι
Genδοκιμωσης, δοκιμασουσηςδοκιμωντος, δοκιμασοντοςδοκιμ(α)·[σ]ουσ·ης, δοκιμα·σουσ·ηςδοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·ος, δοκιμα·σο[υ]ντ·ος
PlVocδοκιμωσαι, δοκιμασουσαιδοκιμωντες, δοκιμασοντεςδοκιμωντα, δοκιμασονταδοκιμ(α)·[σ]ουσ·αι, δοκιμα·σουσ·αιδοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·ες, δοκιμα·σο[υ]ντ·εςδοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·α, δοκιμα·σο[υ]ντ·α
Nom
Accδοκιμωσας, δοκιμασουσαςδοκιμωντας, δοκιμασονταςδοκιμ(α)·[σ]ουσ·ας, δοκιμα·σουσ·αςδοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·ας, δοκιμα·σο[υ]ντ·ας
Datδοκιμωσαις, δοκιμασουσαιςδοκιμωσι, δοκιμωσιν, δοκιμασουσι, δοκιμασουσινδοκιμ(α)·[σ]ουσ·αις, δοκιμα·σουσ·αιςδοκιμ(α)·[σ]ου[ντ]·σι(ν), δοκιμα·σου[ντ]·σι(ν)
Genδοκιμωσων, δοκιμασουσωνδοκιμωντων, δοκιμασοντωνδοκιμ(α)·[σ]ουσ·ων, δοκιμα·σουσ·ωνδοκιμ(α)·[σ]ο[υ]ντ·ων, δοκιμα·σο[υ]ντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδοκιμωμενη, δοκιμασομενηδοκιμωμενε, δοκιμασομενεδοκιμ(α)·[σ]ομεν·η, δοκιμα·σομεν·ηδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ε, δοκιμα·σομεν·ε
Nomδοκιμωμενος, δοκιμασομενοςδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ος, δοκιμα·σομεν·ος
Accδοκιμωμενην, δοκιμασομενηνδοκιμωμενον, δοκιμασομενονδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ην, δοκιμα·σομεν·ηνδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ον, δοκιμα·σομεν·ον
Datδοκιμωμενῃ, δοκιμασομενῃδοκιμωμενῳ, δοκιμασομενῳδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ῃ, δοκιμα·σομεν·ῃδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ῳ, δοκιμα·σομεν·ῳ
Genδοκιμωμενης, δοκιμασομενηςδοκιμωμενου, δοκιμασομενουδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ης, δοκιμα·σομεν·ηςδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ου, δοκιμα·σομεν·ου
PlVocδοκιμωμεναι, δοκιμασομεναιδοκιμωμενοι, δοκιμασομενοιδοκιμωμενα, δοκιμασομεναδοκιμ(α)·[σ]ομεν·αι, δοκιμα·σομεν·αιδοκιμ(α)·[σ]ομεν·οι, δοκιμα·σομεν·οιδοκιμ(α)·[σ]ομεν·α, δοκιμα·σομεν·α
Nom
Accδοκιμωμενας, δοκιμασομεναςδοκιμωμενους, δοκιμασομενουςδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ας, δοκιμα·σομεν·αςδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ους, δοκιμα·σομεν·ους
Datδοκιμωμεναις, δοκιμασομεναιςδοκιμωμενοις, δοκιμασομενοιςδοκιμ(α)·[σ]ομεν·αις, δοκιμα·σομεν·αιςδοκιμ(α)·[σ]ομεν·οις, δοκιμα·σομεν·οις
Genδοκιμωμενων, δοκιμασομενωνδοκιμωμενων, δοκιμασομενωνδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ων, δοκιμα·σομεν·ωνδοκιμ(α)·[σ]ομεν·ων, δοκιμα·σομεν·ων

3rd(a) Principal Part (1st Aorist Active and Middle-Passive) [hide]

1st Aorist Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεδοκιμασα[LXX]ε·δοκιμα·σαεδοκιμασαμηνε·δοκιμα·σαμην
2ndεδοκιμασας[LXX]ε·δοκιμα·σαςεδοκιμασωε·δοκιμα·σω
3rdεδοκιμασεν[LXX], εδοκιμασεε·δοκιμα·σε(ν), ε·δοκιμα·σε(ν)εδοκιμασατοε·δοκιμα·σατο
Pl1stεδοκιμασαμεν[GNT]ε·δοκιμα·σαμενεδοκιμασαμεθαε·δοκιμα·σαμεθα
2ndεδοκιμασατεε·δοκιμα·σατεεδοκιμασασθεε·δοκιμα·σασθε
3rdεδοκιμασαν[GNT][LXX]ε·δοκιμα·σανεδοκιμασαντοε·δοκιμα·σαντο

1st Aorist Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδοκιμασωδοκιμα·σωδοκιμασωμαιδοκιμα·σωμαι
2ndδοκιμασῃςδοκιμα·σῃςδοκιμασῃδοκιμα·σῃ
3rdδοκιμασῃδοκιμα·σῃδοκιμασηταιδοκιμα·σηται
Pl1stδοκιμασωμεν[LXX]δοκιμα·σωμενδοκιμασωμεθαδοκιμα·σωμεθα
2ndδοκιμασητε[GNT]δοκιμα·σητεδοκιμασησθεδοκιμα·σησθε
3rdδοκιμασωσιν, δοκιμασωσιδοκιμα·σωσι(ν)δοκιμασωνταιδοκιμα·σωνται

1st Aorist Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδοκιμασαιμιδοκιμα·σαιμιδοκιμασαιμηνδοκιμα·σαιμην
2ndδοκιμασαις, δοκιμασειαςδοκιμα·σαις, δοκιμα·σειας classicalδοκιμασαιοδοκιμα·σαιο
3rdδοκιμασαι[GNT][LXX], δοκιμασειεδοκιμα·σαι, δοκιμα·σειε classicalδοκιμασαιτοδοκιμα·σαιτο
Pl1stδοκιμασαιμενδοκιμα·σαιμενδοκιμασαιμεθαδοκιμα·σαιμεθα
2ndδοκιμασαιτεδοκιμα·σαιτεδοκιμασαισθεδοκιμα·σαισθε
3rdδοκιμασαιεν, δοκιμασαισαν, δοκιμασειαν, δοκιμασειενδοκιμα·σαιεν, δοκιμα·σαισαν alt, δοκιμα·σειαν classical, δοκιμα·σειεν classicalδοκιμασαιντοδοκιμα·σαιντο

1st Aorist Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndδοκιμασον[LXX]δοκιμα·σονδοκιμασαι[GNT][LXX]δοκιμα·σαι
3rdδοκιμασατωδοκιμα·σατωδοκιμασασθωδοκιμα·σασθω
Pl1st
2ndδοκιμασατεδοκιμα·σατεδοκιμασασθεδοκιμα·σασθε
3rdδοκιμασατωσαν, δοκιμασαντωνδοκιμα·σατωσαν, δοκιμα·σαντων classicalδοκιμασασθωσαν, δοκιμασασθωνδοκιμα·σασθωσαν, δοκιμα·σασθων classical

1st Aorist Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
δοκιμασαι[GNT][LXX]​δοκιμα·σαιδοκιμασασθαι​δοκιμα·σασθαι​

1st Aorist Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδοκιμασασαδοκιμασας[LXX]δοκιμασανδοκιμα·σασ·αδοκιμα·σα[ντ]·ςδοκιμα·σαν[τ]
Nom
Accδοκιμασασανδοκιμασανταδοκιμα·σασ·ανδοκιμα·σαντ·α
Datδοκιμασασῃδοκιμασαντιδοκιμα·σασ·ῃδοκιμα·σαντ·ι
Genδοκιμασασηςδοκιμασαντοςδοκιμα·σασ·ηςδοκιμα·σαντ·ος
PlVocδοκιμασασαιδοκιμασαντεςδοκιμασανταδοκιμα·σασ·αιδοκιμα·σαντ·εςδοκιμα·σαντ·α
Nom
Accδοκιμασασαςδοκιμασανταςδοκιμα·σασ·αςδοκιμα·σαντ·ας
Datδοκιμασασαιςδοκιμασασι, δοκιμασασινδοκιμα·σασ·αιςδοκιμα·σα[ντ]·σι(ν)
Genδοκιμασασωνδοκιμασαντωνδοκιμα·σασ·ωνδοκιμα·σαντ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδοκιμασαμενηδοκιμασαμενεδοκιμα·σαμεν·ηδοκιμα·σαμεν·ε
Nomδοκιμασαμενοςδοκιμα·σαμεν·ος
Accδοκιμασαμενηνδοκιμασαμενονδοκιμα·σαμεν·ηνδοκιμα·σαμεν·ον
Datδοκιμασαμενῃδοκιμασαμενῳδοκιμα·σαμεν·ῃδοκιμα·σαμεν·ῳ
Genδοκιμασαμενηςδοκιμασαμενουδοκιμα·σαμεν·ηςδοκιμα·σαμεν·ου
PlVocδοκιμασαμεναιδοκιμασαμενοιδοκιμασαμεναδοκιμα·σαμεν·αιδοκιμα·σαμεν·οιδοκιμα·σαμεν·α
Nom
Accδοκιμασαμεναςδοκιμασαμενουςδοκιμα·σαμεν·αςδοκιμα·σαμεν·ους
Datδοκιμασαμεναιςδοκιμασαμενοιςδοκιμα·σαμεν·αιςδοκιμα·σαμεν·οις
Genδοκιμασαμενωνδοκιμασαμενωνδοκιμα·σαμεν·ωνδοκιμα·σαμεν·ων

4th and 5th Principal Parts (Perfect and Pluperfect) [hide]

Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδεδοκιμακαδεδοκιμα·καδεδοκιμασμαιδεδοκιμασ·μαι
2ndδεδοκιμακας[LXX], δεδοκιμακεςδεδοκιμα·κας, δεδοκιμα·κες altδεδοκιμασαιδεδοκιμασ·[σ]αι
3rdδεδοκιμακεν, δεδοκιμακεδεδοκιμα·κε(ν)δεδοκιμασταιδεδοκιμασ·ται
Pl1stδεδοκιμακαμενδεδοκιμα·καμενδεδοκιμασμεθα[GNT]δεδοκιμασ·μεθα
2ndδεδοκιμακατεδεδοκιμα·κατεδεδοκιμασθεδεδοκιμασ·[σ]θε
3rdδεδοκιμακασιν, δεδοκιμακασι, δεδοκιμακανδεδοκιμα·κασι(ν), δεδοκιμα·καν altδεδοκιμαδαταιδεδοκιμασ·νται

Future Perfect Indicative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδεδοκιμασομαιδεδοκιμασ·[σ]ομαι
2ndδεδοκιμασῃ, δεδοκιμασειδεδοκιμασ·[σ]ῃ, δεδοκιμασ·[σ]ει classical
3rdδεδοκιμασεταιδεδοκιμασ·[σ]εται
Pl1stδεδοκιμασομεθαδεδοκιμασ·[σ]ομεθα
2ndδεδοκιμασεσθεδεδοκιμασ·[σ]εσθε
3rdδεδοκιμασονταιδεδοκιμασ·[σ]ονται

Perfect Subjunctive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδεδοκιμακωδεδοκιμα·κω
2ndδεδοκιμακῃςδεδοκιμα·κῃς
3rdδεδοκιμακῃδεδοκιμα·κῃ
Pl1stδεδοκιμακωμενδεδοκιμα·κωμεν
2ndδεδοκιμακητεδεδοκιμα·κητε
3rdδεδοκιμακωσιν, δεδοκιμακωσιδεδοκιμα·κωσι(ν)

Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδεδοκιμακοιμι, δεδοκιμακοιηνδεδοκιμα·κοιμι, δεδοκιμα·κοιην classical
2ndδεδοκιμακοις, δεδοκιμακοιηςδεδοκιμα·κοις, δεδοκιμα·κοιης classical
3rdδεδοκιμακοι, δεδοκιμακοιηδεδοκιμα·κοι, δεδοκιμα·κοιη classical
Pl1stδεδοκιμακοιμενδεδοκιμα·κοιμεν
2ndδεδοκιμακοιτεδεδοκιμα·κοιτε
3rdδεδοκιμακοιενδεδοκιμα·κοιεν

Future Perfect Optative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδεδοκιμασοιμηνδεδοκιμασ·[σ]οιμην
2ndδεδοκιμασοιοδεδοκιμασ·[σ]οιο
3rdδεδοκιμασοιτοδεδοκιμασ·[σ]οιτο
Pl1stδεδοκιμασοιμεθαδεδοκιμασ·[σ]οιμεθα
2ndδεδοκιμασοισθεδεδοκιμασ·[σ]οισθε
3rdδεδοκιμασοιντοδεδοκιμασ·[σ]οιντο

Perfect Imperative

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1st
2ndδεδοκιμακεδεδοκιμα·κεδεδοκιμασοδεδοκιμασ·[σ]ο
3rdδεδοκιμακετωδεδοκιμα·κετωδεδοκιμασθωδεδοκιμασ·[σ]θω
Pl1st
2ndδεδοκιμακετεδεδοκιμα·κετεδεδοκιμασθεδεδοκιμασ·[σ]θε
3rdδεδοκιμακετωσανδεδοκιμα·κετωσανδεδοκιμασθωσαν, δεδοκιμασθωνδεδοκιμασ·[σ]θωσαν, δεδοκιμασ·[σ]θων classical

Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
δεδοκιμακεναι​δεδοκιμα·κεναι​δεδοκιμασθαι​δεδοκιμασ·[σ]θαι​

Future Perfect Infinitive

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
δεδοκιμασεσθαι​δεδοκιμασ·[σ]εσθαι​

Perfect Participle

Act
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδεδοκιμακυιαδεδοκιμακοςδεδοκιμα·κυι·αδεδοκιμα·κο[τ]·ς
Nomδεδοκιμακωςδεδοκιμα·κο[τ]·^ς
Accδεδοκιμακυιανδεδοκιμακοταδεδοκιμα·κυι·ανδεδοκιμα·κοτ·α
Datδεδοκιμακυιᾳδεδοκιμακοτιδεδοκιμα·κυι·ᾳδεδοκιμα·κοτ·ι
Genδεδοκιμακυιαςδεδοκιμακοτοςδεδοκιμα·κυι·αςδεδοκιμα·κοτ·ος
PlVocδεδοκιμακυιαιδεδοκιμακοτεςδεδοκιμακοταδεδοκιμα·κυι·αιδεδοκιμα·κοτ·εςδεδοκιμα·κοτ·α
Nom
Accδεδοκιμακυιαςδεδοκιμακοταςδεδοκιμα·κυι·αςδεδοκιμα·κοτ·ας
Datδεδοκιμακυιαιςδεδοκιμακοσι, δεδοκιμακοσινδεδοκιμα·κυι·αιςδεδοκιμα·κο[τ]·σι(ν)
Genδεδοκιμακυιωνδεδοκιμακοτωνδεδοκιμα·κυι·ωνδεδοκιμα·κοτ·ων
M/P
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδεδοκιμασμενηδεδοκιμασμενεδεδοκιμασ·μεν·ηδεδοκιμασ·μεν·ε
Nomδεδοκιμασμενος[LXX]δεδοκιμασ·μεν·ος
Accδεδοκιμασμενηνδεδοκιμασμενον[LXX]δεδοκιμασ·μεν·ηνδεδοκιμασ·μεν·ον
Datδεδοκιμασμενῃδεδοκιμασμενῳδεδοκιμασ·μεν·ῃδεδοκιμασ·μεν·ῳ
Genδεδοκιμασμενηςδεδοκιμασμενουδεδοκιμασ·μεν·ηςδεδοκιμασ·μεν·ου
PlVocδεδοκιμασμεναιδεδοκιμασμενοιδεδοκιμασμεναδεδοκιμασ·μεν·αιδεδοκιμασ·μεν·οιδεδοκιμασ·μεν·α
Nom
Accδεδοκιμασμεναςδεδοκιμασμενους[LXX]δεδοκιμασ·μεν·αςδεδοκιμασ·μεν·ους
Datδεδοκιμασμεναιςδεδοκιμασμενοις[LXX]δεδοκιμασ·μεν·αιςδεδοκιμασ·μεν·οις
Genδεδοκιμασμενων[LXX]δεδοκιμασμενων[LXX]δεδοκιμασ·μεν·ωνδεδοκιμασ·μεν·ων

Pluperfect Indicative Augmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stεδεδοκιμακειν, εδεδοκιμακηε·δεδοκιμα·κειν, ε·δεδοκιμα·κη classicalεδεδοκιμασμηνε·δεδοκιμασ·μην
2ndεδεδοκιμακεις, εδεδοκιμακηςε·δεδοκιμα·κεις, ε·δεδοκιμα·κης classicalεδεδοκιμασοε·δεδοκιμασ·[σ]ο
3rdεδεδοκιμακειε·δεδοκιμα·κειεδεδοκιμαστοε·δεδοκιμασ·το
Pl1stεδεδοκιμακειμεν, εδεδοκιμακεμενε·δεδοκιμα·κειμεν, ε·δεδοκιμα·κεμεν classicalεδεδοκιμασμεθαε·δεδοκιμασ·μεθα
2ndεδεδοκιμακειτε, εδεδοκιμακετεε·δεδοκιμα·κειτε, ε·δεδοκιμα·κετε classicalεδεδοκιμασθεε·δεδοκιμασ·[σ]θε
3rdεδεδοκιμακεισαν, εδεδοκιμακεσανε·δεδοκιμα·κεισαν, ε·δεδοκιμα·κεσαν classicalεδεδοκιμαδατοε·δεδοκιμασ·ντο

Pluperfect Indicative Unaugmented

ActM/P
InflectionUncontractedInflectionUncontracted
Sg1stδεδοκιμακειν, δεδοκιμακη[ε]·δεδοκιμα·κειν, [ε]·δεδοκιμα·κη classicalδεδοκιμασμην[ε]·δεδοκιμασ·μην
2ndδεδοκιμακεις, δεδοκιμακης[ε]·δεδοκιμα·κεις, [ε]·δεδοκιμα·κης classicalδεδοκιμασο[ε]·δεδοκιμασ·[σ]ο
3rdδεδοκιμακει[ε]·δεδοκιμα·κειδεδοκιμαστο[ε]·δεδοκιμασ·το
Pl1stδεδοκιμακειμεν, δεδοκιμακεμεν[ε]·δεδοκιμα·κειμεν, [ε]·δεδοκιμα·κεμεν classicalδεδοκιμασμεθα[GNT][ε]·δεδοκιμασ·μεθα
2ndδεδοκιμακειτε, δεδοκιμακετε[ε]·δεδοκιμα·κειτε, [ε]·δεδοκιμα·κετε classicalδεδοκιμασθε[ε]·δεδοκιμασ·[σ]θε
3rdδεδοκιμακεισαν, δεδοκιμακεσαν[ε]·δεδοκιμα·κεισαν, [ε]·δεδοκιμα·κεσαν classicalδεδοκιμαδατο[ε]·δεδοκιμασ·ντο

6th Principal Part (θη-Aorist and θη-Future) [hide]

θη-Aorist Indicative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stεδοκιμασθην[LXX]ε·δοκιμασ·θην
2ndεδοκιμασθηςε·δοκιμασ·θης
3rdεδοκιμασθη[LXX]ε·δοκιμασ·θη
Pl1stεδοκιμασθημενε·δοκιμασ·θημεν
2ndεδοκιμασθητεε·δοκιμασ·θητε
3rdεδοκιμασθησανε·δοκιμασ·θησαν

θη-Future Indicative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stδοκιμασθησομαιδοκιμασ·θησομαι
2ndδοκιμασθησῃ, δοκιμασθησειδοκιμασ·θησῃ, δοκιμασ·θησει classical
3rdδοκιμασθησεταιδοκιμασ·θησεται
Pl1stδοκιμασθησομεθαδοκιμασ·θησομεθα
2ndδοκιμασθησεσθεδοκιμασ·θησεσθε
3rdδοκιμασθησονταιδοκιμασ·θησονται

θη-Aorist Subjunctive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stδοκιμασθωδοκιμασ·θω
2ndδοκιμασθῃςδοκιμασ·θῃς
3rdδοκιμασθῃδοκιμασ·θῃ
Pl1stδοκιμασθωμενδοκιμασ·θωμεν
2ndδοκιμασθητεδοκιμασ·θητε
3rdδοκιμασθωσιν, δοκιμασθωσιδοκιμασ·θωσι(ν)

θη-Aorist Optative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1stδοκιμασθειηνδοκιμασ·θειην
2ndδοκιμασθειηςδοκιμασ·θειης
3rdδοκιμασθειηδοκιμασ·θειη
Pl1stδοκιμασθειημεν, δοκιμασθειμενδοκιμασ·θειημεν, δοκιμασ·θειμεν classical
2ndδοκιμασθειητε, δοκιμασθειτεδοκιμασ·θειητε, δοκιμασ·θειτε classical
3rdδοκιμασθειησαν, δοκιμασθειενδοκιμασ·θειησαν, δοκιμασ·θειεν classical

θη-Future Optative [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
Sg1stδοκιμασθησοιμηνδοκιμασ·θησοιμην
2ndδοκιμασθησοιοδοκιμασ·θησοιο
3rdδοκιμασθησοιτοδοκιμασ·θησοιτο
Pl1stδοκιμασθησοιμεθαδοκιμασ·θησοιμεθα
2ndδοκιμασθησοισθεδοκιμασ·θησοισθε
3rdδοκιμασθησοιντοδοκιμασ·θησοιντο

θη-Aorist Imperative [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
Sg1st
2ndδοκιμασθητιδοκιμασ·θητι
3rdδοκιμασθητωδοκιμασ·θητω
Pl1st
2ndδοκιμασθητεδοκιμασ·θητε
3rdδοκιμασθητωσαν, δοκιμασθεντωνδοκιμασ·θητωσαν, δοκιμασ·θεντων classical

θη-Aorist Infinitive [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
δοκιμασθηναι​δοκιμασ·θηναι​

θη-Future Infinitive [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
δοκιμασθησεσθαι​δοκιμασ·θησεσθαι​

θη-Aorist Participle [show][hide]

θη-Aorist
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδοκιμασθεισαδοκιμασθειςδοκιμασθενδοκιμασ·θεισ·αδοκιμασ·θει[ντ]·ςδοκιμασ·θε[ι]ν[τ]
Nom
Accδοκιμασθεισανδοκιμασθενταδοκιμασ·θεισ·ανδοκιμασ·θε[ι]ντ·α
Datδοκιμασθεισῃδοκιμασθεντιδοκιμασ·θεισ·ῃδοκιμασ·θε[ι]ντ·ι
Genδοκιμασθεισηςδοκιμασθεντοςδοκιμασ·θεισ·ηςδοκιμασ·θε[ι]ντ·ος
PlVocδοκιμασθεισαιδοκιμασθεντεςδοκιμασθενταδοκιμασ·θεισ·αιδοκιμασ·θε[ι]ντ·εςδοκιμασ·θε[ι]ντ·α
Nom
Accδοκιμασθεισαςδοκιμασθενταςδοκιμασ·θεισ·αςδοκιμασ·θε[ι]ντ·ας
Datδοκιμασθεισαιςδοκιμασθεισι, δοκιμασθεισινδοκιμασ·θεισ·αιςδοκιμασ·θει[ντ]·σι(ν)
Genδοκιμασθεισωνδοκιμασθεντωνδοκιμασ·θεισ·ωνδοκιμασ·θε[ι]ντ·ος

θη-Future Participle [show][hide]

θη-Future
InflectionUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocδοκιμασθησομενηδοκιμασθησομενεδοκιμασ·θησομεν·ηδοκιμασ·θησομεν·ε
Nomδοκιμασθησομενοςδοκιμασ·θησομεν·ος
Accδοκιμασθησομενηνδοκιμασθησομενονδοκιμασ·θησομεν·ηνδοκιμασ·θησομεν·ον
Datδοκιμασθησομενῃδοκιμασθησομενῳδοκιμασ·θησομεν·ῃδοκιμασ·θησομεν·ῳ
Genδοκιμασθησομενηςδοκιμασθησομενουδοκιμασ·θησομεν·ηςδοκιμασ·θησομεν·ου
PlVocδοκιμασθησομεναιδοκιμασθησομενοιδοκιμασθησομεναδοκιμασ·θησομεν·αιδοκιμασ·θησομεν·οιδοκιμασ·θησομεν·α
Nom
Accδοκιμασθησομεναςδοκιμασθησομενουςδοκιμασ·θησομεν·αςδοκιμασ·θησομεν·ους
Datδοκιμασθησομεναιςδοκιμασθησομενοιςδοκιμασ·θησομεν·αιςδοκιμασ·θησομεν·οις
Genδοκιμασθησομενωνδοκιμασθησομενωνδοκιμασ·θησομεν·ωνδοκιμασ·θησομεν·ου

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 12-Nov-2019 04:02:19 EST